Μιχάλης Τσιντσίνης ΜΙΧΑΛΗΣ ΤΣΙΝΤΣΙΝΗΣ

Πρόσωπα της Εβδομάδας

ΠΟΛΙΤΙΚΗ

ΕΤΙΚΕΤΕΣ: ΜΑΣΚΕΣ

Τζέρεμι Κόρμπιν
Ο χαμένος τα παίρνει όλα

Σ​​ε κάθε κλισέ μένει ξεχασμένη λίγη αλήθεια. Στο κλισέ «στη δημοκρατία δεν υπάρχουν αδιέξοδα» υποτίθεται ότι η υπόρρητη αλήθεια ήταν πως, όταν τα υδραυλικά του πολιτικού συστήματος στομώνουν, η διέξοδος είναι πάντα οι κάλπες.

Καθώς η πιο παλιά δημοκρατία του σύγχρονου κόσμου παραπαίει από εκλογικό αδιέξοδο σε εκλογικό αδιέξοδο, η πίστη στην πανάκεια της κάλπης δεν στέκει ούτε ως απολιθωμένη κοινοτοπία. Εντάξει, το προϊόν των προχθεσινών βρετανικών εκλογών δεν είναι μονόχρωμο. Δεν κατέλιπε μόνο μια χωλή κυβέρνηση με ναρκοθετημένο μέλλον. Εχει και καλά νέα.

Τα καλά νέα είναι ότι η Τερέζα Μέι δεν πήρε την εντολή που είχε ζητήσει για στεγνό Brexit. Τα κακά νέα είναι ότι ούτε η εξωστρεφής, φιλοευρωπαϊκή Βρετανία βρήκε εκλογική έκφραση. Η μόνη καθαρή φιλοευρωπαϊκή πρόταση, εκείνη των Φιλελεύθερων Δημοκρατών, έμεινε καθηλωμένη σε ένα αμελητέο ποσοστό λίγο πάνω από το 7%. Οταν λέμε Brexit, εξακολουθούμε να εννοούμε Brexit.

Τα άλλα καλά νέα είναι ότι εξανεμίστηκε η Ακροδεξιά. Τα κακά νέα είναι ότι οι φοβίες που η Ακροδεξιά είχε υποδαυλίσει παροχετεύτηκαν στην κοίτη του αριστερού λαϊκισμού, που για μία ακόμη φορά λειτούργησε ως συγκοινωνούν δοχείο. Το UKIP εξαφανίστηκε αλλά η ατζέντα του επέζησε διά της μετάστασης στο Εργατικό Κόμμα.

Ναι, είναι καλό νέο ότι οι νέοι κινητοποιήθηκαν και ψήφισαν. Αλλά κινητοποιήθηκαν για να ψηφίσουν κάποιον με τη δογματική σκευή του Τζέρεμι Κόρμπιν.

Ακόμη και η παλινόρθωση του παραδοσιακού δικομματισμού –η μαζική παλιννόστηση των ψηφοφόρων στα πολυσυλλεκτικά, συστημικά κόμματα που έφτασαν αθροιστικά το 82%– εξουδετερώνεται από τη δεύτερή της ανάγνωση: Προτού ενισχυθούν, τα συστημικά κόμματα είχαν μεταλλαχθεί σε αντισυστημικά. Οι Συντηρητικοί παραδόθηκαν εντελώς στις ροπές της εθνικής αναδίπλωσης. Οι Εργατικοί αλώθηκαν εσωτερικά από την ακραία τους πτέρυγα –εκείνη που εκπροσωπεί την πιο παρωχημένη εκδοχή του αντικαπιταλισμού και της αντιπαγκοσμιοποίησης. Ως «αντί-», ο Κόρμπιν κατάφερε να χάσει τόσο, ώστε να μην αμφισβητηθεί από το κόμμα του. Η ποσοτική τους επιτυχία συνιστά και την παγίδευση των Εργατικών· είναι πλέον αναγκασμένοι να μείνουν με τον Κόρμπιν.

Αυτό το αποτέλεσμα, το μάλλον καταδικαστικό για τη ευρω-σοσιαλδημοκρατική ταυτότητα των Εργατικών, έσπευσε το ΠΑΣΟΚ να χαιρετίσει ως «ελπιδοφόρο μήνυμα για τη σοσιαλδημοκρατία» και να το αποδώσει μάλιστα στην «επιμονή στη μεταρρυθμιστική αντίληψη». Το ίδιο ενθουσιώδης ήταν και ο Τσίπρας, που είδε «την Αριστερά που τολμά». Ποιος έχει πέσει έξω; Κανένας από τους δύο. Ο Τσίπρας αναγνώρισε σωστά τον συριζοπρεπή του ομόλογο. Και το ΠΑΣΟΚ αναγνώρισε κατά λάθος πως φαντάζεται ότι θα αναστηθεί, αν μιμηθεί αυτόν που το σκότωσε.

Αφροδίτη Μάνου
Από την μπαλάντα στο χέβι μέταλ

Τ​​ο δοκίμασαν κάποιοι Βρετανοί πριν από τις εκλογές σαν κοινωνικό πείραμα: Καλούσαν τους «φίλους» τους στα κοινωνικά δίκτυα που είχαν άλλη πολιτική προτίμηση να εκδηλωθούν. Ηθελαν έτσι να επιβεβαιώσουν αν όντως έχουν κλειστεί σε «φούσκα» – στον ομογενοποιημένο μικρόκοσμο όπου καταλήγει κανείς, αφού έχει εξορίσει τους αντιφρονούντες, να ακούει μόνο την ηχώ των δικών του απόψεων.

Προορισμένη να αντηχήσει μέσα σε αυτό το αόρατο κέλυφος ήταν μάλλον και η ανάρτηση της Αφροδίτης Μάνου για τον Σόιμπλε. Προοριζόταν για όσους είναι ήδη πεπεισμένοι ότι ο Γερμανός υπουργός Οικονομικών είναι «παράφρων», «σαδιστής», «λαομίσητος», «Αδόλφος» και βεβαίως «παραπληγικός», που δεν αξίζει καν να «τον κατατάσσει κανείς στους ανθρώπους». Τίποτε από όλα αυτά δεν είναι δική της επινόηση. Μόνον όποιος έλειπε από την Ελλάδα την τελευταία επταετία –όποιος, ας πούμε, δεν έχει μπει σε αθηναϊκό ταξί ή δεν έτυχε να ακούσει πρωινό κήρυγμα στο ραδιόφωνο– μπορεί να αιφνιδιάστηκε από αυτό το είδος λόγου.

Τι είναι ο λόγος της Μάνου; Δημόσιος ή ιδιωτικός; Πρέπει να υπακούει στον νόμο και την πολιτική ορθότητα ή μπορεί να έχει την ακατάσχετη ροή του παραληρήματος; Πρέπει μια λοξή γλώσσα, όπως αυτή της Μάνου, να αυτολογοκρίνεται ή οφείλουμε να τής συγχωρήσουμε, καλλιτεχνική αδεία, την υπερβολή; Στα κοινωνικά δίκτυα αυτές οι διακρίσεις είναι πια ανέφικτες. Το μέσο σε παρασύρει να φωνάξεις, σαν να απευθυνόσουν μόνο στον καθρέφτη σου.

Φωνή υγρή, που ταίριαζε μάλλον σε μπαλάντες αστικής μελαγχολίας, η Μάνου δεν «φώναζε» ούτε όταν, νέα ακόμη, συνόδευε το αντάρτικο «χέβι μέταλ» της αδελφής της – της Μαρίας Δημητριάδη. Η υποτροπή από την μπαλάντα στο αντάρτικο ήταν, πάντως, η πορεία που ακολούθησαν στην κρίση οι περισσότεροι ομότεχνοί της – ιδίως όσοι ανήκαν σε αυτή, την πρώτη μεταπολιτευτική, γενιά που είχε τη «συνδικαλιστική» προπαίδεια για να ακολουθήσει τον συρμό του θυμού.

Η προσδοκία ότι αυτές οι φωνές θα μιλούσαν με συνείδηση «δημοσίου προσώπου», ότι θα μπορούσαν να αρθούν πάνω από την περιρρέουσα χολή, ήταν υπερβολική. Αφού αυτοί που είχαν επαγγελματικό καθήκον ψυχραιμίας –οι δημοσιογράφοι και οι πολιτικοί– είχαν αποχαλινωθεί, πώς μπορούσε κανείς να ζητάει να τιθασευτούν οι καλλιτέχνες, που στο κάτω κάτω έχουν και δικαίωμα στην παρόρμηση;

Κι όμως. «Επαγγελματίες» και «ερασιτέχνες» διαμορφώνουν τη δημόσια σφαίρα εξ ίσου· κι ίσως οι δεύτεροι, οι επιφανείς μη ειδικοί, τη διαμορφώνουν ακόμη πιο επιδραστικά από τους απονομιμοποιημένους επαγγελματίες.

Κανένας κανόνας δεν μπορεί να εμποδίσει τον ανεύθυνο λόγο. Καμία «ορθότητα» δεν μπορεί να αναγκάσει τον καλλιτέχνη να παθιάζεται, χωρίς να φανατίζεται. Να καταγγέλλει χωρίς να μισεί. Να βρίζει χωρίς να γίνεται αυτό που βρίζει. Είναι ελεύθερος να φωνάζει μέχρι να κουφαθεί.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ