Μιχάλης Τσιντσίνης ΜΙΧΑΛΗΣ ΤΣΙΝΤΣΙΝΗΣ

Θεόδωρος Φορτσάκης: Καρπούζια

ΠΟΛΙΤΙΚΗ

ΕΤΙΚΕΤΕΣ: ΜΑΣΚΕΣ

Έχει δίκιο ο Θεόδωρος Φορτσάκης. Δεν είχε απλώς υπερψηφίσει την επέκταση του συμφώνου συμβίωσης. Είχε συνηγορήσει υπέρ της ρύθμισης από το βήμα της Βουλής. Την είχε κιόλας υπερακοντίσει, τασσόμενος υπέρ και της τεκνοθεσίας από ομόφυλα ζευγάρια. Είναι δίκαιο ένας τόσο προοδευτικός βουλευτής να καταγγέλλεται τώρα ως ομοφοβικός;

Το ερώτημα πρέπει μάλλον να αντιστραφεί. Πώς ένας βουλευτής της συντηρητικής παράταξης, που στο Kοινοβούλιο έχει ξεπεράσει ακόμη και τη γραμμή του κόμματός του, εμφανίζεται μετά στα media να μυκτηρίζει τη συμμετοχή αστυνομικών στο gay pride – και μάλιστα χωρίς καν να προκληθεί, σε μια άσχετη συζήτηση;

Το ερώτημα δεν αφορά μόνο τον Φορτσάκη. Πρόκειται για ένα διαρκές δίλημμα με το οποίο βρίσκεται αντιμέτωπο το κόμμα του πρώην πρύτανη. Ενώ η ηγεσία της Νέας Δημοκρατίας εμφορείται από ένα φιλελεύθερο αξιακό σύστημα που έχει στον πυρήνα του τις ατομικές ελευθερίες, την ίδια ώρα απευθύνεται σε ένα κομματικό ακροατήριο που στη μεγάλη του πλειοψηφία διατηρεί συντηρητικές αντιστάσεις. Αν ήθελε να το πει κανείς σχηματικά, η Ν.Δ. καλείται να λογοδοτεί στην κεντρώα ελίτ και στα media που την εκφράζουν, και, ταυτόχρονα, στους δεξιούς ψηφοφόρους που αποτελούν τη σπονδυλική στήλη της εκλογικής της πελατείας.

Το δίλημμα απασχολεί και τις αδελφές της Νέας Δημοκρατίας συντηρητικές δυνάμεις στην Ευρώπη. Στην πιο ωμή του μορφή τίθεται όπως ακριβώς το έθεσε ο Φορτσάκης, ως μανιχαϊκή διάζευξη: Θα ασχοληθούμε με την επιβίωση και την ασφάλεια της πλειοψηφίας ή με τις μειονότητες; Θα αφήσουμε το Μενίδι για να τρέχουμε στα gay pride;

Το υπόρρητο σκεπτικό, στο οποίο βασίζεται η διάζευξη, είναι ότι η μασχάλη της Δεξιάς είναι πολύ μικρή για να χωρέσει δύο καρπούζια. Η Δεξιά δεν έχει την πολυτέλεια να αγνοήσει τις ταυτοτικές ανασφάλειες των ανθρώπων της. Και, κατ’ επέκταση, η φιλελεύθερη δημοκρατία δεν μπορεί να είναι τόσο φιλελεύθερη ώστε να απωθεί τους πολίτες που νιώθουν τις βεβαιότητές τους –για τη φυλή, τη θρησκεία μέχρι και το φύλο τους– να απειλούνται.

Ετσι καταλήγει ένας νεοφώτιστος βουλευτής που ήρθε στο προσκήνιο ως Αντιπελεγρίνης –ως φρουρά της μεταρρύθμισης στα πανεπιστήμια, που άφησε γρήγορα τη φρουρά για χάρη της πολιτικής– να υιοθετεί διπλή γλώσσα: Από τη μία, στο Κοινοβούλιο τη σχολαστική γλώσσα του νομικού· και από την άλλη, τη χύμα γλώσσα του πολιτευτή, που για πρώτη φορά καλείται να αλιεύσει σταυρό.

Μπορεί η γλώσσα της εκλογικής ανάγκης να μην είναι καν συνειδητή. Μπορεί να τη μιλάει κανείς αντανακλαστικά – σαν να ήταν ηχείο της ανάγκης.

Oπως μπορεί να εκφέρει τη γλώσσα των δικαιωμάτων από επιστημονικό αυτοματισμό· από λεγκαλισμό σκέτο, χωρίς την εκθήλυνση της συναισθηματικής ευφυΐας. Χωρίς κοινωνική ευαισθησία.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ