ΜΟΥΣΙΚΗ

Ο Ρότζερ Γουότερς επιστρέφει αιχμηρός, ποιητικός και... ρετρό

ΜΠΑΜΠΗΣ ΠΑΠΑΔΑΤΟΣ

Ρότζερ Γουότερς, πάντα σκεπτόμενος, ρομαντικός και ανήσυχος.

ΕΤΙΚΕΤΕΣ:

Η εμβληματική μορφή της χρυσής εποχής των σπουδαίων Pink Floyd, ο Ρότζερ Γουότερς, επιστρέφει στη δισκογραφία με το τέταρτο προσωπικό του άλμπουμ. Yστερα από 25 χρόνια «απραξίας», ο 73χρονος, πλέον, καλλιτέχνης επανέρχεται στο προσκήνιο διερωτώμενος «Is This the Life We Really Want?», απευθύνοντας το ερώτημα και στον ακροατή.

Σκεπτόμενος, ρομαντικός και ανήσυχος όπως πάντα, ο Γουότερς θέλει να εκφραστεί, να προβληματιστεί και να προβληματίσει για τις παγκόσμιες δραματικές εξελίξεις. Το ροκ και ο «κοφτερός» στίχος, που εδώ προσεγγίζει μαγευτικά την ποίηση, ανέκαθεν αποτελούσαν πεδίο έκφρασής του και για μία φορά ακόμη δεν διστάζει να βγάλει τα εσώψυχά του, μέσα από 12 κομμάτια, τα οποία έχουν περάσει από τη μαγική κονσόλα του παραγωγού των Radiohead και του Beck, Nigel Godrich.

Αναπόφευκτα, το «Is This the Life We Really Want?» θα το χωρίσουμε σε δύο μέρη: το στιχουργικό και το συνθετικό. Από τα πρώτα δευτερόλεπτα, ο ακροατής θα βυθιστεί –θέλοντας και μη– στα δεδομένα του Γουότερς. «Tικ τακ τικ τακ», το «Dark Side Of The Moon» έρχεται στο προσκήνιο από το μακρινό 1973 μέσα από το εναρκτήριο «When We Were Young», ενώ οι πιο μυημένοι στο progressive θα φέρουν στη μνήμη τους και το «άνοιγμα» του «Scenes From A Memory» των Dream Theater.

«Πού είσαι τώρα; Μην απαντήσεις σ’ αυτό. Είμαι ακόμη άσχημος. Είμαι ακόμη χοντρός. Εχω ακόμη σπυριά. Είμαι ακόμη φοβισμένος. Οι γονείς μας μάς έκαναν αυτό που είμαστε; Ή ήταν ο Θεός; Ποιος νοιάζεται. Πραγματικά δεν τελειώνει ποτέ;». Ο καλλιτέχνης στήνει τον ακροατή στον τοίχο με το «καλημέρα». Τον ξαφνιάζει στιχουργικά, ενώ συνθετικά, πέραν του «Dark Side Of The Moon», θα μας θυμίσει τα «The Wall», «Μeddle», αλλά και το «OK Computer» των Radiohead.

Το «Is This the Life We Really Want?» θέλει ακρόαση με τους στίχους στο... χέρι. Ο Γουότερς αντισταθμίζει τη συνθετική... προβλεψιμότητα ενός σημαντικού μέρους της νέας δουλειάς του με την ποίηση. Εχει εξελιχθεί σε έναν υποβλητικό, καθηλωτικό γραφιά και μέσα από τους ήχους, που παραπέμπουν σε παλιές εποχές των Floyd, αλλά και των Radiohead, ακόμη και των Porcupine Tree, θέτει προβληματισμούς και ερωτήματα. Ερωτήματα ρομαντικά που αίφνης μετατρέπονται σε πολιτικά, πριν καν ο ακροατής ανοιγοκλείσει τα βλέφαρά του.

Kάποιοι θα σκεφτούν ότι επαναλαμβάνεται. Ομως, τόσο η χροιά και η θεατρικότητα της φωνής του (παρά το περιορισμένο φωνητικό εύρος του) όσο και η ατμόσφαιρα που μόνον αυτός μπορεί να δημιουργήσει, προκαλούν ρίγος.

Μέσα από το νωχελικό drumming του Joey Waronker, τα έντονα ηχητικά εφέ, το επιβλητικό μπάσο, πετάει σκόρπια ερεθίσματα, μεταξύ ερμηνείας και απαγγελίας. Ανησυχεί ξανά, ύστερα από πολλά χρόνια. «Φανταστείτε το παιδί σας με το χέρι του στη σκανδάλη, φανταστείτε (παιδιά) με τεχνητά μέλη στο Αφγανιστάν, ένα δικαστήριο χωρίς νόμους, έναν οίκο ανοχής δίχως πόρνες», τραγουδά στο «Picture That», καταλήγοντας στο ομώνυμο κομμάτι του άλμπουμ: «Αυτή είναι η ζωή που πραγματικά θέλουμε; Κάθε φορά που μια Ρωσίδα νύφη διαφημίζεται για πώληση και κάθε φορά που ένας δημοσιογράφος αφήνεται να σαπίζει στη φυλακή, κάθε φορά που η ζωή ενός νεαρού κοριτσιού ξοδεύεται και κάθε φορά που ένα κουτορνίθι γίνεται πρόεδρος».

Μέσα από το «Is This the Life We Really Want?», ο ακροατής θα κληθεί να συμμετάσχει σε μια μικρή δοκιμασία. Θα αφεθεί μεν στη μαύρη ατμόσφαιρά του, όμως θα έρθει, αναπόφευκτα, αντιμέτωπος με τη σημερινή πραγματικότητα. Ο Γουότερς θα τον κάνει να νιώσει υπέροχα και άβολα μαζί. Την ίδια στιγμή, το ίδιο δευτερόλεπτο. Ετσι είναι ο Γουότερς. Ποτέ του δεν χαρίζεται. Σε κανέναν...

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ