ΒΙΒΛΙΟ

Στα έγκατα του νου

ΛΙΝΑ ΠΑΝΤΑΛΕΩΝ

ΝΙΚΟΣ Α. ΜΑΝΤΗΣ
Οι τυφλοί
εκδ. Καστανιώτη, σελ. 608

Το μυθιστόρημα του Νίκου Μάντη είναι απερίγραπτο. Καμία περιγραφή δεν μπορεί να αποδώσει, έστω κατά προσέγγιση, τη μυθοπλαστική λαίλαπα που ο συγγραφέας επιφυλάσσει στον αναγνώστη. Ο τελευταίος, από τον «προθάλαμο» κιόλας του βιβλίου, φυλακίζεται μαζί με τον αφηγητή σε μια εξωφρενική συνθήκη, μέσα σε ένα εφιαλτικό σπήλαιο, που θα μπορούσε να είναι το στόμα ενός υπερκόσμιου τέρατος. 

Παγιδευμένος σε αυτή την αρπάγη, ο αφηγητής περιμένει τον θάνατό του, τη σύνθλιψή του από τη γλώσσα του τέρατος, γιατί, όπως σκέφτεται την ύστατη ώρα, η γλώσσα είναι ο θάνατος. Από εκεί και πέρα, κάθε λέξη μοιάζει να αντιδικεί με την έσχατη σιωπή του θανάτου. Η τελευταία λέξη της γλώσσας είναι η σιωπή, και οι λέξεις του βιβλίου λαχταρούν να την αποστομώσουν, να της υφαρπάξουν την τελεσιδικία. Οι εκτροπές και οι εκρήξεις της μυθοπλασίας, οι τερατογενέσεις της, οι παραλογισμοί της, κάθε της λυγμός και στεναγμός, τα πάντα εκβάλλουν σε μια άγρια, παράφορη διαμαρτυρία για την αλυσιτέλεια, αλλά κυρίως το τέλος της ύπαρξης.

Οι ήρωες του βιβλίου διασταυρώνονται σε ατέρμονες σελίδες, πλάνητες σε μια λαβυρινθώδη φαντασιακή ζωή, που με κάθε λέξη γίνεται όλο και πιο μαύρη και άραχλη. Στα έξι μέρη του μυθιστορήματος προεξάρχει το μοτίβο της αναζήτησης και της περιπλάνησης. Οι αφηγητές, πολλαπλές πιθανότατα ενσαρκώσεις μιας και μοναδικής φωνής, παλεύοντας να διαφύγουν από τη ζωή τους οδηγούνται αναπόφευκτα στο χείλος του αφανισμού. Δραπετεύοντας από την οχλαγωγία της πραγματικότητας αυτοεξορίζονται σε εωσφορικά τοπία, όπου παραλύουν ψυχικά και νοητικά. Η ασθματική, ακατάσχετη, φρενήρης γραφή απηχεί την εμβοή της παράνοιας. Τα ατελείωτα νήματά της διαγράφουν κύκλους για να απολήξουν σε αδιέξοδα. Μπλέκονται κουβάρι, πλέκουν δίχτυα, σχηματίζουν μαιάνδρους, υπονοούν γρίφους, γίνονται ιστός, αλλά ποτέ μίτος. Ο αφηγητής, ξενιστής των παραμορφωτικών, ομοιοπαθών του ειδώλων, δεν φεύγει ποτέ από τον λαβύρινθο, το ενδιαίτημα του μυαλού του. Καταδύεται στα έγκατα της ύπαρξής του, καθημαγμένος από την ακαταληψία που ακυρώνει κάθε του βήμα και κάθε του νεύμα.

Οσο μακριά και αν πηγαίνει ο αφηγητής, αποτυγχάνει να καθυποτάξει τις απορίες που τον δυναστεύουν και πρωτίστως την αίσθηση μιας καταλυτικής αφαίρεσης. Αντιθέτως, η απόπειρα εξορθολογισμού τού ακατανόητου και αποκατάστασης της απροσδιόριστης έλλειψης τον φέρνει εγγύτερα στην πιο επικίνδυνη απώλεια, εκείνη του μυαλού του. Ολες οι λύσεις που λυσσωδώς αναζητεί, αποδεικνύονται αυταπάτες, τρωτά επινοήματα, άκαρπα γιατρικά, όπως το ναρκωτικό «άκυθος» που συνδράμει τις ψευδαισθήσεις του. Ολες του οι περιπλανήσεις καταλήγουν παραπλανήσεις. Και δεν θα μπορούσε να ήταν αλλιώς, γιατί αυτό που περισσότερο επιθυμεί να κατανοήσει είναι ο θάνατος, η τρομερή αφαίρεση που στοιχειώνει τη λογική του.

Ο Μάντης, ορμώμενος από το υπαρξιακό μαρτύριο του ήρωά του, φτιάχνει έναν γκροτέσκο μυθοπλαστικό λαβύρινθο. Στα υπόγεια, ίσως στους υπονόμους, της πραγματικότητας αποκαλύπτεται μια ζοφώδης πολιτεία, όπου συγκατοικούν θεοί και θηρία, πατριώτες και προδότες, φασίστες και αναρχικοί, ακροδεξιοί και ακροαριστεροί, η πλατεία Συντάγματος και τα Εξάρχεια, αγανακτισμένοι και απελπισμένοι, νεκροί και πενθούντες. Η αλλοφροσύνη του πραγματικού κόσμου μεγεθύνεται στο εφιαλτικό αποκύημα ενός πάσχοντος νου, που θρηνεί για την αποτυχία του να δει την υπέρτατη αλήθεια που συνέχει το σύμπαν, ή, αλλιώς, για την αποτυχία του να συλλάβει τον ειρμό της ζωής του. Η τυφλότητα του ήρωα συνεπικουρείται αφενός από την εξαπάτησή του από την ασυναρτησία και τα πλανερά σημεία και τέρατα της αληθινής ζωής και αφετέρου από την έλλειψη εμπιστοσύνης στην αδιάψευστη διαύγεια του ορατού. Αγνοεί μέχρι τέλους την οφειλή του βλέμματός του.

Πρόκειται αναμφίβολα για το καλύτερο βιβλίο του Μάντη. Ωστόσο, πιστεύω πως ο καταφανής μόχθος του θα δικαιωνόταν περισσότερο εάν κατέστελλε την ορμή της αφήγησης. Οι κατακλυσμιαίες σελίδες αποτυπώνουν την αγωνία ενός θνήσκοντος μυαλού, εξουθενώνοντας τον αναγνώστη με την ακατασίγαστη έντασή τους. Η φρενιτιώδης περιπλάνηση απελπίζει τόσο τον αφηγητή όσο και τον αναγνώστη, αλλά τουλάχιστον ο δεύτερος παρηγορεί την εξάντλησή του με τον θαυμασμό του για το τόλμημα του πρώτου.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ