Ηλίας Μαγκλίνης ΗΛΙΑΣ ΜΑΓΚΛΙΝΗΣ

Νεκροταφείο

ΠΟΛΙΤΙΚΗ

Την περασμένη Τετάρτη μιλούσαμε για την εμπειρία τού να νοσηλεύεται επί μακρόν δικός σου άνθρωπος σε ελληνικό δημόσιο νοσοκομείο. Συνήθως, αυτές οι νοσηλείες διαρκείας έχουν μία κατάληξη: το νεκροταφείο. Κι ωστόσο, το νεκροταφείο είναι πιο υποφερτό απ’ το νοσοκομείο. Είναι το σπαρακτικό τέλος μιας εξαντλητικής διαδρομής, όπου μέσα στην αποκαρδίωσή τους, οι συγγενείς αποχαιρετούν τον άνθρωπό τους με ένα βαθύ, ανομολόγητο αίσθημα ανακούφισης: το αδιέξοδο που λιάνιζε νεύρα και συναισθήματα, βρίσκει τη λύση του, όσο αποκαρδιωτική κι αν είναι αυτή. Δεν θέλεις ο άνθρωπός σου να υποφέρει άλλο· δεν αντέχεις κι εσύ ο ίδιος να τον βλέπεις να υποφέρει.

Εννοείται ότι περισσεύουν ο θυμός, η αγανάκτηση, είτε προς τη συγκυρία (τη φύση, τον Θεό – ό,τι προτιμάτε) είτε προς τη νοσοκομειακή εμπειρία. Εξυπακούεται ακόμα ότι ο βαθύς πόνος κυριαρχεί σε κάθε ίνα του κορμιού σου, κόβει σε λωρίδες τη συνείδησή σου και τεμαχίζει τη μνήμη, την ίδια στιγμή που για όσους συνοδεύουν τον νεκρό πια ασθενή στην τελευταία του κατοικία, ο αναστεναγμός που αναδύεται εκ βαθέων περιέχει και μια επείγουσα ανάγκη ελέους για τον ίδιο τον εαυτό τους. Μαζί με τον τεθνεώτα ξεκουράζεται και ο εν ζωή, όσο κι αν οι ενοχές και η λύπη τον εμποδίζουν να το παραδεχθεί.

Η εικόνα εντός των τειχών του –όποιου– νεκροταφείου της πόλης είναι γνωστή σε όλους: φύγε εσύ, έλα εσύ. Παλιά πλέον ιστορία. Οι κάσες παίρνουν σειρά, οι ιερείς μασάνε τα λόγια τους ή τα προφέρουν «παπαγαλία», η όλη διαδικασία ενέχει μια τυποποίηση μέσα σε άφθονη ελληνική βαβούρα (η υποβλητικότητα και ο σεβασμός στην τελετουργία, θρησκευτική ή κοσμική, δεν είναι χαρακτηριστικά της φυλής μας, είτε μας αρέσει είτε όχι) και, στο τέλος, ο ίδιος ο θάνατος γίνεται απρόσωπος. Σαν να υποκρινόμαστε ότι κανέναν δεν χάσαμε κι ας τρέχουν τα δάκρυα.

Η φρεσκοτυπωμένη μέσα σου παρτιτούρα του πένθους περιέχει μόνον νότες της ελάσσονος κλίμακας πάνω στη στιγμή που, αίφνης, χαράζει μια νέα ζωή. Μια ζωή «χωρίς». Η απουσία απλώνει μια σκιά που μοιάζει να έρχεται απ’ το πουθενά, ειδικά όταν παύει το κλάμα και ο πόνος γίνεται πιο εσωτερικός. Ωσπου να βρει και η απουσία τον χώρο της μέσα σου, οριστικά και γαλήνια. Εξ ου και «συγχωρεμένος» αυτός που έχασες.
Κατά την καταληκτική ώρα του κονιάκ, στην ανάπαυλα των χειραψιών με αγαπημένους και αγνώστους, η μνήμη θεριεύει. Και τι να πρωτοθυμηθείς. Πατέρας, αδελφός, σύντροφος ζωής – κάθε σχέση περιέχει δεκάδες νησιά που αναδύονται στο αμνιακό υγρό της μνήμης. Και τώρα πώς θα ζήσω χωρίς...; Λες. Κι όμως, θα ζήσεις.

«Πού έστιν η του κόσμου προσπάθεια; Πού έστιν η των προσκαίρων φαντασία; Πού έστιν ο χρυσός και ο άργυρος; Πού έστιν των οικετών η πλημμύρα και ο θόρυβος;», διερωτάται η Νεκρώσιμος Ακολουθία. Ιδού πού: στη μνήμη της αγάπης, στη μνήμη των έργων του τεθνεώτος. Σε μια γλυκιά, κάποτε, χειρονομία σε μια δύσκολη στιγμή, σε ένα καθησυχαστικό νυσταγμένο βλέμμα νωρίς ένα πρωί – σε όλα εκείνα τα οικεία και τρυφερά που μας κάνουν να συνεχίζουμε παρά τα νοσοκομεία, παρά τα νεκροταφεία.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ