ΣΤΟΝ ΚΟΣΜΟ

Τα δοντάκια των Αγίων Σαράντα

Μυρένα Σερβιτζόγλου

ΕΤΙΚΕΤΕΣ:

-Μαμά, φτάσαμε στην θάλασσα;

-Ναι παιδί μου, φτάσαμε.

-Είσαι σίγουρη ότι φτάσαμε; Εγώ βλέπω μόνο το σπίτι του άλλου Θεούλη. Φτάσαμε επιτέλους;

Είχε όλο το δίκιο με το μέρος του να εξανίσταται για την πεντάωρη διαδρομή καταμεσήμερο  μέσα στο αυτοκίνητο. Είχε ξυπνήσει αργά το πρωί και χοροπηδούσε. –Μαμά, θα πάμε στην θάλασσα μακριά που είχαμε πάει με την γιαγιά; Ήταν πια απόγευμα και ο ήλιος ήταν γλυκός, και προτού προλάβουν να βουτήξουν ήρθε μήνυμα στο viber. «Σε παρακαλώ μην συνεχίζεις αυτήν την συζήτηση», απάντησε, και του έστειλε μια φωτογραφία με τον μικρό που ήδη κολυμπούσε. «Πάω να μπω κι εγώ, έχει γανιάσει».

Όλη η ταλαιπωρία τους οφειλόταν στο γεγονός ότι ενώ το παιδί ζητούσε απλώς θάλασσα, -και στο Δυρράχιο να πηγαίνανε που είναι χώμα και νερό, ευχαριστημένο θα ήτανε-, η ίδια ήθελε θάλασσα που να υπόσχεται, να τάζει.

Το μέρος ήταν ανεκδιήγητης ομορφιάς, -καίτοι κακοποιημένο από την ανθρώπινη παρέμβαση-, τα νησάκια θύμιζαν εκείνα στο Νυδρί που έχει στα σπλάχνα της η Λευκάδα, ενώ ταυτόχρονα τα νερά ήταν κυανά με το χρώμα που έχουν τα δυτικά της παράλια, το Πόρτο Κατσίκι και οι Εγκρεμνοί. Ούτως ή άλλως μία συνέχεια ήτανε. Τις γραμμές τις χαράζουν οι άνθρωποι.

Αυτό το τοπίο, το οποίο το είχε πρωτοαντικρίσει έναν περίπου χρόνο πριν, έναν Απρίλη υπό απίθανη νεροποντή και θορυβώδες χαλάζι από ψηλά, πηγαίνοντας από το Δέλβινο προς το Μουρσί, την είχε ενθουσιάσει. Ο οδηγός της εξηγούσε τι ακριβώς είναι αυτές οι γλώσσες θάλασσας και γης που απλώνονταν εκ δεξιών τους, και της έδειχνε σε ποιο σημείο ακριβώς είναι χτισμένο το Βουθρωτό. Αλλά έπρεπε να είναι καλοκαίρι, και να ρθει σε αυτά τα καταγάλανα νερά, και να βαδίσει σε τούτη την κατάλευκη άμμο, για να καταλάβει για πολλοστή φορά στην ζωή της ότι οι άνθρωποι είναι σαν τον τόπο τους. Και ότι κάθε τόπος βγάζει και άλλους ανθρώπους.

Συνεπώς δεν θα μπορούσε διόλου να είναι τυχαία η γλύκα των Σαραντινών και των Βουρκάρηδων, η βαθιά χαρά, η αμεριμνησία τους, η πίστη που έχουν οι Βουρκιώτες. Οι Χειμαρραίοι πάλι που διαβιούν αιώνες μέσα σε μια άγρια και δύσβατη ομορφιά, είναι καπεταναίοι και απόκρημνοι σαν τους ορμητικούς χείμαρρους του Πύλιουρι και τους γκρεμούς του Λογαρά. Δεν είναι τυχαίο ότι από όλους τους Ηπειρώτες μονάχα εκείνοι δεν υπέγραφαν την Πρωτόκολλο της Κέρκυρας το 1914. «Ένωσις ή θάνατος» αντέτειναν. Ενώ οι Δροπολίτες και οι Καστρινοί έχουν αυτόν τον δεύτερο χρόνο, την οχύρωση του Αργυροκάστρου, τον υπολογισμό που χρειάζεται ένας κάμπος απέραντος σαν πέλαγος, όπως της Δεροπόλεως για να καλλιεργηθεί και να αποδώσει.

Λίγο μόνο προτού ο ήλιος δύσει, για να μην οδηγήσει χωρίς φως, επέστρεψαν στην πόλη για να παραδοθούν σε ξεσλόγιαστο σεργιάνι στο παλιό λιμάνι. –Κοίτα τα φώτα απέναντι, έλεγε και ξανάλεγε στον μικρό, είναι η Κέρκυρα, είναι Ελλάδα. –Εκεί είναι η γιαγιά η Αθηνά, ρωτούσε εκείνο διεγερμένο.

Την επομένη, εφτά και σαράντα το πρωί είχε έρθει μήνυμα στο viber.

«Καλημέρα. Πού είναι αυτή η φωτογραφία;» Ο παραλήπτης με αξιοσημείωτη χρονοκαθυστέρηση άνω του δωδεκαώρου είχε προφανώς αναγνωρίσει το νησάκι στο Εξαμίλι. «Καλή ημέρα και σε εσένα. Στην Γαλλική Πολυνησία» «Τι λες μο;» «Το supermarket Bora Bora έγραφε, είχε και ένα τζαμί δίπλα. Να μην πιστεύω στα μάτια μου;» Και του έστειλε μία ακόμη φωτογραφία του μικρού με φόντο τον γραφικό πέτρινο φάρο από το λιμανάκι. «Πότε βγήκε αυτή η φωτογραφία;» «Χθες βράδυ που έβλεπες μπάλα» «Με είδες; Και γιατί δεν μίλησες;» συνέχισε στέλνοντας την φωτογραφία μίας νεόδμητης σχετικά εκκλησίας στο βουνό με μουσαμαδένιες τέντες στην αυλή της. «Είμαι σε πανηγύρι στο χωριό Κομμάτι.  Είναι γύρω στα τριάντα χιλιόμετρα ανατολικά από τους Αγίους Σαράντα. Θα σου έλεγα να έρθεις αλλά είναι χάλια ο δρόμος, αν θες να στείλω αμάξι». «Ήρθα εδώ γιατί φοβήθηκα τον Λογαρά, αλλά μετά τις Γεωργουτσάτες που άρχισαν οι στροφές μου πάγωσαν τα πόδια. Στο δε κανάλι μετά την Μπίστριτσα είχα παγώσει ολόκληρη. Να σαι καλά, σε ευχαριστώ, θα πάω τον μικρό θάλασσα, για αυτό ήρθαμε».

Ο μπομπιρίξ που είχε εν τω μεταξύ ξυπνήσει, -είχε πια σχεδόν μεσημεριάσει-, αγνάντευε το γαλάζιο από το διάφανο μπαλκόνι του ξενοδοχείου. –Καλημέρα μαμά, καλημέρα Νικόλα, καλημέρα κόσμε! Θα πάμε στην αγαπημένη μου θάλασσα; Καίτοι ούτε καν τεσσάρων, μόλις την δεύτερη ημέρα της παραμονής τους στον τόπο αυτό, είχε συνειδητοποιήσει ότι η θάλασσα δεν είναι μία, ότι οι θάλασσες είναι πολλές, και ότι το βάρος του ανθρώπου είναι να έχει μία  αγαπημένη.

Εκεί στο ακροθαλάσσι που δεν χόρταινε τον αέρα και το φως, σκεφτόταν ότι την θάλασσα είναι ο ορίζοντας που την κάνει θάλασσα, ενώ προσπαθούσε να συντονιστεί με τα διαλυμένα της σπλάχνα. Στα σωθικά της ήταν σαν να είχε εκραγεί μία μικρή πυρηνική βόμβα, έτσι αισθανόταν μετά από την δίχρονη παραμονή της στα Τίρανα. Στις τελευταίες ιατρικές εξετάσεις οι γιατροί της είχανε πει ότι μέχρι και ο φάρυγγάς της βρισκόταν σε φλεγμονή από τις τοξικές ουσίες. Στην αλβανική πρωτεύουσα η ατμοσφαιρική ρύπανση ανέρχεται επίσημα 40% άνω των επιτρεπόμενων ευρωπαϊκών ορίων, πρόκειται για το τέταρτο στον κόσμο πιο δολοφονικό καυσαέριο, καθώς η πόλη κατατάσσεται τέταρτη όσον αφορά τους θανάτους που οφείλονται σε περιβαλλοντική μόλυνση. Μόνο το 2016 οι θάνατοι στην αλβανική επικράτεια είχαν αυξηθεί 60% σε σύγκριση με το προηγούμενο έτος. Κοιτούσε την ομορφιά στην φύση, και προσπαθούσε να μην σκέφτεται, παραδιδόταν στον τρόπο που αγαπιόντουσαν στο μέρος αυτό τα νησάκια, η άπειρος γη και τα στενά της θάλασσας.

Το βράδυ επανέλαβαν με ευλαβική ακρίβεια το ίδιο δρομολόγιο στην προκυμαία, και αποκαμωμένοι από το αλάτι και το ιώδιο κοιμήθηκαν για να μπουν στο αύριο, ημέρα αναχώρησής τους, ανήμερα του Αγίου Πνεύματος. Το παιδί μόνο με γοερά κλάματα μπήκε στο αυτοκίνητο για να αποχωριστεί την αγαπημένη του παραλία, και εκείνη το άφηνε να χορτάσει κλάμα για να το πάρει ο ύπνος, ούτως ώστε τουλάχιστον κατά την πρώτη ώρα της διαδρομής, που στην κυριολεξία έτρεμε να είναι αποκοιμισμένο.

Ξεκίνησαν από το κέντρο του Εξαμιλίου, διέσχισαν παρόχθια όλη την λιμνοθάλασσα του Εθνικού Πάρκου του Βουθρωτού, και εκεί στο καίριο σταυροδρόμι, κοντοστάθηκε. Αφού κοίταξε με όλη της την δύναμη την διακλάδωση του δρόμου προς αριστερά, με την πινακίδα  όπου αναγραφόταν στα αλβανικά Σαράντι, και πρόσεξε πόσο λαμποκοπούσε μέσα στο απομεσήμερο ένα ευμεγέθης κάκτος, έστριψε δεξιά. Θα περνούσε από το χωριό Τσούκα, μετά από το Μετόκ, προφανώς ελληνιστί Μετόχι, για να συναντήσει την πρώτη πινακίδα για Αργυρόκαστρο και Αυλώνα. Τον γνώριζε τον δρόμο, τον είχε μάθει από έξω. Θα διέσχιζε τον Μεσοπόταμο έχοντας το κανάλι εκ δεξιών, και στο τέλος θα περνούσε μία μικρή γέφυρα για να έχει από εκείνη την στιγμή και έπειτα το ποτάμι εξ ευωνύμων. Αυτό το κομμάτι της διαδρομής  κατά μήκος του καναλιού της Μπίστριτσας ήταν για εκείνη το δεύτερο πιο δύσκολο του δρόμου που ενώνει τους Αγίους Τεσσαράκοντα με την εθνική και το Αργυρόκαστρο. Μετρούσε τα κονοστάσια στις όχθες του και μούδιαζε σύγκορμη, είχε σκεφτεί στον ερχομό να ρωτούσε τους ντόπιους το βάθος του, αλλά κατέληξε ότι θα ήταν προτιμότερο να μην γνωρίζει. Ο ταξιδιώτης ακολουθούσε αυτό το νερένιο σχοινί ξεγελασμένος από την δροσιά και το κελάρισμά του για να ανηφορίσει μέσα από ένα κατάφυτο προμυθικού κάλους φαράγγι στην Μπίστριτσα, να συνεχίσει για Δρόβιανη έπειτα από έμπλεες συγκινήσεων στροφές, για να καταλήξει στην ράχη του βουνού, την ξακουστή Μουζίνα, εκεί που οι πλαγιές του βουνού τέτοια εποχή, αρχές Ιούνη, είναι χρυσαφιές, κατάμεστες από κίτρινα άνθη.

Αυτό ακριβώς είναι το σημείο καμπής, στο οποίο το ολοπράσινο βουνό μεταμορφώνεται σε ένα ξερό, φαλακρό όγκο, τον οποίο διαπερνούν υπό οξεία κλίση στρώματα υπόλευκων πετρωμάτων. Και όλο αυτό το ύψωμα πρέπει να το κατέλθεις απότομα ακολουθώντας μύριες όσες στροφές από έναν στενό ασφαλτοστρωμένο δρόμο, κατά τον οποίο δεν σε χωρίζει τίποτα από τον γκρεμό παρά μόνο τα δοντάκια των Αγίων Σαράντα. Έτσι τα είχε ονομάσει την πρώτη φορά που τα ανέβαινε, στα μάτια της έτσι είχαν φαντάσει. Δοντάκια, γιατί είναι λευκά, φτιαγμένα από τις πέτρες τις περιοχής, ασβεστωμένα, σε μικρά σχήματα που έτσι όπως σκαρφαλώνουν το βουνό ομοιάζουν με νεογιλά δόντια που ξεφύτρωσαν στο πουθενά, να προστατεύουν τους διερχόμενους. Των Αγίων Σαράντα, διότι ο δρόμος οδηγούσε εκεί, με τον ίδιο ακριβώς τρόπο που όταν είχε πρωτοφτάσει στα Τίρανα και ρωτούσε γιατί αυτόν τον δρόμο τον λένε Καβάγιες, Ντούρες ή Ελμπασάνιτ, της απαντούσαν μα γιατί βγάζουν στην Καβάγιες, το Δυρράχιο ή το Ελμπασάν, αντιστοίχως.

Και μόνο αφού κατέβηκε όλα αυτά τα δοντάκια, με την ψυχή στο στόμα, χρονομετρώντας την απόσταση, γιατί την ανακούφιζε τα πιο εφιαλτικά τμήματα της διαδρομής να τα χρονομετρεί με ακρίβεια δευτερολέπτου, εκεί στο ένατο λεπτό, που οι ρόδες διέσχιζαν την κεντρική οδό από τις Γεωργουτσάτες, αναγνώρισε το ανοιχτόχρωμο πουκάμισό του μέσα στο σκούρο αυτοκίνητο, όπως τον φώτιζε όλος ο ήλιος από την Δύση, προς την οποία κατευθυνόταν για να ανέβει το βουνό. Το θεώρησε απρέπεια προς την ιστορία να μην το χαιρετήσει, περιορίζοντας εαυτήν σε ένα ολιγόλεκτο μήνυμα. «Γεια σου! Καλή ανάβαση!»
-Γιατί εσύ με βλέπεις κι εγώ δεν σε βλέπω, την κάλεσε αυθωρεί για να ζητήσει το λόγο. Έχεις δέκα λεπτά να σταματήσουμε εδώ στο χωριό στο καφενείο;

Δεν είχε δέκα λεπτά φυσικά, δεν είχε ούτε πέντε, αλλά από εκτίμηση και σεβασμό, δεν μίλησε, μήτε αντείπε. Δεν θυμάται ποιος από τους δύο ντρεπόταν πιο πολύ. Εκείνη που ήταν από την θάλασσα, μέσα στην άμμο, ή εκείνος «Κοίτα πως είμαι, μέσα στις σκόνες από την οικοδομή, από το τρέξιμο δεν προλαβαίνω ούτε το αυτοκίνητο να πλύνω». Την σαστιμάρα τους διέκοψε το ακόμη μεγαλύτερο αποκάρωμα των θαμώνων του καφενείου, οι οποίοι με μία συντονισμένη κλίση της κεφαλής και αμίλητοι, -όλες οι συζητήσεις είχαν μεμιάς διακοπεί-, παρακολουθούσαν το παράταιρο θέαμα. Έναν δικό τους, μία ξένη, με ένα μωρό «ξεφορεμένο», μόνο με το μαγιό, και ένα χαρωπό λευκό σκυλάκι. Εκείνος κατευθύνθηκε προς το πιο απόμερο γωνιακό τραπεζάκι της αυλής, και η υπόλοιπη κουστωδία απλώς ακολούθησε.
-Είναι μία καλή φίλη από τα Τίρανα, έδωσε εξηγήσεις στον καταστηματάρχη, που είχε καταφτάσει αυτοπροσώπως να χαιρετήσει, και η απαραίτητη διευκρίνιση φάνηκε να επαρκεί, να αποχροί.
-Εγώ είμαι ντόπιος, έσπευσε να συστηθεί με ένα ολόγιομο χαμόγελο ο ιδιοκτήτης, από αυτό το χωριό, τις Γεωργουτσάτες, αλλά εσύ είσαι ξένη, δεν ξέρεις από τα μέρη μας.
Πώς να του εξηγούσε του χριστιανού και τι να του λεγε, ότι ξέρει όλα τα τοπωνύμια από στήθους, θα μπορούσε να τα απαγγείλει με την σειρά, με την ίδια άνεση που έψαλλε το Πάτερ Ημών ή τον Εθνικό Ύμνο. Και ότι κάθε μέρος, κάθε χωριό, το έχει συνδεδεμένο στο μυαλό της  με κάποιον άνθρωπο ή μια συγκεκριμένη ιστορία.
-Ξένη είμαι, αλλά ξέρω, ξέρω, επανέλαβε, γιατί με το που βγήκαν από το αυτοκίνητο και κάθισαν είχαν αρχίσει να φυσάνε μανιασμένοι αέρηδες και ήθελε αυτό το ξέρω να μην το πάρουν οι αγέρες.
-Γιατί δεν μίλησες το βράδυ στο λιμάνι;
-Δεν είδα καν το πρόσωπό σου. Με την άκρη του ματιού μου αναγνώρισα το περπάτημά σου και τον τρόπο που κρατάς στο χέρι τα κλειδιά.
-Πήρες τηλέφωνο τον Α.; Έμεινες στην Ντ.;
-Όχι, δεν είπα σε κανέναν τίποτα.
Δεν άντεχε η ψυχή της άλλα δεσίματα με αυτούς τους ανθρώπους, με τούτον τον τόπο, η καρδιά της περισσότερες νεροδεσιές δεν βαστούσε. Εκείνος χαμογέλασε από μέσα του, αποστρέφοντας το βλέμμα του από την άλλη. Η ίδια γνώριζε ότι την κίνηση αυτή, την κάνει μονάχα όταν κάτι του αρέσει πολύ και δεν του είναι διαχειρίσιμο. Γιατί αυτός ο άνθρωπος τα έκανε όλα ανάποδα. Μιλήσανε για την δουλειά, πάντα και κυρίως μόνο για την δουλειά μιλούσαν.
-Πρέπει να σηκωθούμε θα σε πιάσει στον δρόμο η νύχτα, τα δέκα λεπτά είχαν διαρκέσει μιάμιση ώρα, και είχε αρχίσει να σουρουπώνει. Κέρασε στον μικρό ένα χαρτονόμισμα των χιλίων λεκ «για να πάρεις σοκολάτες», κι εκείνο θαμπωμένο το έκρυψε μέσα στο μαγιό του.
-Παιδί μου, σε παρακαλώ πες ευχαριστώ, αλλά ο μικρός ανένδοτος.
-Μη στεναχωριέσαι, την πείραξε, εμείς οι Ηπειρώτες δυο λέξεις δεν λέμε ποτέ, συγγνώμη και ευχαριστώ. Και της προέταξε το χέρι για τυπική και επίσημη χειραψία, όλη κι όλη τους η οικειότητα σε αυτήν την χειραψία εξαντλούνταν. Με αυτά και με τ' άλλα, και με τις τελευταίες κουβέντες όσο τακτοποιούσε το παιδί στο αυτοκίνητο, είχαν περάσει δύο ολόκληρες ώρες.
Το μικρό ήταν αφιονισμένο, δεν δεχόταν με τίποτα να επιστρέψουν. Εκείνη διάβαζε νοερά τις επιγραφές από τα χωριά της ελληνικής μειονότητας αναγεγραμμένες υποχρεωτικά στις δύο γλώσσες, αλβανική και ελληνική, Γράψη, Λούγκαρη, Φραστανή, Γορίτσα, Τεριαχάτι, Σωφράτικα, Δούβιανη, Χάσκοβο, Βάνιστα Γοραντζή, Δερβιτσάνη, μέχρι να φτάσουν Αργυρόκαστρο. Αναλογιζόταν τους Δροπολίτες και τους Χειμαρραίους που ξεστομίζουν τα τοπωνύμια του τόπου τους σαν πουλιά, σαν σταυραετοί βγαίνουν τα ονόματα από το στόμα τους. Ενώ οι Βουρκάρηδες έχουν άλλη προφορά, διαφορετικό ήθος στην γλώσσα. Εκφέρουν τα χωριά τους σαν νούφαρα μέσα στην βροχή.

Ήταν η πρώτη φορά που ταξίδευε μόνη στην αλβανική ύπαιθρο νύχτα, και όλη η μέριμνά της ήταν να προλάβει να διασχίσει με φως τις τελευταίες στροφές κατά την κοίτη του Αώου μέχρι το Τεπελένι, με το υπερμέγεθες γλυπτό του Αλή Πασά του Τεπελενλή, στην είσοδο της πόλης. Έκανε μία σύντομη στάση στο Uji i Ftohte, το «Κρύο νερό», τις πηγές με τα γάργαρα παγωμένα νερά που διαπερνούν τον δρόμο για να ενωθούν με το σώμα του Αώου, για να ξεγελάσει το μωρό με παγωτό, και συνέχισε. Στα αριστερά της πάνω από τις βουνοκορφές ο ήλιος έδυε πορφυρός, ενώ από κάτω εκτείνονταν τα ανοίγματα του ποταμού, με τα γαλαζοπράσινα νερά. Στην άκρη του δρόμου παρατηρούσε τους άντρες που μαζεύονταν με τα ζωντανά, καθένας με μια, το πολύ δυο αγελάδες. Αυτοί οι άνθρωποι έχουν τα πάντα, σκεφτόταν, επειδή ακριβώς δεν έχουν τίποτα.

«Η αγάπη είναι ο χρόνος και ο τόπος που έγιναν αισθητοί στην καρδιά», έγραφε ο Προυστ. Και κάθε φορά που έπιανε τον εαυτόν της να διαμαρτύρεται γιατί αγάπησε τόσο πολύ αυτόν τον τόπο,  μια φωνή μέσα της μουρμούριζε Ελυάρ. «Για να βρω λόγους για να ζήσω προσπάθησα να καταστρέψω τους λόγους να σ αγαπώ. Για να βρω λόγους να σ αγαπώ, δεν έζησα σωστά». Ο Παπαγιώργης έλεγε ότι ο χώρος είναι ρουφιάνος, εκμαυλιστής του χρόνου, και τούτος εδώ ο τόπος δεν είχε εκμαυλίσει τίποτα, ήταν ου-τοπικός, μία ατοπία. «Εδώ μας βρίζουν», της είχε εξομολογηθεί φίλος στα Τίρανα,  «πάμε στην Ελλάδα μας βρίζουν. Ευτυχώς έχουμε τα χωριά μας, τον τόπο μας, και πάμε εκεί». 

Την άλλη ημέρα, είχε φάει τον τόπο, αλλά οι φόβοι της είχαν επιβεβαιωθεί. Το πράσινο χαρτονόμισμα που είχε χαριστεί στον μικρό κάτω από τους δύο υπεραιωνόβιους πλάτανους, εκεί που του είχε πει «Κοίτα μωρό μου πόσο όμορφα είναι, σαν παραμύθι», είχε χαθεί, το πιθανότερο όταν έκαναν στάση για λίγα λεπτά στο Φίερι. Κι ήταν γι αυτό απαρηγόρητη.

Online

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ