ΔΙΕΘΝΗΣ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ

Οι κεντρικές τράπεζες και το QE

JAMIE MCGEEVER / REUTERS

ΕΤΙΚΕΤΕΣ:

Η Ομοσπονδιακή Τράπεζα των ΗΠΑ (Fed) ετοιμάζεται να αυξήσει τα επιτόκιά της για μία ακόμη φορά και υπ’ αυτό το πρίσμα εξετάζει πότε και πώς θα αρχίσει να περιορίζει τις αγορές τίτλων. Η διεργασία τού να επαναφέρουν οι κεντρικές τράπεζες της Δύσης στην κανονικότητα τη νομισματική τους πολιτική φαίνεται, εν τέλει, ότι αρχίζει να αναπτύσσει ταχύτητα. Οι παγκόσμιες συνθήκες, άλλωστε, δείχνουν ευνοϊκές.

Η ανάπτυξη της οικονομίας είναι η δυναμικότερη τα τελευταία χρόνια, οι αποδόσεις των ομολόγων βρίσκονται σε ιστορικά χαμηλά επίπεδα, ο πληθωρισμός τείνει να ενισχυθεί, οι πιστώσεις αυξάνονται και το τραπεζικό σύστημα εμφανίζεται υγιές εν συγκρίσει με την κατάστασή του το 2008. Μέχρι στιγμής η Ομοσπονδιακή Τράπεζα των ΗΠΑ έχει αυξήσει τρεις φορές τα επιτόκια χωρίς αξιοσημείωτο αντίκτυπο. Επιπλέον, το ότι αυξάνονται ολοένα και περισσότερο οι πιθανότητες να αναδιπλωθεί ως προς το πρόγραμμα ποσοτικής χαλάρωσης δεν έχει αποσταθεροποιήσει την αμερικανική ομολογιακή αγορά. Και όταν η Fed ανοίξει τον δρόμο, μετά θα ακολουθήσουν και οι άλλες μεγάλες κεντρικές τράπεζες. Αν δεν μπορούν, ούτως ή άλλως, να επανέλθουν σε ένα κανονικό πλαίσιο υπό ευνοϊκές συνθήκες, πότε θα το κάνουν;

Η αλήθεια έγκειται στο ότι, τελικά, δεν είναι και τόσο θετικό το περιβάλλον. Δεν κάνουν λάθος τα στελέχη των κεντρικών τραπεζών που προβληματίζονται, επειδή ούτε οι εθνικές οικονομίες ούτε και διεθνείς κεφαλαιαγορές θα μπορέσουν να αντεπεξέλθουν σε υψηλότερες αποδόσεις ομολόγων, επιτόκια και κόστος δανεισμού – αυτά θα είναι τα αποτελέσματα της «κανονικότητας». Ο παγκόσμιος δανεισμός έχει φθάσει σε πρωτοφανή επίπεδα, ο δείκτης του πληθωρισμού στις περισσότερες δυτικές χώρες είναι χαμηλότερος του στόχου και τα χρηματιστήρια και οι ομολογιακές αγορές αγγίζουν επίπεδα ρεκόρ. Αποσύροντας τα προγράμματα ποσοτικής χαλάρωσης και διοχετεύοντας τίτλους τρισεκατομμυρίων δολαρίων σε μία ήδη υπερφορτωμένη αγορά ομολόγων, αυτό ενέχει σοβαρούς κινδύνους, οικονομικής και χρηματοπιστωτικής φύσης. Αρκεί να σκεφθεί κανείς ότι οι ισολογισμοί των κεντρικών τραπεζών μέσα στην τελευταία δεκαετία έχουν αυξηθεί περισσότερο από 10 τρισ. δολάρια, φθάνοντας τα 15 τρισ. δολάρια.

Αν η αναδίπλωση της Fed είναι περιορισμένη, τότε θα αποβεί ακόμα μικρότερη των άλλων κεντρικών τραπεζών. Ηδη η ανάπτυξη της αμερικανικής οικονομίας μετά την κρίση είναι η τρίτη πιο μακρόχρονη στην ιστορία της, οπότε σύντομα θα αρχίσει να επιβραδύνει τον βηματισμό της και να επηρεάζει αρνητικά την παγκόσμια οικονομία. Ο Στιν Τζέικομπσον της Saxo Βank εκτιμά πως είναι 60% οι πιθανότητες να υπάρξει ύφεση στα τέλη του 2018. Το παγκόσμιο κόστος δανεισμού βρίσκεται κοντά στα χαμηλότερα επίπεδά του στην ιστορία, ενώ οι τιμές των ακινήτων και τα επίπεδα δανεισμού έχουν εκτιναχθεί. Ο παγκόσμιος δανεισμός αυξήθηκε στο 325% και πλέον του παγκόσμιου ΑΕΠ το 2016 – δηλαδή αυξήθηκε κατά 11 τρισ. δολάρια στα 217 τρισ. δολάρια.

Από τη στιγμή που μια κεντρική τράπεζα αρχίζει να βαδίζει την οδό της αντισυμβατικής νομισματικής πολιτικής (μηδενικά ή αρνητικά επιτόκια, λόγου χάριν), σχεδόν ποτέ δεν επενέρχεται πλήρως στην κανονικότητα. Αξίζει να μελετήσει κανείς πώς αξιωματούχοι κεντρικών τραπεζών αποπειράθηκαν να αυξήσουν τα επιτόκια από τα μηδενικά τους επίπεδα και, τελικά, αναγκάστηκαν να επανέλθουν και να τα μειώσουν κι άλλο, όπως η ΕΚΤ, η Τράπεζα της Ιαπωνίας και του Καναδά. Εξ ου και δεν μπορεί εύκολα να αποφύγει κάποιος τους παραλληλισμούς με την Ιαπωνία, η οποία εγκαινίασε το πρόγραμμα ποσοτικής χαλάρωσής της πριν από 16 χρόνια. Τελευταία φορά που το διατραπεζικό επιτόκιο overnight της Τράπεζας της Ιαπωνίας βρισκόταν πάνω από το 0,5% ήταν 20 χρόνια πριν. Σήμερα, η Τράπεζα διατηρεί σε αρνητικό έδαφος τα επιτόκιά της και αυξάνει τον ισολογισμό της με τον ταχύτερο ρυθμό. Ορισμένοι παρομοιάζουν την ποσοτική χαλάρωση με τον στρατιωτικό νόμο: σε περιόδους ειρήνης προκαλεί αδόκητες συνέπειες, όπως η φούσκα των ακινήτων, οι οποίες είναι τόσο στρεβλές, που δύσκολα εξομαλύνονται.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ