Γράμματα Αναγνωστών

ΠΟΛΙΤΙΚΗ

ΕΤΙΚΕΤΕΣ: Γραμματα Aναγνωστων

Καθρέφτης μας οι πινακίδες

Κύριε διευθυντά
Περιφερόμενος πρόσφατα στο Παλαιό Φάληρο, έζησα, για ακόμη μία φορά, την οδύσσεια του να αγωνίζεται κανείς, και μάλιστα οδηγώντας, να διαβάσει τις πινακίδες των δρόμων. Το 99% των πινακίδων είναι σκεπασμένο με αυτοκόλλητα, σαδιστικά τοποθετημένα έτσι ώστε να καλύπτουν τα ονόματα των οδών. Το φαινόμενο δεν είναι βέβαια αποκλειστικό του Φαλήρου και επεκτείνεται στις πινακίδες της Τροχαίας και σε κάθε άλλου είδους πληροφοριακά σήματα.  Δεν είναι ίσως το σημαντικότερο πρόβλημά μας, όμως είναι, πιστεύω, χαρακτηριστικό. Συνειδητοποιώ ότι κάτι τέτοιο θα ήταν αδιανόητο σε οποιαδήποτε πολιτισμένη χώρα του κόσμου. Οχι μόνο ο βανδαλισμός αλλά και το γεγονός ότι επί χρόνια δεν έχει υπάρξει ούτε θεραπεία ούτε καν αντίδραση, καθώς έχουμε πλέον όλοι εθιστεί στο να αποδεχόμαστε την παρανομία, την ασέβεια και τη «γυφτιά».  Δεν ευθύνεται η πολιτεία για τα δεινά μας αλλά εμείς οι ίδιοι, που εκλέγουμε τους κυβερνήτες μας και που αδιαφορούμε για τον πολιτισμό, την αξιοπρέπεια και ποιότητα της κοινωνικής μας ζωής.

Οσο οι Ελληνες πολίτες παραμένουμε σ’ αυτό το πνεύμα, πιστεύοντας ότι κάποιοι άλλοι είναι υπεύθυνοι, ελπίδα σωτηρίας δεν πρόκειται να υπάρξει. Και η ένδοξη ιστορία της πατρίδας μας, για την οποία υπερηφανευόμαστε, θα μένει για πάντα θαμμένη στο παρελθόν.

ΥΓ.: Εάν θα θέλαμε να εκφράσουμε με μια λέξη τα συναισθήματα που προκαλεί αυτή η κατάσταση, φοβάμαι ότι αυτή θα ήταν το μονολεκτικό άρθρο του Τάσου Γιαννίτση «Εμετός» («Καθημερινή» 28-5-17).

Ιωαννης Βουλιουρης, Συντ. Φυσικός - Ηλεκτρον. μηχανικός

Στη σέντρα για... το ποδόσφαιρο

Κύριε διευθυντά
Πριν από λίγες μόλις μέρες έγραψα σχετικά με τις πανελλήνιες εισαγωγικές εξετάσεις στα ανώτατα ιδρύματα. Μα να που πάλι ένα σχόλιο στο «Δελτίο» της Ομοσπονδίας Λειτουργών Μέσης Εκπαίδευσης, του 1932 (πρωθυπουργός Ε. Βενιζέλος, υπουργός Παιδείας Γ. Παπανδρέου), που δημοσιεύει ο Αλέξης Δημαράς στον Β΄ τόμο της Μεταρρύθμισης που δεν έγινε, μας κάνει να σκεπτόμαστε πόσα θα μπορούσαν να είχαν γίνει πριν φθάσουμε στα πρόσφατα γεγονότα του Βόλου με τις συμπλοκές οπαδών.

Το παραθέτω ολόκληρο. Σχόλιο στο «Δελτίον» της Ομοσπονδίας Λειτουργών Μέσης Εκπαίδευσης: «Εις των κυριοτέρων εχθρών των σχολείων και πάσης παιδεύσεως δυναμένης εκ τούτου να προέλθη κατήντησε το ποδόσφαιρον. Οι μαθηταί των σχολείων τόσο της πρωτευούσης όσον και των επαρχιών καταγίνονται από πρωίας μέχρι εσπέρας εις το να λακτίζουν ό,τι ευρεθή εμπρός των, και οι καθηγηταί του κάκου ίσως προσπαθούν να τρέψουν τον νου των εις κάτι ευγενέστερον από τη διαρκή απασχόλησιν με τους ποικίλους αγγλικούς όρους του ποδοσφαίρου, να ηρωοποιήσουν δι’ αυτούς προσωπικότητας άλλας από εκείνας του “μέσα δεξιά” ή “έξω αριστερά” του ποδοσφαίρου. Οι πατέρες αναγκάζονται να καταβάλλουν κάθε φοράν εις τους απαιτητικούς υιούς των το τίμημα της εισόδου εις τα αθλητικά γήπεδα, ενώ και αυτοί οι δρόμοι ακόμη μεταβλήθησαν εις τοιαύτα διά την ικανοποίησιν μιας ολεθρίας μανίας. Τα ευγενή αθλητικά ιδεώδη της αρχαιότητος υπεχώρησαν ενώπιον των εκκωφαντικών ιαχών, βλασφημιών και βαναυσοτήτων που συνοδεύουν τα λακτίσματα των ποδοσφαιριστών εις τα γήπεδα. Είναι καιρός η Διεύθυνσις της Σωματικής Αγωγής του Υπουργείου της Παιδείας να εξυγιάνει τον νουν των Ελληνοπαίδων γενικώς από τη μανία του ποδοσφαίρου, διαδίδουσα διά των σχολείων μεγάλην ποικιλίαν υγιεστέρων, ευγενεστέρων, λογικοτέρων και τερπνοτέρων παιδιών, αίτινες δεν θα οδηγούν τα παιδιά εις πείσματα, φιλονικίας και ύβρεις. Από το Κράτος εξ άλλου περιμένουμε να παύση υποστηρίζον το ποδόσφαιρον και να αυξήση τα έσοδά του επιβάλλον την προσήκουσα φορολογίαν εις τούτο κατά τους χαλεπούς τούτους καιρούς, καθ’ ους και επί των πενιχρών απολαυών των δημοσίων υπαλλήλων έθεσε χείρα».

Λίγο υπερβολικό θα μου πείτε. Και φυσικά θα συμφωνήσω. Ομως μέσα στην υπερβολή του μήπως έχει και κάποιες αλήθειες; Αν, λέω αν, από το 1932 το ποδόσφαιρο ήταν απλά και μόνο άθλημα, ένα μέσα σ’ όλα, αν, λέω αν, διατηρούσε κάποια από τα αθλητικά ιδεώδη της ελληνικής αρχαιότητας και όχι αυτά των ρωμαϊκών αγώνων στο Κολοσσαίο, μήπως θα είμαστε λίγο καλύτερα;

Αν το σχολείο είχε αναπτύξει τυχόν την κρίση, την υπευθυνότητα του ατόμου - πολίτη, μήπως ο Ελληνας δεν θα χόρταινε μόνο με άρτο και θεάματα και σε λίγο μόνο με θεάματα; Πολύ διαδεδομένο ναρκωτικό το ποδόσφαιρο. Ξεχνάς τα πάντα.

Παρακολουθώ τις συζητήσεις των ποδοσφαιρόφιλων στο καφενείο. Πού πήγε ο Homo sapiens;

Μαρω Καρδαμιτση Αδαμη

Λεξιπενία και παρακμή

Κύριε διευθυντά
Η παρακμή που βιώνει το εκπαιδευτικό μας σύστημα δεν ξέσπασε ως κεραυνός εν αιθρία. Ηταν αναμενόμενη ύστερα από όλες τις πολιτικές και κομματικές επεμβάσεις στη λειτουργία του σχολείου, από συστάσεώς του – τόσο στη μορφή όσο και στο περιεχόμενο των σπουδών. Και αυτό γιατί το κόμμα προηγήθηκε των επιστημόνων και η κάθε αλλαγή εξυπηρετεί, κάθε φορά, την εκάστοτε κομματική τοποθέτηση, ακόμα και στο γλωσσικό ζήτημα, το οποίο ποτέ δεν έπαψε να μας απασχολεί…

Το μεγάλο και πρώτο θύμα είναι η γλώσσα στην ενιαία της μορφή. Κατά τη μετάβαση από το Δημοτικό στο Γυμνάσιο, διαπιστώνουμε ότι ο μαθητής δυσκολεύεται ή αδυνατεί ή δεν κατανοεί (πώς) να συνδέσει λόγιες λέξεις ή λέξεις της νεοελληνικής που χρησιμοποιούμε καθημερινά με την αρχαία λέξη, από την οποία προκύπτουν ή με την οποία σχετίζονται, ενώ διαθέτει όχι μόνο ένα εξαιρετικά περιορισμένο λεξιλόγιο αλλά και μια αδυναμία τόσο στην απομνημόνευση ενός ολιγόστιχου κειμένου όσο και στην αναπαραγωγή του χρησιμοποιώντας τις δικές του συνθετικές δυνατότητες.  Αυτή η λεξιπενία συνεχίζεται και στο Λύκειο με έντονο το αποτύπωμα στον γραπτό λόγο. Η αδυναμία της επιχειρηματολογίας κάνει τα δοκίμιά του, τα οποία πια μετριούνται στα δάχτυλα του ενός χεριού, να διακρίνονται από μια ισοπεδωτική ομοιομορφία, στειρότητα απόψεων και αδυναμία χειρισμού του λόγου.  Η «γλωσσική αφασία» των παιδιών προκύπτει από τη γλωσσική πενία των ενηλίκων. Δίνουμε στα παιδιά ό,τι έχουμε, ό,τι γνωρίζουμε και ό,τι μπορούμε... Από κοντά, η πολιτεία η οποία ενώ υποτίθεται ότι κόπτεται για την «παιδεία του λαού» –με ό,τι αυτή συνεπάγεται– είναι αυτή που δίνει τη χαριστική βολή στις δυνατότητες της εκπαίδευσής τους.

Οταν περιορίζουμε τις εξετάσεις σε τέσσερα μόνο μαθήματα και ακρωτηριάζουμε το γλωσσικό μάθημα αποσυνδέοντας την αρχαία μορφή της γλώσσας από τη νέα, ενώ πρέπει να αντιμετωπίζεται ως ενιαίο μάθημα («Δεν υπάρχει αρχαία, μεσαιωνική και νέα γλώσσα. Η ελληνική γλώσσα είναι μία και ενιαία». Ν. Εγγονόπουλος), τους στερούμε τη δυνατότητα να βιώσουν τη χαρά της γνώσης και να θελήσουν να τη διευρύνουν. Αν δεν έχουν διδαχτεί σωστά τα αρχαία στο Γυμνάσιο, πώς θα τα παρακολουθήσουν στο Λύκειο όταν θα πρέπει, για πρώτη φορά, να εξεταστούν;

Κατά συνέπεια, η αδυναμία των πανεπιστημίων να απορροφούν τόσους φοιτητές όσους στέλνει κάθε φορά το υπουργείο για λόγους ψηφοθηρικούς, θα αντιμετωπιστεί εν τοις πράγμασι, de facto, χωρίς να χρειαστεί αλλαγή της θέσης του υπουργείου, επειδή το ίδιο το σύστημα θα έχει γίνει τόσο επιλεκτικό ώστε οι ξένοι φοιτητές, κάποια στιγμή, θα είναι περισσότεροι από τους γηγενείς που θα στρέφονται πια, μαζικά, σε τεχνικά επαγγέλματα όχι γιατί σε αυτά θα έχουν κλίση ή περισσότερες δυνατότητες απασχόλησης, αλλά γιατί η πολιτεία αυτή τη μορφή εκπαίδευσης θα τους έχει προβάλει εξ απαλών ονύχων, χωρίς εναλλακτική λύση και δυνατότητα επιλογής.

Πώς να διαλέξουν κάτι άλλο όταν δεν θα το έχουν γνωρίσει;

Ετσι θα γίνει και εδώ αυτό που γίνεται αλλού, σε ξένα πανεπιστήμια: οι θύρες των ΑΕΙ θα γίνουν la porte étroite (La porte étroite, νουβέλα του Γάλλου συγγραφέα André Gide), για λίγους και εκλεκτούς των οποίων οι γονείς θα έχουν τη δυνατότητα να αναζητήσουν και να πληρώσουν την εκλεκτή εκπαίδευση σε άλλους παρόχους!

Χαρικλεια Μυττα, Φιλόλογος

Αναμνήσεις, εμπειρίες πικρές και διδάγματα από τη δεκαετία του ’60

Κύριε διευθυντά
Με αφορμή τα πολύ ενδιαφέροντα δημοσιεύματα, το δικό σας και του κ. Στρατή Στρατήγη, επιτρέψτε μου να καταθέσω τις εμπειρίες μου αναφορικά με τα γεγονότα πριν από τη δικτατορία. Εμενα στα Εξάρχεια, υπηρετούσα στη Διοίκηση της Εθνικής Τράπεζας ως προϊστάμενος υπηρεσιών μελετών και προσέλκυσης επενδύσεων και τέλη του 1966 έφυγα με υποτροφία της γερμανικής κυβέρνησης για μετεκπαίδευση. Επί πολλά χρόνια, ιδίως δε την τριετία 1964-1966, η ζωή στο κέντρο της Αθήνας ήταν πράγματι ανυπόφορη. Συνεχείς απεργίες, διαδηλώσεις, κλειστοί δρόμοι, καταλήψεις και συγκρούσεις με την αστυνομία. Ανελέητος ο πόλεμος των ασύδοτων συνδικαλιστών κατά των πολυεθνικών επιχειρήσεων, των ξένων μονοπωλίων (ενώ πραγματικά μονοπώλια ήταν ΔΕΗ, ΟΤΕ, ΗΣΑΠ κ.λπ.), του ξένου κεφαλαίου και των επενδύσεων. Σε περιόδους μάλιστα ιδιαίτερα ευνοϊκές για την οικονομική ανάπτυξη της χώρας. Το κράτος είχε κυριολεκτικά διαλυθεί. Τρανή απόδειξη, η κατάληψή του από τους συνταγματάρχες μέσα σε λίγες ώρες! Σχετικά με τις ανωτέρω, εκτός πάσης λογικής κινητοποιήσεις, αναφέρω ενδεικτικά ότι στην Εθνική Τράπεζα έγινε απεργία με αφορμή το χρώμα των ειδικών στολών εργασίας των καθαριστριών (με δαπάνη της τράπεζας και ειδικό επίδομα). Επίσης, απεργία οι εισπράκτορες λεωφορείων και οι αρτεργάτες, ανταπεργία οι λεωφορειούχοι και οι ιδιοκτήτες αρτοποιείων, με τη θλιβερή κατάληξη, αστυφύλακες να κόβουν εισιτήρια και να ζυμώνουν ψωμί! Η κατάσταση ήταν δραματική, ιδίως στις τράπεζες και τις ΔΕΚΟ. Κράτος εν κράτει οι πανίσχυρες συνδικαλιστικές οργανώσεις των πιο προνομιούχων επαγγελματικών τάξεων. Απόλυτη αναξιοκρατία, λόγω των κομματικών - πελατειακών προσλήψεων και των χαριστικών προσλήψεων τέκνων υπαλλήλων, αλλά και των επίσης αναξιοκρατικών προαγωγών, που γίνονταν με βάση την περίφημη Επετηρίδα, δηλαδή τα χρόνια υπηρεσίας των υπαλλήλων!

Η αναξιοκρατία οργίαζε περισσότερο στις τράπεζες και τις ΔΕΚΟ, οι Οργανισμοί - Κανονισμοί των οποίων είχαν εγκριθεί με προεδρικά διατάγματα. Και τούτο, για τον πρόσθετο λόγο ότι τα πολιτικά δικαστήρια έκριναν τις προσφυγές υπαλλήλων για παραλείψεις προαγωγών ως κατάχρηση δικαιώματος (281 Α.Κ.), δηλαδή όχι ως εργατική διαφορά, αλλά ως αδικοπραξία (941 Α.Κ.). Συνακόλουθα δε, δεν επιδίκαζαν μισθολογικές διαφορές (εντόκως από τότε που οφείλονταν κ.λπ.), αλλά αποζημίωση λόγω αδικοπραξίας. Με αυτήν όμως την ερμηνεία –ότι οι εν λόγω Οργανισμοί -  Κανονισμοί είχαν ισχύ νόμου– για να δικαιωθεί ο μη προαχθείς υπάλληλος έπρεπε να αποδείξει κατάδηλη υπεροχή υπηρεσιακών και προαγωγικών προσόντων και κατάφωρη αδικία, έναντι άλλων προαχθέντων, αλλά και μη προαχθέντων (που θα εδικαιούντο προαγωγή, αντί του ενάγοντος), πράγμα σχεδόν αδύνατο. Αντίθετα, βάσει των διατάξεων του εργατικού δικαίου, αρκούσε η απόδειξη απλής υπεροχής και απλής αδικίας εις βάρος του ενάγοντος για τη δικαίωσή του.

Ετσι όμως κατέληξε κλητήρες, που προσλήφθηκαν σε νεαρή ηλικία με απολυτήριο δημοτικού και τελείωσαν νυχτερινό γυμνάσιο, να προάγονται σε διευθυντές και να τοποθετούνται ακόμη και ως διευθυντές στη διοίκηση της ΕΤΕ!

Αυτό το απαράδεκτο καθεστώς στις τράπεζες και τις ΔΕΚΟ ανετράπη, μετά την αρ. 33/1999 απόφαση του Ανωτάτου Ειδικού Δικαστηρίου, το οποίο δέχθηκε την προσφυγή μου στα διοικητικά δικαστήρια για επιδίκαση μισθολογικών διαφορών, αντί αποζημίωσης που μου είχε επιδικάσει ο Αρειος Πάγος, κατόπιν της αγωγής μου (τον Δεκέμβριο του 1987) για κραυγαλέες παραλείψεις σειράς προαγωγών μου, προσβολή προσωπικότητας για τις εν λόγω παραλείψεις προαγωγών κ.λπ. Η υπόθεση οδηγήθηκε στο Ανώτατο Ειδικό Δικαστήριο, λόγω διαφωνίας των Ολομελειών του Αρείου Πάγου και του ΣτΕ, αναφορικά με τα προαναφερθέντα νομικά θέματα, επί του συγκεκριμένου αιτήματός μου.

Συνακόλουθα, αντικαταστάθηκαν οι εν λόγω Οργανισμοί - Κανονισμοί Τραπεζών και ΔΕΚΟ με επιχειρησιακές συμβάσεις εργασίας. Παροδικά όμως γιατί, με την άνοδο του ΠΑΣΟΚ στην εξουσία, τις προαγωγές τις έκαναν οι περίφημες κλαδικές οργανώσεις των τραπεζών και των ΔΕΚΟ!

Τέλος, με τη δήλωση ότι για λόγους αρχών είμαι κατά πάσης μορφής δικτατορίας, υπενθυμίζω ότι η δικτατορία δεν δημιούργησε χρέη στην ταλαίπωρη χώρα.

Επίσης, εκτός από τις τρομακτικές απώλειες στην Κύπρο, με τη δικτατορία «εξιλεώθηκαν» τόσο οι πολιτικοί μας με το αποτυχημένο κομματικό - πελατειακό κράτος, όσο και η Αριστερά με τον αιματηρό εμφύλιο και τις συνεχείς μετέπειτα, καταστροφικές για την οικονομία, απεργιακές και επαναστατικές κινητοποιήσεις της.

Και, το χειρότερο, φούντωσε το αριστερό κίνημα και επεκράτησαν, παράλληλα με την οπισθοδρομική κουλτούρα της Αριστεράς και το δήθεν ηθικό πλεονέκτημά της, οι ακραίες τάσεις αριστεράς, δεξιάς και Ελλαδικής Εκκλησίας που οδηγούν τη χώρα στον όλεθρο.

Γρηγορης Γ. Βαρελας, Οικονομολόγος, απόφοιτος Ινστιτούτου Οικονομικής Ανάπτυξης της Διεθνούς Τραπέζης Ανασυγκροτήσεως και Αναπτύξεως, πρώην διευθυντής Διοίκησης ΕΤΕ, Θρακομακεδόνες Αττικής

Οταν ο Στάλιν είδε τους αριθμούς

Κύριε διευθυντά
Κατά τον Ντισραέλι υπάρχουν «τα ψέματα, τα μεγάλα ψέματα και οι στατιστικές». Ο κ. Τσίπρας, αφού επιδόθηκε σε ψέματα και μεγάλα ψέματα, καταφεύγει στο ανώτερο στάδιο της προπαγάνδας, τις στατιστικές.

Η μέθοδος, γνωστή από δεκαετίες, απευθύνεται στην εξαμερικανισμένη φαντασία μας μέσω στατιστικών επιτευγμάτων. Ενα μπαράζ από αριθμούς και συνήθως ποσοστά που προσφέρονται για βολικές συγκρίσεις καθηλώνει τον θεατή ή τον ακροατή, ο οποίος εξουθενωμένος από τον θόρυβο και τους πανηγυρισμούς ξεχνάει την πραγματικότητα που ο ίδιος βιώνει. Φαίνεται ότι οι στατιστικές είναι τόσο ισχυρό προπαγανδιστικό όπλο, ώστε η ηγεσία της Στατιστικής Υπηρεσίας σε ανελεύθερα καθεστώτα κινδυνεύει να κατηγορηθεί για υπονόμευση και προδοσία. Ο Στάλιν διέταξε την εκκαθάριση της Στατιστικής Υπηρεσίας της ΕΣΣΔ όταν δυσαρεστήθηκε από τα αποτελέσματα μιας απογραφής. Ο καθένας μπορεί να φανταστεί τι σημαίνει «εκκαθάριση» εκείνα τα χρόνια σε εκείνη τη χώρα με εκείνο το καθεστώς. Σε άλλες συνθήκες και άλλες εποχές, η δυσμένεια για στατιστικά στοιχεία που αντιστρατεύονται την προπαγάνδα επιφέρει ηπιότερες κυρώσεις. Απόδειξη οι ατελεύτητες δικαστικές περιπέτειες του Ανδρέα Γεωργίου που κατηγορείται επειδή αποκατέστησε την αξιοπιστία της ΕΛΣΤΑΤ μετά τον διεθνή διασυρμό των Greek statistics.

Ο Γεώργιος Παπανδρέου ειρωνευόταν τις «συγυρισμένες» στατιστικές με τη φράση «οι αριθμοί ευημερούν, αλλά οι άνθρωποι υποφέρουν». Δικαιώθηκε από τη θαυματουργή «διόρθωση» που έκανε πρόσφατα η ΕΛΣΤΑΤ στις εκτιμήσεις της για την πορεία της οικονομίας: σε 20 μέρες η μικρή ύφεση μετατράπηκε σε ελαφρά ανάπτυξη. Και η κυβέρνηση πανηγυρίζει διότι οι αριθμοί ευημερούν και πάλι.

Κωστας Γιαννοπουλος, Μαρούσι

Ο Κων. Μητσοτάκης και η Ναυτιλία

Κύριε διευθυντά
Ο Κωνσταντίνος Μητσοτάκης σφράγισε με την πληθωρική του παρουσία μια μακρά περίοδο της πολιτικής ιστορίας του τόπου. Οι θέσεις του απέναντι σε κρίσιμα θέματα, τις οποίες πάντοτε διατύπωνε με εξαιρετική παρρησία και χωρίς ποτέ να υπολογίζει το πολιτικό κόστος, δικαιώθηκαν σχεδόν στο σύνολό τους όσο ακόμα βρισκόταν στη ζωή. Απόλυτα δικαιολογημένες υπήρξαν όλες οι τιμητικές αναφορές απέναντι στον διακεκριμένο αυτό πολιτικό, τόσο από υποστηρικτές όσο και πολιτικούς του αντιπάλους. Γιατί ο Μητσοτάκης ήταν κατεξοχήν οπαδός της συναίνεσης. Εχοντας ο ίδιος βιώσει τα δεινά που προκάλεσαν στη χώρα διάφοροι εθνικοί διχασμοί στο μεγαλύτερο μέρος του 20ού αιώνα, γνώριζε ότι μόνο χάρη στη συναίνεση ο τόπος μας θα μπορούσε να πάει μπροστά. Ιδιαίτερα όσο αφορούσε τα εθνικά μας θέματα.

Ενας τομέας τον οποίο ο Μητσοτάκης θεωρούσε πάντοτε από τους κορυφαίους της χώρας, ήταν αυτός της εμπορικής ναυτιλίας. Τον αντιμετώπισε πάντοτε ως εθνικό κεφάλαιο και πολιτεύτηκε διακηρύσσοντας έμπρακτα την πεποίθησή του ότι είχε ανάγκη υπερκομματικής αντιμετώπισης. Λίγοι ίσως γνωρίζουν ότι ο Κωνσταντίνος Μητσοτάκης διετέλεσε δύο φορές υπουργός Εμπορικής Ναυτιλίας. Η πρώτη το 1965, παράλληλα με τα καθήκοντά του ως υπουργός Συντονισμού και το 1990, ενώ ήταν πρωθυπουργός. Και στις δύο περιπτώσεις, η θητεία του συνέπεσε με προσπάθειες που είχαν σκοπό την ενίσχυση του εθνικού νηολογίου αλλά και την ανάδειξη του Πειραιά ως μεγάλου ναυτιλιακού κέντρου. Χάρη στη σταθερή του πίστη στον φιλελευθερισμό, πέτυχε να εμπνεύσει τους εφοπλιστές, όπως ακριβώς τους είχε εμπνεύσει ο θείος του Ελευθέριος Βενιζέλος. Συγχρόνως όμως, έτρεφε απεριόριστη εκτίμηση απέναντι στον Ελληνα ναυτικό. Για τον λόγο αυτό, μία από τις πρώτες αποφάσεις της ιστορικής κυβέρνησης συνεργασίας της Νέας Δημοκρατίας με τα κόμματα της Αριστεράς το 1989, ήταν η θεσμοθέτηση της εναλλασσόμενης εκπαίδευσης στις ναυτικές σχολές. Η συγκεκριμένη πρωτοβουλία την οποία στήριξε δυναμικά ο ίδιος ο Μητσοτάκης, έδωσε πνοή στην υπόθεση της δημιουργίας νέων και καλά καταρτισμένων στελεχών για την εμπορική ναυτιλία.

Το τελευταίο κείμενο του Κωνσταντίνου Μητσοτάκη που αφορά την εμπορική ναυτιλία πριν από την αποχώρησή του από την ενεργό πολιτική στις αρχές του 2004, δημοσιεύθηκε τον Σεπτέμβριο του 2003. Ηταν η πολύτιμη συνεισφορά του σε αφιέρωμα του περιοδικού ΑΡΓΩ για τα 50 χρόνια από την απόφαση υιοθέτησης νέου θεσμικού πλαισίου για τη ναυτιλία από την κυβέρνηση Παπάγου το 1953. Το παραθέτω μιας και εμπεριέχει το απόσταγμα της φιλοσοφίας του Μητσοτάκη γύρω από τον εθνικό ρόλο της εμπορικής μας ναυτιλίας: «Οταν, συχνά, ερωτώμαι –ιδίως από ξένους– σε ποιους τομείς η νεωτέρα Ελλάδα επέτυχε να αναγεννηθεί πλήρως και να υπενθυμίσει ότι αποτελεί διάδοχο της δόξας της αρχαίας, αδιστάκτως απαντώ το εξής: Η νεώτερη Ελλάδα αναγεννήθηκε πλήρως σε δύο, κυρίως, τομείς: Στην ποίηση και στη θάλασσα! Πραγματικά διαπρέψαμε, με σειρά ολόκληρη μεγάλων ποιητών, στην πρώτη και με τα πλοία μας, τους εφοπλιστές και τους ναυτικούς μας, στη δεύτερη. Η ναυτιλία μας –κι αυτό πρέπει να λεχθεί ξεκάθαρα– είναι η δόξα της Ελλάδος. Οι Ελληνες ναυτικοί (και με τον όρο αυτό εννοώ όλον τον ναυτικό μας κόσμο) κατάφεραν να μας προσφέρουν μιαν ανεπανάληπτη εθνική πρωτιά. Και το κατάφεραν αποδεικνύοντας ταυτόχρονα ότι μπορούν να ανταγωνίζονται στο αμείλικτο διεθνές οικονομικό περιβάλλον επί ίσοις όροις και να επικρατούν. Ετσι, η ελληνική πλοιοκτησία κατέχει σήμερα πάνω από το 50% του συνολικού tonnage της Ευρωπαϊκής Ενωσης και το 17% περίπου του παγκόσμιου. Η θέση της σημαίας μας βέβαια, καίτοι υψηλή, δεν είναι εξίσου ισχυρή. Αλλά για τη διαφορά αυτή μεταξύ ιδιοκτησίας και σημαίας οφείλουμε, ως ελληνικό κράτος, να μεμφόμεθα κυρίως τον εαυτό μας. Στις πολιτικές μου ομιλίες της περιόδου 1989-90, το παράδειγμα στο οποίο ανέτρεχα για να αποδείξω τις δυνατότητες της Ελλάδος και των Ελλήνων σε σχέση με τα μέτρια, εντός της χώρας, οικονομικά μας επιτεύγματα αφορούσε την ελληνική ναυτιλία. Πάντοτε θεωρούσα ότι η ναυτιλία μας συνιστά το κατ’ εξοχήν παράδειγμα για όλους τους τομείς. Ενα παράδειγμα ικανό να μας εφοδιάσει με δύναμη και έμπνευση για αλλαγές σε ολόκληρη την οικονομική μας πορεία.

Η μεγάλη ελευθερία δράσεως που προσέφερε στους Ελληνες εφοπλιστές ο επί ίσοις όροις διεθνής ανταγωνισμός, σε σχέση με τα δεσμά που χάλκευε εντός των συνόρων το σύγχρονο ελληνικό κράτος για την επιχειρηματικότητα, είναι το στοιχείο εκείνο που κάνει τη διαφορά. Γι’ αυτό και πιστεύω ότι η φιλελεύθερη αντιμετώπιση των θεμάτων της οικονομίας πρέπει να παραδειγματιστεί από τα επιτεύγματα της παγκόσμιας ελληνικής ναυτιλίας. Αλλά το ελληνικό κράτος για να επωφεληθεί του παραδείγματος, πρέπει να κατανοήσει πολύ καλύτερα απ’ ό,τι πράττει σήμερα και τις δικές του συγκεκριμένες ευθύνες έναντι της ναυτιλίας. Με τη λήψη των κατάλληλων μέτρων από πλευράς ελληνικού κράτους, η διαφορά θέσεως μεταξύ πλοιοκτησίας και σημαίας θα μπορούσε να είναι πολύ μικρότερη. Για να ληφθούν όμως τέτοια μέτρα –και κυρίως για να αποδώσουν– πρέπει όλοι να αντιληφθούν ότι πλοιοκτησία, κράτος και εργαζόμενοι έχουν κοινό συμφέρον να επιβιώσει και να διαπρέψει η ναυτιλία μας. Ευτυχώς οι καιροί είναι και πάλι κατάλληλοι για τομές:

Η ελληνική κοινή γνώμη είναι λιγότερο δύσπιστη σήμερα προς την πλοιοκτησία απ’ ό,τι κατά το πρόσφατο σχετικά παρελθόν, όταν η δημαγωγία συσκότιζε τη γνώση και την ευθυκρισία. Σήμερα υπάρχει συμπάθεια και κατανόηση.

Αντιλαμβάνονται πλέον όλοι ότι η εμπορική μας ναυτιλία προσφέρει και δεν ζητά τίποτε απ’ το κράτος παρά μόνον να μη της θέτει άνισους όρους απέναντι στον σκληρό παγκόσμιο ανταγωνισμό. Ενα σχετικά καινούργιο πρόβλημα είναι φυσικά η έλλειψη επαρκούς έμψυχου δυναμικού, ναυτικών, για τα πλοία μας. Η ορθή όμως –και εκτεταμένη– προβολή των πλεονεκτημάτων της ναυτιλίας, τα κίνητρα, η παιδεία και ιδίως η αναβάθμιση της εικόνας του ναυτικού μπορούν να παίξουν καίριο ρόλο στο να ξεπεραστεί και αυτό το πρόβλημα. Ολα είναι άλλωστε και καλύτερα και πιο εύκολα σήμερα πάνω στο πλοίο.  Πρέπει οι νέοι της Ελλάδος να παρακινηθούν, αλλά και να βοηθηθούν, για να στραφούν και πάλι με αγάπη προς τη θάλασσα συνεχίζοντας τη μακραίωνη παράδοση της φυλής μας. Με αυτήν την ευχή και την ελπίδα, εκφράζω άλλη μια φορά την αγάπη μου και την αμέριστη συμπαράστασή μου προς ολόκληρο τον ναυτικό κόσμο της Ελλάδας».

Γιωργος Μ. Φουστανος, Ιστορικός ερευνητής

Μιθριδατισμός ενός λαού

Κύριε διευθυντά
Ο βασιλιάς του Πόντου Μιθριδάτης, που φοβόταν μήπως τον δηλητηριάσουν, έμαθε τον οργανισμό του να εθίζεται στο δηλητήριο, παίρνοντας καθημερινά όλο και πιο ισχυρή δόση, ώστε να αντέξει σταδιακά σε θανατηφόρα δόση. Αυτό το φαινόμενο ονομάστηκε από την επιστήμη μιθριδατισμός. Ο όρος αυτός χρησιμοποιείται για να περιγράψει τη σταδιακή εξοικείωση και αποδοχή γεγονότων που έως τώρα θεωρούνται ιδιαίτερα επικίνδυνα.

Καθημερινές σχεδόν ειδήσεις, πολλές από τις οποίες δεν γράφονται πια ούτε στα «ψιλά» των εφημερίδων ή στα δελτία ειδήσεων της τηλεόρασης. Φαίνεται πως εμείς, ως λαός, κάτι σοβαρό έχουμε πάθει ομαδικώς. Δεν εξηγείται αλλιώς γιατί τα παρακάτω γεγονότα του τελευταίου καιρού δεν δείχνουν να συγκινούν ούτε τους πολίτες ούτε την πολιτεία. Στον τοίχο κάποιου πανεπιστημίου γράφονται απειλητικά μηνύματα κατά καθηγητή. Κανείς, ούτε καν η πολιτεία, δεν αντιδρά· σε αίθουσα άλλου πανεπιστημίου εισβάλλουν ροπαλοφόροι και διακόπτουν με τη βία παράδοση μαθήματος. Κανείς δεν αντιδρά· οι δάσκαλοι (και οι καθηγητές) απορρίπτουν αναφανδόν την αξιολόγησή τους, προφανώς γιατί αξιολογήθηκαν άπαξ –όταν προσλήφθηκαν–, οπότε κάθε νέα αξιολόγηση (πράγμα που γίνεται στους εκπαιδευτικούς όλου του κόσμου) είναι περιττή· όποια ομάδα γουστάρει, μπαίνει σε δημόσιες υπηρεσίες, εφορίες, δημαρχεία, σχολεία, τα κάνει γυαλιά-καρφιά, αρπάζει και υπολογιστές και άλλα πράγματα αξίας και εξαφανίζεται. Αναρχοαυτόνομοι, με ορμητήριο το Πολυτεχνείο, επιτίθενται με μολότοφ και πέτρες σε μονάδα ΜΑΤ στην Πατησίων. Ομως… κανείς, ούτε καν η πολιτεία αντιδρά. Ομάδες νεαρών μπουκάρουν σε σταθμούς μετρό, σπάνε ακυρωτικά μηχανήματα ή καίνε λεωφορεία, κανείς δεν συλλαμβάνεται και ουδείς αντιδρά· η κυβέρνηση ομνύει ότι θέλει επενδύσεις (χωρίς αυτές δεν έρχεται αυτή η ρημάδα η ανάπτυξη), αλλά κάποιοι υπουργοί της ανακαλύπτουν δάση ή αρχαία στο Ελληνικό ή βάζουν συνεχώς προσκόμματα σε συμφωνημένες αποκρατικοποιήσεις. Ο κατάλογος είναι πολύ μακρύς και θα μπορούσα να συνεχίσω για σελίδες. Είναι φανερό όμως ότι ο Ελληνας δεν αντιδρά πια, γιατί πάσχει από μιθριδατισμό, έχει εθιστεί δηλαδή στα παραπάνω τοξικά φαινόμενα.

Σταυρος Σταφυλακης

Τα τραπουλόχαρτα και η πτώχευση

Κύριε διευθυντά
Ηταν νωπή στους πολιτικούς της μεταπολίτευσης η ξένη επιτροπεία που μας είχαν επιβάλει οι δανειστές στην προηγούμενη πτώχευση εν έτει 1898, η οποία διατηρήθηκε έως τη δεκαετία του 1970. Εμείς οι παλαιότεροι ζήσαμε εκείνο τον Διεθνή Οικονομικό Ελεγχο (ΔΟΕ) που έλεγχε μονοπωλιακά τα καύσιμα, το αλάτι, τα σπίρτα και τα τραπουλόχαρτα. Και σε εκείνη την πτώχευση, αν διαβάσει κανείς τους τότε χρονογράφους, βασίλευαν τα ίδια γονιδιακά ελαττώματα, όπως η διαπλοκή των κυβερνώντων με τους ισχυρούς παράγοντες της οικονομίας, οι πολλαπλάσιοι διορισμοί που σιτίζονται από τον κρατικό κορβανά, κοινώς ψηφοφόροι προς εξασφάλιση της πολυπόθητης εξουσίας. Το χρέος που παρέλαβε η μεταπολίτευση ήταν γύρω στο 20% του ΑΕΠ με τα δάνεια των αγροτών χαρισμένα και ξοφλημένα. Το Δημόσιο τότε απασχολούσε γύρω στους 300.000 υπαλλήλους, ενώ στις αρχές του 21ου αιώνα ο αριθμός αυτός πολλαπλασιάστηκε περνώντας το ένα εκατομμύριο χωρίς να σημειωθεί σημαντική ποιοτική διαφορά, αφού παντού βασιλεύει η ίδια γραφειοκρατία. Για τρεις δεκαετίες πορευτήκαμε αγκαλιά με τη λαμογιά και τη διαπλοκή χωρίς αξιοκρατία. Εστιάζαμε στο δέντρο που λέγετε εξουσία και αγνοούσαμε ολόκληρο το δάσος που λέγεται πατρίδα. Δανειστήκαμε υπέρμετρα πέντε φορές παραπάνω από τις αντοχές μας, χώρια τα εκατόν εξήντα δισ. που πήραμε χαριστικά από την Ε.Ε. για να αναπτυχθούμε. Αντί για υποδομές και μεταρρυθμίσεις αρκεστήκαμε στα πανηγύρια αντάμα με λαϊκισμό και δημαγωγία με απώτερο στόχο την εξουσία. Ετσι μεταξύ αστοχίας και ασωτίας το πολιτικό μας σύστημα οδήγησε τη χώρα σε μια πρωτόγνωρη πτώχευση και χωρίς ελπίδα. Αισίως διανύουμε επτά χρόνια από τη διαπιστωμένη πτώχευση, αποδεχθήκαμε τρία μνημόνια, υποθηκεύσαμε τη δημόσια περιουσία για 99 χρόνια κι από πάνω προτείναμε και αυτόματο κόφτη που ένας θεός ξέρει τι επιπτώσεις θα έχει όταν χρειαστεί να λειτουργήσει. Παρ’ όλα αυτά οι δανειστές και οι εταίροι δεν μας εμπιστεύονται, μας γνωρίζουν από το παρελθόν που όσους νόμους κι αν ψηφίζαμε έμεναν μόνο στα χαρτιά και τους θεσμούς ανήμπορους να πράξουν το καθήκον τους.

Δημητρης Μαυραειδοπουλος

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ