Αθανάσιος Έλλις ΑΘΑΝΑΣΙΟΣ ΕΛΛΙΣ

Η άψογη συμπεριφορά του Γερμανού πρέσβη

ΠΟΛΙΤΙΚΗ

Δεν θα σταθώ στην ατυχέστατη συμπεριφορά της τέως προέδρου της Βουλής, ούτε στη γνωστή σε όλους γενναιότητα του Μανώλη Γλέζου. Θα επαναλάβω απλά τη μεστή δήλωση του ανθρώπου που κατέβασε τη σημαία του Γ΄ Ράιχ από την Ακρόπολη, ότι «το παιδί του εγκληματία, όσα εγκλήματα κι αν έχει κάνει ο πατέρας και η μάνα του, δεν ευθύνεται για αυτά».

Ο πρέσβης της Γερμανίας στην Ελλάδα δεν ευθύνεται για τις θηριωδίες των ναζί. Ο συγκεκριμένος έχει αγαπήσει όσο λίγοι τη χώρα μας, και αυτό σε μια καθόλου εύκολη συγκυρία.

Στη διάρκεια της θητείας του, που ολοκληρώνεται σε λίγες ημέρες, διαχειρίσθηκε μια από τις πιο δύσκολες περιόδους των ελληνογερμανικών σχέσεων. Δεν αυτοπαγιδεύθηκε από τις σειρήνες του άκρατου λαϊκισμού και τις ύβρεις κατά της χώρας του, των ηγετών αλλά και του λαού. Λειτούργησε ως αμφίδρομη γέφυρα επικοινωνίας και κατανόησης, προσπαθώντας με νηφαλιότητα όχι μόνο να εξηγήσει στην Αθήνα το σκεπτικό της γερμανικής κυβέρνησης, ακόμη και στις περιπτώσεις που ο ίδιος προσωπικά δεν συμφωνούσε με συγκεκριμένες πτυχές του, αλλά και στο Βερολίνο τις ελληνικές ιδιαιτερότητες και ευαισθησίες.

Διατηρούσε διαύλους επικοινωνίας με όλους, και με σαφή διάθεση όχι για συγκρούσεις, αλλά για αποφόρτιση του κλίματος. Οχι για να επιβάλει, αλλά για να εξηγήσει.

Και εάν υπήρχε δυσκολία στην εδώ πλευρά, υπήρχε ίσως μεγαλύτερη, στην εκεί. Σε παλαιότερη συνέντευξη που πήρα από τον Πέτερ Σόοφ, με είχε εντυπωσιάσει η ιδιαίτερη έμφαση που έδωσε στην επισήμανση ότι εργάζεται «και προς τις δύο κατευθύνσεις».

Περιγράφοντας τις προσπάθειές του να γκρεμίσει τα αρνητικά στερεότυπα που υπάρχουν στη Γερμανία για τους Ελληνες, είχε επικαλεσθεί ως παράδειγμα το καυτό ζήτημα των συντάξεων. «Εξηγώ στο Βερολίνο ότι, ναι, υπάρχει μεγάλο πρόβλημα με τις συντάξεις και μπορεί να είναι υψηλές υπό το πρίσμα του μέσου ευρωπαϊκού όρου, αλλά η σημασία της σύνταξης στην Ελλάδα είναι πολύ μεγαλύτερη από αυτήν στη Γερμανία, διότι στην Ελλάδα από αυτήν συχνά ζουν ολόκληρες οικογένειες, κάτι που δεν συμβαίνει σε άλλες χώρες όπως η δική μου».

Αναγκασμένος να περνάει καθημερινά μέσα από τις συμπληγάδες της καχυποψίας και της συνωμοσιολογίας που χαρακτηρίζουν τον ελληνικό νου, υπήρξε πάντα μετρημένος, δεν έδωσε αφορμές. Ακόμη και στο συναισθηματικά φορτισμένο περιβάλλον της εκδήλωσης μνήμης στο Δίστομο, παρέμεινε σεμνός, απρόθυμος να προκαλέσει, προσεκτικός να μην προσβάλει. Οχι τη Ζωή, αλλά τον ελληνικό λαό. Δεν αντέδρασε, δεν διαμαρτυρήθηκε, απλά ακολούθησε, διστακτικά, την πιεστική προτροπή του Μανώλη Γλέζου να καταθέσει το στεφάνι.

Δεν εξέπληξε η διακριτική συμπεριφορά του κ. Σόοφ. Είναι απόρροια και της αγάπης του για την Ελλάδα. «Οι Ελληνες ποτέ, μα ποτέ, δεν με αντιμετώπισαν αρνητικά», μου είχε πει παλαιότερα, «ούτε ως πρέσβη ούτε ως Γερμανό πολίτη. Υπάρχει μια τρομερή ζεστασιά, η αίσθηση της φιλοξενίας, η γενναιοδωρία, που για να είμαι ειλικρινής δεν υπάρχουν στη Βόρεια Ευρώπη». Δεν είχε υπολογίσει τους πολιτικούς σχεδιασμούς της Ζωής.

Ο άνθρωπος που ήρθε κοντά στους Ελληνες και συχνά κυκλοφορούσε χωρίς φρουρά, ο διπλωμάτης που συναντούσε πρωθυπουργούς και άλλους πολιτικούς, όχι για να απειλήσει, αλλά για να ακούσει, και να αναζητήσει λογικές διεξόδους στα παράλογα αδιέξοδα, θα λείψει από τη δύσκολη εξίσωση των ελληνογερμανικών σχέσεων.

Αλλά θα μείνει η εικόνα από το περιστατικό στο Δίστομο να μας θυμίζει την τόλμη να αναλάβει τις ηθικές ευθύνες για τις θηριωδίες μιας άλλης γενιάς, μιας άλλης εποχής, και την ειλικρινή επιθυμία να αποτίσει φόρο τιμής στα θύματα και να σκύψει με σεβασμό μπροστά στους απογόνους τους.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ