ΘΕΑΤΡΟ

Ριγκολέτο, ένα παιχνίδι της μνήμης

ΔΗΜΗΤΡΗΣ Γ. ΚΙΟΥΣΟΠΟΥΛΟΣ

Στιγμιότυπο από την πρεμιέρα του «Ριγκολέτο» στην Οπερα της Βαστίλλης, σε σκηνοθεσία Κλάους Γκουτ.

Τι είναι αυτό που συγκροτεί την ταυτότητα ενός ατόμου, αυτό που εξασφαλίζει δηλαδή ότι ένα άτομο, σε δύο χρονικά διαφορετικές στιγμές, είναι πράγματι το ίδιο; Πρόκειται για ένα διαχρονικό φιλοσοφικό ερώτημα, που ξαναέρχεται στον νου παρακολουθώντας την πρεμιέρα του «Ριγκολέτο» του Τζουζέπε Βέρντι στη σκηνοθεσία του Κλάους Γκουτ (γεν. 1964), στην κατάμεστη Οπερα της Βαστίλλης, στο Παρίσι, το Σάββατο 27 Μαΐου 2017. Ο Γερμανός σκηνοθέτης, σε αυτή την παραγωγή του 2016 που ξεκίνησε νέα σειρά παραστάσεων, μας παρουσίασε την τραγωδία του Ριγκολέτο ως μια ανάμνηση του ήρωα, που ο πανδαμάτωρ χρόνος όχι μόνο δεν απαλύνει, αλλά αντίθετα, όσο πιο πολύ την βιώνει ο ήρωας στη μνήμη του, γίνεται όλο και πιο βαθιά. Η ανάγνωση αυτή, αν και στον δεύτερο βαθμό, διατηρεί όλη την τραγική ένταση μιας κανονικής αναπαράστασης, που όχι μόνο σέβεται το έργο και τον θεατή, αλλά καταφέρνει ακόμα και να λύσει το θεατρικά δυσεπίλυτο πρόβλημα της τελευταίας σκηνής του έργου.

Στη διάρκεια της εισαγωγής εμφανίζεται στο προσκήνιο ένας καταρρακωμένος Ριγκολέτο, ένας άστεγος που σέρνει ένα χαρτοκούτι. Από μέσα ανασύρει αντικείμενα δεμένα με τις αναμνήσεις του, με κυριότερο το ματωμένο φόρεμα της λατρεμένης κόρης του. Σε λίγο ανοίγει η αυλαία και η δράση ξετυλίγεται κανονικά, με τον αλλοτινό Ριγκολέτο να διαπληκτίζεται με τους αυλικούς και να συνωμοτεί με τον Δούκα. Ο άλλος, ο ύστερος Ριγκολέτο, συνυπάρχει και αυτός στη σκηνή, ως θεατής, σε όλη τη διάρκεια του έργου. Παρακολουθεί, συμπάσχει, οικτίρει, προσπαθεί να αποτρέψει τον αλλοτινό του εαυτό από την τραγωδία, αλλά μάταια. Οσο και αν μετανιώνει, ο χρόνος δεν μπορεί να γυρίσει πίσω, και τα πεπραγμένα δεν μπορούν να αναιρεθούν.

Στη σύγχρονη εποχή

Η δράση έχει μεταφερθεί στη σύγχρονη εποχή. Αν και στην αρχή όλοι εμφανίζονται με αναγεννησιακές στολές, σύντομα γίνεται φανερό ότι απλώς συμμετέχουν σε ένα θεματικό πάρτι – ένα από τα πολλά που δίνει ο ερωτομανής Δούκας, που πάντως, όταν δεν ασχολείται με γυναίκες, είναι ένας έξυπνος και προσεκτικός άνθρωπος της εξουσίας. Χωρίς πολλές φλυαρίες, ο σκηνοθέτης αφηγείται την ιστορία και δίνει ανάγλυφα τα στοιχεία τού κάθε χαρακτήρα, τα οποία γρήγορα βλέπουμε ότι επιβεβαιώνουν άλλοτε η μουσική, άλλοτε το λιμπρέτο, άλλοτε και τα δύο.

Κάποτε η αφήγηση υπογραμμίζεται με στιγμές υποδόριου τευτονικού χιούμορ. Οταν στην Α΄ πράξη ο Ριγκολέτο ανεβάζει την Τζίλντα επάνω στο χαρτόκουτο και της τραγουδά, μοιάζει να εμπνέεται από την παράδοση των Φλαμανδών ζωγράφων που δημιουργούσαν εικονογραφήσεις παροιμιωδών εκφράσεων – εν προκειμένω της γνωστής στη Γερμανία «die Frau auf ein Podest zu stellen», κυριολεκτικά «στήνει τη γυναίκα στο βάθρο», έκφραση μιας λατρείας προς τη γυναίκα, που όμως την αντιμετωπίζει ως ιδανικό, και όχι ως πραγματικό ον – μια ψυχολογικά προβληματική προσέγγιση. Πράγματι, ως πατέρας ο υπερπροστατευτικός Ριγκολέτο μεγαλώνει μια κόρη που θα καταστραφεί στην πρώτη της επαφή με τον έξω κόσμο.

Το σκηνικό είναι ένα τεράστιο χαρτοκούτι, μια σκηνή μέσα στη σκηνή, με μεγάλες άδειες επιφάνειες επάνω στις οποίες προβάλλονται επιλεκτικά ορισμένες βιντεοπροβολές. Αυτό το αρκετά σπαρτιάτικο σκηνικό στη Β΄ πράξη εμπλουτίζεται με ένα εντυπωσιακό, πλατύ κλιμακοστάσιο, και στην Γ΄ πράξη κυριολεκτικά εκρήγνυται. Ο Ριγκολέτο θέλει να δείξει στην Τζίλντα τον πραγματικό χαρακτήρα του Δούκα; Ε, αυτό δεν θα συμβεί σε μια άθλια ταβέρνα, αλλά σε ένα κανονικό θέατρο, στα Φολί Μπερζέρ, με τον Δούκα να ξεσαλώνει με σαμπάνια και κοκαΐνη ανάμεσα σε έξι καλλονές, τραγουδώντας τι, τραγουδώντας αυτός ότι η γυναίκα είναι άστατη, ένα φτερό στον άνεμο... Ποτέ ίσως δεν ξανασκηνοθετήθηκε με τόση ειρωνεία και ευγλωττία το γεγονός ότι μέσα από τη διάσημη άρια ο Δούκας προβάλλει τη δική του άστατη φύση σε ολόκληρο το γυναικείο φύλο.

Η διανομή

Η σκηνοθεσία βέβαια λειτουργεί και επειδή στηρίζεται στη χαρισματική προσωπικότητα του Ιταλού τενόρου Βιτόριο Γκρίγκολο. Ο σαραντάχρονος αρετίνος ενσάρκωσε τον Δούκα ως κακομαθημένο λατίνο εραστή, με μεγάλη σκηνική παρουσία και άνεση, και με ακόμα μεγαλύτερη άνεση στη φωνή. Πραγματικά πρόκειται για τραγουδιστή που υπόσχεται να συνεχίσει την παράδοση των μυθικών τενόρων. Δεν τραγουδά απλώς εξαιρετικά, και με πραγματική αντίληψη του ρόλου, αλλά το κάνει να δείχνει και εύκολο! Στον επώνυμο ρόλο διαπρέπει ο Σέρβος βαρύτονος Ζέλικο Λούτσιτς (Zeljko Lucic). Φωνή μάλλον βελούδινη παρά ερεβώδης, είναι ένας άριστος Ριγκολέτο, μολονότι μερικές φορές οι κρατημένες του νότες προσεγγίζουν επικίνδυνα τη μανιέρα.

Η Αμερικανίδα υψίφωνος Ναντίν Σιέρα είναι νέα και όμορφη και σκηνικά απολύτως ταιριαστή Τζίλντα. Η ελαφρά κρεμώδης υφή της φωνής με το διακριτικό και σταθερό βιμπράτο και η άψογη τεχνική κάνουν να σκεφθεί κανείς μια ιδανική ερμηνεύτρια Πουτσίνι, μια ιδανική Λορέτα στο «Τζάνι Σκίκι». Ως Τζίλντα έχει όλες τις νότες και η κολορατούρα της είναι άφοβη, αλλά οι μπελκαντίστικες τρίλιες του Caro nome θα ήθελαν κατά τη γνώμη μου μια φωνή κρυστάλλινης διαύγειας για να βγουν απολύτως καθαρές. Ο Σπαραφουτσίλε του Κορεάτη μπάσου Κουάνγκτσουλ Γιουν (Kwangchul Youn) είναι εξαιρετικός, η βελούδινη χροιά της φωνής του θυμίζει ευχάριστα τον Δημήτρη Καβράκο.

Αρτιοι είναι και οι υπόλοιποι τραγουδιστές, στους οποίους συγκαταλέγεται και ο Ανρί Μπερνάρ Γκιζιριάν, ο έτερος Ριγκολέτο, που στη Β΄ πράξη τραγουδά αυτός τις πρώτες νότες του ήρωα. Η ανδρική χορωδία είναι επίσης άψογη. Την ορχήστρα διευθύνει ο τριαντατετράχρονος Ιταλός Ντανιέλε Ρουστιόνι. Ο αρχιμουσικός δεν βιάζεται, διαλέγει κάθε φορά τα τέμπο που αναδεικνύουν άριστα τη μουσική, και αναδεικνύει δραματικά το κείμενο. Η διεύθυνσή του συνολικά είναι φροντισμένη και εμπνευσμένα ζωντανή, ενώ η ορχήστρα είναι μια απόλαυση. Το μόνο αρνητικό είναι η χρήση ηχογραφημένων ήχων βροντής στη σκηνή της καταιγίδας.

Αλλά δεν μπορούμε να τελειώσουμε χωρίς μια τελευταία αναφορά στη σκηνοθεσία, και στον τρόπο που ο Γκουτ χειρίζεται την καταληκτική σκηνή. Ο Ριγκολέτο ανοίγει τον σάκο όπου νομίζει ότι κείται ο Δούκας, αλλά ανακαλύπτει την κόρη του. Σε μια ύστατη αναλαμπή τραγουδούν ένα σπαρακτικό ντουέτο, στο τέλος του οποίου εκείνη ξεψυχά στα χέρια του. Αυτή η σχεδόν νεκρανάσταση όπου η ετοιμοθάνατη τραγουδά ήταν πάντοτε μια θεατρικά αναληθοφανής κατάσταση. Εδώ όμως ο τελικός αποχαιρετισμός γίνεται στη μνήμη. Η Τζίλντα εμφανίζεται πλέον ως πνεύμα και ανταλλάσσει τις αποχαιρετιστήριες λέξεις με τον πατέρα της διασχίζοντας τη σκηνή για να χαθεί αφήνοντάς τον για πάντα επάνω στον σάκο, που πλέον περιέχει μόνο αναμνήσεις.

​​Οι παραστάσεις ολοκληρώνονται στις 27 Ιουνίου. Αποσπάσματα με την τωρινή διανομή είναι διαθέσιμα στην ιστοσελίδα της Οπερας του Παρισιού (https://www.operadeparis.fr/saison-16-17/opera/rigoletto/galerie#head) και από την προηγούμενη διανομή του 2016 διάσπαρτα στο Διαδίκτυο. Μπορείτε επίσης να απολαύσετε τον Βιτόριο Γκρίγκολο και στη μοναδική του έως τώρα εμφάνιση στην Ελλάδα, σε ένα ρεπερτόριο λίγο διαφορετικό: https://www.youtube.com/watch? v=E2n4QrcYfF0.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ