ΠΟΛΙΤΙΚΗ

Τα προβλήματα κάτω από το χαλί και το ΝΑΤΟ

Δρ ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΣ ΦΙΛΗΣ*

ΕΤΙΚΕΤΕΣ:

Η κατάσταση στη FYROM σταθεροποιείται προσωρινά μετά τον σχηματισμό κυβέρνησης μεταξύ Σοσιαλδημοκρατών και αλβανικών κομμάτων. Για να φτάσουμε σε αυτό το σημείο, χρειάστηκε η δυναμική παρέμβαση των ΗΠΑ και δευτερευόντως οι πιέσεις εκ μέρους της Ε.Ε., με αποτέλεσμα να μεταπεισθούν ο Γκρούεφσκι και ο συνοδοιπόρος του πρόεδρος Ιβάνοφ.

Πλέον, ο κυβερνητικός συνασπισμός βρίσκεται αντιμέτωπος τόσο με τα διαχρονικά οικονομικά προβλήματα που ταλανίζουν τη γειτονική χώρα και τα οποία επιδεινώθηκαν κατά τη διακυβέρνηση Γκρούεφσκι όσο και με τη μεταχείριση του τελευταίου, δεδομένου ότι ελέγχεται για σκάνδαλα διαφθοράς και υποκλοπών. Επιπρόσθετη δυσκολία εντοπίζεται στην άσκηση αποτελεσματικής διακυβέρνησης και ενώ οι μηχανισμοί εξουσίας έχουν αλωθεί από την προηγούμενη ηγεσία. Εκ των μεγαλύτερων προκλήσεων είναι ασφαλώς ο βαθμός ικανοποίησης των φιλοδοξιών της αλβανικής κοινότητας (κατά ορισμένους, η πλήρης υλοποίηση της Συμφωνίας της Αχρίδας αποτέλεσε προϋπόθεση για τη σύγκλιση με τους Σοσιαλδημοκράτες) και τι αυτή θα επιφέρει βραχυπρόθεσμα –ως προς τις αντιδράσεις από τους εθνικιστές Σλαβομακεδόνες– αλλά και μακροπρόθεσμα – αν δηλαδή καταστεί το αλβανικό στοιχείο συστατικό έθνος της ΠΓΔΜ, οδηγώντας εκ των πραγμάτων σε μια νέα πολιτειακή δομή.

Μετά την είσοδο του Μαυροβουνίου στο ΝΑΤΟ με διαδικασίες-εξπρές και τη συμμετοχή της Αλβανίας στον οργανισμό, ανοίγει ο δρόμος ώστε μία ακόμη βαλκανική χώρα να εισέλθει στο Βορειοατλαντικό Σύμφωνο. Οσο, μάλιστα, απομακρύνεται η προοπτική ένταξης των κρατών των Δυτικών Βαλκανίων στην ευρωπαϊκή οικογένεια, η απογοήτευση λαών και ηγεσιών επαναφέρει τα εθνικιστικά πάθη. Τα δεδομένα προβλήματα κρύφτηκαν για κάποιο διάστημα κάτω από το χαλί, αλλά η αδήριτη πραγματικότητα επανέρχεται. Οικονομική δυσπραγία, περιορισμένες επενδύσεις, υψηλά ποσοστά ανεργίας, εκτεταμένη διαφθορά, παντός είδους παράνομο εμπόριο χαρακτηρίζουν εν πολλοίς τη Δυτική Βαλκανική. Αθροίζοντας στην εικόνα την ύπαρξη δικτύων που συνδέονται με την τζιχαντιστική τρομοκρατία (ήδη από τα μέσα του 1990), ακόμη και στρατοπέδων εκπαίδευσης τρομοκρατών, σε συνθήκες αβεβαιότητας, η σταθεροποίηση της περιοχής καθίσταται επιτακτική ανάγκη. Σε δυτικούς κύκλους, ιδίως σε αμερικανικούς, επικρατεί η άποψη ότι καραδοκεί ο ρωσικός παράγοντας προκειμένου να εκμεταλλευθεί την αστάθεια ώστε να εγκαθιδρύσει την επιρροή του. Στη Μόσχα, άλλωστε, χρεώνουν την απόπειρα πραξικοπήματος στο Μαυροβούνιο για να ανασταλεί η είσοδος του στο ΝΑΤΟ και την υπόθαλψη εντάσεων κατά το δοκούν. Οι δε οικονομικοί και περισσότερο ενεργειακοί δεσμοί με τη Σερβία δεν περνούν απαρατήρητοι. Εκτιμάται, επίσης, πως η Ρωσία χρησιμοποιεί και το χαρτί της πολιτισμικής συγγένειας, προσεγγίζοντας το σλαβικό και ορθόδοξο στοιχείο ως δυνάμει προστάτιδα δύναμη. Αυτό βέβαια της αποστερεί ερείσματα στους Αλβανούς, ενώ η Μόσχα δεν μπορεί να προσφέρει ουσιαστική εναλλακτική στις χώρες της περιοχής έναντι της ένταξής τους σε Ε.Ε. και ΝΑΤΟ. Η Κίνα, πάντως, είναι αυτή που κάνει πλέον αισθητή την παρουσία της μέσω επενδυτικών σχεδίων, με έμφαση στον τομέα κατασκευών και υποδομών (π.χ. σιδηροδρομική σύνδεση Σερβίας - Ουγγαρίας).

Μέσα σε αυτό το περιβάλλον, λοιπόν, φαντάζει ζήτημα χρόνου να τεθεί επί τάπητος η είσοδος της ΠΓΔΜ στο Βορειοατλαντικό Σύμφωνο ως προϋπόθεση σταθεροποίησης της κατάστασης στο εσωτερικό. Αποτελεί, εξάλλου, και διακαή πόθο του αλβανικού πληθυσμού, που πλέον έχει μεγαλύτερο ρόλο στη λήψη αποφάσεων. Η νέα κυβέρνηση της γείτονος δείχνει μεν πρόθυμη να διακόψει την πολιτική της «αρχαιοποίησης», αλλά δύσκολα θα εμφανιστεί στις διαπραγματεύσεις πιο διαλλακτική, τόσο γιατί η ονομασία αποτελεί ζήτημα που υπερβαίνει τις διαφορές, τουλάχιστον μεταξύ των σλαβομακεδονικών κομμάτων, όσο και επειδή της ασκείται ήδη πίεση από τους εθνικιστικούς κύκλους, που την κατηγορούν για ενδοτισμό έναντι της Ελλάδας. Πάντως, η επιλογή ενός προσώπου που θεωρείται ειδικών αποστολών στη θέση του υπουργού Εξωτερικών συνηγορεί στην κατεύθυνση της προώθησης «αποτελεσματικών» λύσεων.

Η Αθήνα, παρότι στήριξε τα Σκόπια σε δύσκολες στιγμές (ενδεικτικά πέρυσι δεν συναίνεσε στην επιβολή ευρωπαϊκών κυρώσεων), ενώ προώθησε και μέτρα οικοδόμησης εμπιστοσύνης, ευρισκόμενη ακόμη και κατηγορούμενη για έμμεση υποστήριξη του προηγούμενου καθεστώτος, δεν μπορεί να ελπίζει σε κάτι περισσότερο από τη βελτίωση του κλίματος υπό τη νέα κυβέρνηση. Αν και επί του παρόντος η συζήτηση βρίσκεται σε θεωρητικό επίπεδο, εφόσον επανέλθει, η ελληνική κυβέρνηση θα βρεθεί σε δυσχερή θέση. Από τη μία, δεν μπορεί να διαφοροποιηθεί από τη θέση του Βουκουρεστίου (2008) περί μη ένταξης με προσωρινή ονομασία –μάλλον δεν θα προκύψει και η αναγκαία στήριξη/πλειοψηφία στο εσωτερικό/κοινοβούλιο–, από την άλλη, θα δυσκολευθεί να επιβάλει μια σύνθετη ονομασία erga omnes, με αρκετά πρακτικά προβλήματα να αναδύονται.

* Ο δρ Κωνσταντίνος Φίλης είναι διευθυντής Ερευνών Ινστιτούτου Διεθνών Σχέσεων. Το βιβλίο του «Πρόσφυγες, Ευρώπη, Ανασφάλεια» κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Παπαδόπουλος.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ