ΜΟΥΣΙΚΗ

Μυράτ και Καρόλι με την ορχήστρα της ΕΡΤ

ΝΙΚΟΣ Α. ΔΟΝΤΑΣ

ΕΤΙΚΕΤΕΣ: Κριτική

Επιτυχημένη υπήρξε η συναυλία της Εθνικής Συμφωνικής Ορχήστρας της ΕΡΤ υπό τη διεύθυνση του Αλέξανδρου Μυράτ στις 2 Ιουνίου στην αίθουσα «Φίλων της Μουσικής». Επιβεβαιώθηκε ότι η απόδοση των ελληνικών συνόλων, όπως και των περισσότερων συμφωνικών συνόλων της Νότιας Ευρώπης, σχετίζεται άμεσα με τις ικανότητες και την εμπειρία του εκάστοτε αρχιμουσικού. Στη συγκεκριμένη περίπτωση, ο Αλέξανδρος Μυράτ, αρχιμουσικός με γνώσεις και πείρα, ανέδειξε τις αρετές του συνόλου, αποσπώντας από τους μουσικούς ένα πολύ καλό αποτέλεσμα.

Αρχή έγινε με το έργο «Το νησί είναι γεμάτο θορύβους» του Χρήστου Χατζή, Ελληνοκαναδού συνθέτη, γεννημένου στον Βόλο, όπως και ο Μυράτ. Η σύνθεση, που ακούστηκε για πρώτη φορά στην Ελλάδα, είναι εμπνευσμένη από την «Τρικυμία» του Σαίξπηρ. Ο συνθέτης συνομιλεί συνειδητά με διάσημα έργα από την ιστορία της ευρωπαϊκής μουσικής, συνθέσεις οι οποίες ξεκινούν από τον Μέντελσον και επικεντρώνονται ιδιαίτερα στον Ντεμπισί και στον Ραβέλ. Οι αναφορές ήταν συχνά τόσο προφανείς και έντονες, που κατέληγαν να συσκοτίζουν την ταυτότητα και το στίγμα του νέου έργου, όπως επίσης την πρόταση που επιχειρεί ο Χατζής μέσα από αυτό.

Ακολούθησε το σπάνια παρουσιαζόμενο Κοντσέρτο για φλάουτο, έργο 283, του Καρλ Ράινεκε, με σολίστ τον Ιταλό Μάριο Καρόλι. Παρότι πρόκειται για έργο του 1908, το τελευταίο αυτό κοντσέρτο που συνέθεσε ο Ράινεκε πριν από τον θάνατό του απηχεί μάλλον τις αξίες και την αισθητική του τέλους του 19ου αιώνα. Λυρικό και μελωδικό, έρχεται ως επίλογος έργων του Μερκαντάντε, σφραγίζοντας τη ρομαντική περίοδο της μουσικής. Ο Καρόλι το απέδωσε με λυρισμό και ευγένεια, αλλά φανέρωσε πολύ περισσότερες πτυχές του ταλέντου του εκτός προγράμματος, ερμηνεύοντας την σύντομη, ατμοσφαιρική «Σύριγγα» του Ντεμπισί.

Στο δεύτερο μέρος της βραδιάς ακούστηκε η σχετικά περιορισμένης διάρκειας δεύτερη Συμφωνία του Τσαϊκόφσκι, η «Μικρή Ρωσική», η οποία οφείλει το παρωνύμιό της στα παραδοσιακά τραγούδια της Ουκρανίας –τότε «Μικρής Ρωσίας»–, τα οποία περιλαμβάνει. Παρά την ασυνήθιστη για τον Τσαϊκόφσκι αισιοδοξία και τη φωτεινή διάθεση, η μουσική διέπεται από την χαρακτηριστική για τον συνθέτη υποδόρια μελαγχολία. Με μάλλον σβέλτες ταχύτητες αλλά και αίσθηση της πλαστικότητας, την οποία έχει ανάγκη η μελωδική γραμμή του Τσαϊκόφσκι ιδιαίτερα στο τελευταίο μέρος, ο Μυράτ ανέδειξε τον χαρακτήρα του έργου. Το δεύτερο μέρος ήταν ευχάριστα αιχμηρό, το τρίτο αρκούντως σπινθηροβόλο. Η συμβολή καλών μουσικών στα ξύλινα και χάλκινα πνευστά, ιδιαίτερα δε στο κόρνο, το οποίο κατέχει σημαντική θέση στη σύνθεση, σφράγισε το θετικό αποτέλεσμα.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ