ΒΙΒΛΙΟ

Περί ηρώων και τάφων στο Βερολίνο

ΚΩΣΤΑΣ Θ. ΚΑΛΦΟΠΟΥΛΟΣ

2 Ιουνίου 1967. Ο Μπένο Ονεζοργκ δολοφονείται στη διάρκεια διαδήλωσης κατά του σάχη της Περσίας στο Βερολίνο.

Ο πρώτος διδάξας πολύ πιθανό να ήταν ο Μάριος Χάκκας: άφησε την πολύπαθη Καισαριανή του «Ρούχου - Μούχου» και του «Μπιντέ» και πήγε στο Βόρειο Λονδίνο να επισκεφθεί εκείνο το «γρανιτένιο κεφάλι» του πατριάρχη της δυναστείας των Μαρξ. Αν δεν αρρώσταινε, πιθανόν να πήγαινε στη Μακρακώμη, και, αν αφοσιωνόταν στο ταφικό μνημείο, δεν θα τάιζε μάλλον εκείνο το σκιουράκι που του κρατούσε συντροφιά.

Το πιο «φημισμένο» νεκροταφείο του Βερολίνου είναι το Dorotheenstädtischer Friedhof, στην καρδιά της πόλης, επί της Chausseestrasse, δίπλα σχεδόν στο Bertolt Brecht Haus, σε έναν κεντρικό δρόμο που έγινε γνωστός και από τον ομότιτλο δίσκο του Βολφ Μπίρμαν, παλιού ενοίκου στον αριθμό 131. Εδώ αναπαύονται, μαζί με τον «φτωχούλη Μπ. Μπ.», η σύντροφός του Ελένε Βάιγκελ, που ως «Μάνα» αλλά και σύντροφός του έκανε κουράγιο στα «τσιλιμπουρδίσματά» του, ο αναμορφωτής της οθωνικής Αθήνας Καρλ Φρίντριχ Σίνκελ, ο «αρχαιολόγος των Μέσων» Φρίντριχ Κίτλερ, ο πατέρας του «μονοδιάστατου ανθρώπου» Χέρμπερτ Μαρκούζε, ο (όνομα και πράγμα «διαβολάκος» του αντιαυταρχικού κινήματος) Φριτς Τόυφελ, ο Χάινερ Μίλερ κ.ά.

Πενήντα χρόνια μετά την αποδεδειγμένα εν ψυχρώ δολοφονία του ανυποψίαστου Μπένο Ονεζοργκ (2 Ιουνίου 1967, στη διαδήλωση κατά του σάχη της Περσίας), στο κέντρο του (τότε Δυτικού) Βερολίνου, στην Krumme Strasse 66/67, απέναντι από την Οπερα, που πυροδότησε ένα εκρηκτικό μείγμα νεανικής οργής, φοιτητικού κινήματος και ένοπλης δράσης, εκτός από τα αφιερώματα των Μέσων και το ντοκιμαντέρ στο Arte, η Γερμανία δεν έχει ούτε την πρόθεση ούτε την πολυτέλεια να θυμηθεί τα «παλιά», ενώ το Βερολίνο κατακλύστηκε την προηγούμενη Κυριακή (11.6.) από 100.000 ποδηλάτες στην ετήσια ποδηλατοδρομία τους.

Ομως, μακριά από το πολύβουο κέντρο, νότια, στην άκρη της πόλης, η Ουλρίκε Μαρί Μάινχοφ (1934-1976) αναπαύεται, θαρρείς, στο δικό της «χωριό», Berlin-Mariendorf. Αν και το GPS του κινητού εντοπίζει επακριβώς το στίγμα της τελευταίας της κατοικίας, η ερώτηση στον μαρμαρά του νεκροταφείου απλουστεύει την αναζήτηση, την ίδια στιγμή που ο μικρός του γιος κάνει αμέριμνος ποδηλατάδα στο νεκροταφείο που μοιάζει με πάρκο (ή και αντίστροφα).

Πρασινάδα, λίγοι πανσέδες, τρία πουλάκια (το ένα καντήλι) και μια γρανιτένια πλάκα κοσμούν τον λιτό της τάφο. Λίγο πιο πέρα, ένα μικρό έλατο στέκει, θαρρείς, ακοίμητος φρουρός, κάθε Χριστούγεννα στολισμένο όπως στα παιδικά χρόνια και παραμύθια (της). Από την καλοκαιρινή «νεκρή φύση» λείπει το σκιουράκι του Χάκκα. Στη Μάινχοφ, όπως και στον Λένον, άρεσε το LP «A Whiter Shade of Pale» των Procol Harum. Πιθανώς δεν ταιριάζουν τα λουλούδια, πλην ίσως των «σκεπτικών», λιγοστών πανσέδων, παρά ένα πακέτο άφιλτρα RothHändle, που κάπνιζε αρειμανίως. Καπνίζοντας ένα «επιτάφιο τσιγάρο», σαν μνημόσυνο, έρχεται στο μυαλό ένα αναπάντητο ερώτημα: «Tι κατάλαβες λοιπόν;» και το ρεφρέν από ένα σουξέ της εποχής του Πολέμου που ακουγόταν στα φοβισμένα γερμανικά νοικοκυριά: «Bella, bella, bella Marie».

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ