ΑΝΘΡΩΠΟΙ

Θοδωρής Καλλιφατίδης: «Έχω την πατρίδα μέσα μου»

MΑΡΙΑ ΑΘΑΝΑΣΙΟΥ

Φωτογραφίες: Μιχάλης Αναστασίου

Ένας από τους πιο πολυβραβευμένους συγγραφείς της Σουηδίας είναι Έλληνας. Ζει στη Σουηδία και γράφει στη σουηδική γλώσσα. Ο Θοδωρής Καλλιφατίδης πέρασε πολλά χρόνια προσπαθώντας να συμφιλιωθεί και να συμβιώσει με αυτές τις αντιφάσεις, να συμβιβάσει τις μέσα του αντιθέσεις. 

Έφυγε μετανάστης στη φιλόξενη σκανδιναβική χώρα από την ηλικία των 25 ετών, λίγο αφότου τελείωσε τη σχολή του Θεάτρου Τέχνης Καρόλου Κουν, με συμμαθητές τον Διαγόρα Χρονόπουλο και τον Γιάννη Φέρτη, με τον οποίο παραμένουν στενοί φίλοι έως σήμερα. Έχει διδάξει Φιλοσοφία στο Πανεπιστήμιο της Στοκχόλμης, έχει εκδώσει μυθιστορήματα, ταξιδιωτικά δοκίμια, ποιητικές συλλογές, θεατρικά έργα και από το 1974 βιοπορίζεται αποκλειστικά από το γράψιμο. Έχει τιμηθεί με σημαντικά ευρωπαϊκά λογοτεχνικά βραβεία για το έργο του και σχεδόν όλα τα βιβλία του κυκλοφορούν σε περισσότερες από είκοσι πέντε γλώσσες ανά τον κόσμο. Το τελευταίο του βιβλίο «Μια ζωή ακόμα» είναι το πρώτο που έγραψε στα ελληνικά, κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Γαβριηλίδης και πρόκειται σύντομα να εκδοθεί στις ΗΠΑ. Το πορτρέτο του κοσμεί την αίθουσα της Εθνικής Πινακοθήκης της Στοκχόλμης με τις προσωπογραφίες των σημαντικότερων προσωπικοτήτων της Σουηδίας. Σήμερα πια, στα 79 του, θεωρείται ένας από τους σημαντικότερους σύγχρονους Ευρωπαίους συγγραφείς.

Τον συνάντησα στη Στοκχόλμη, ένα κρύο απόγευμα του Απριλίου, με αφορμή τα γυρίσματα για το αφιέρωμα της εκπομπής «Αυτοί που τόλμησαν» του COSMOTE HISTORY στο πρόσωπό του. Δώσαμε ραντεβού σε ένα αγαπημένο του καφέ, το Rival, όπου με συμβούλευσε να δοκιμάσω γλυκό ρολό με κανέλα και, το δικό του αγαπημένο, ρολό με κάρδαμο.

Μόλις η μία από τις τρεις ώρες που περάσαμε μαζί αφιερώθηκε στη συνέντευξη που θα διαβάσετε. Τις υπόλοιπες με βοήθησε να διαλέξω δώρα για τα παιδιά μου, τους πήρε κι αυτός κάτι, μου χάρισε την παραδοσιακή καρφίτσα-λουλούδι του Μάη που πωλούν μικροί μαθητές στους δρόμους της χώρας ενόψει της Πρωτομαγιάς και με ξενάγησε σε ένα από τα αγαπημένα του... νεκροταφεία, «συστήνοντάς» μου τους διάσημους και άσημους «ενοίκους» του και μιλώντας μου ταυτόχρονα για τα παιδιά και τα εγγόνια του. Η μόνη του, αυστηρή, απαίτηση σε όλη τη διάρκεια της κουβέντας μας ήταν απλή: «Να μου μιλάς μόνο στον ενικό, αλλιώς να μιλήσουμε για τον καιρό».

Στο τελευταίο σου βιβλίο περιγράφεις τον αγώνα σου να ξαναγράψεις και πώς το γεγονός ότι έγραψες στα ελληνικά σε βοήθησε να ξαναβρείς την ταυτότητά σου.

Είχα παραιτηθεί πια από την ιδέα ότι θα συνέχιζα τη ζωή μου ως συγγραφέας. Έβλεπα το μέλλον απομονωμένος, ήρεμος, αγκαλιάζοντας τα γηρατειά. Αλλά δεν έγινε έτσι και αυτό είναι «Μια ζωή ακόμα». Έχω κάτι μέσα μου που πια ξέρω ότι δεν χάνεται, τα ελληνικά. Έχω την πατρίδα μέσα μου. Γιατί Ελλάδα δεν είναι ούτε οι κεφτέδες, ούτε το καφενείο, ούτε ο εκδότης μου, ούτε οι φίλοι μου. Είναι η γλώσσα.

Αυτή η αίσθηση ότι είχες χάσει τα ελληνικά από πού πήγαζε; Επειδή δεν έγραφες στα ελληνικά;

Αυτό είναι το ένα. Το άλλο είναι ότι έφυγα σε ηλικία 25 χρονών και άρχισα να έχω επαφή με τα ελληνικά 30 χρόνια αργότερα. Η γλώσσα είχε αλλάξει, αλλά και το ύφος της ελληνικής ζωής είχε αλλάξει. Δεν αναγνώριζα το καινούργιο ύφος στην Ελλάδα. Όλα αυτά με είχαν κάνει ξένο και στην Ελλάδα και εδώ.

Τώρα αισθάνεσαι Έλληνας, Σουηδός, και τα δύο ή τίποτε από τα δύο;

Αισθάνομαι Έλληνας. Σουηδός δεν αισθάνομαι. Αισθάνομαι ένας άνθρωπος που μιλάει ελληνικά, η ταυτότητά μου είναι τα ελληνικά. Τα σουηδικά είναι η δεύτερη ταυτότητά μου, είναι μια γλώσσα με την οποία λειτουργώ, στην οποία γράφω βιβλία, αλλά δεν είναι η γλώσσα που χτυπάει η καρδιά μου. Από εκεί και πέρα, βέβαια, είμαι ευγνώμων για τη χώρα αυτή. Πρώτον, γιατί είναι ένα παράδειγμα ανθρωπιάς. Έπειτα, είναι και ο τρόπος που αυτή η κοινωνία έφτασε στο σημείο αυτό που έφτασε. Πριν από 150 χρόνια ήταν πάμφτωχοι, έφευγαν από εδώ κατά χιλιάδες και πήγαιναν στην Αμερική. Πώς από αυτή τη φεουδαρχική κοινωνία δημιουργείται η σύγχρονη σοσιαλδημοκρατία χωρίς να ανοίξει ούτε μύτη; Είναι άθλος και μέγα μάθημα για όλη την Ευρώπη και κυρίως για μας τους Έλληνες και άλλους γείτονες. Άλλαξαν με την παιδεία, με την υπομονή, με κοινωνικό αγώνα. Εκείνο που με ξένισε τα τελευταία χρόνια με τη Σουηδία είναι αυτή η στροφή προς ακραίες ιδεολογίες και κυρίως η στροφή προς την ακροδεξιά. Δεύτερο μεγάλο θέμα είναι η ραγδαία κατάπτωση της σουηδικής παιδείας.

Πάντως, αισθάνεσαι Σουηδός πολίτης.

Αισθάνομαι, βέβαια. Θα ήταν ανοησία να το αρνηθώ. 

Στο βιβλίο γράφεις ότι ήθελες πάντα να είσαι άνθρωπος μεταξύ ανθρώπων. Πώς το εννοείς;

Ισότητα, όχι ιεραρχίες. Έχω πει «όχι» σε όλες τις ιεραρχίες που μου έχουν προταθεί. Αυτό που με έχει λίγο ξενίσει είναι ότι το αίσθημα της ευθύνης αρχίζει σιγά σιγά να εξαφανίζεται. «Αναλαμβάνω την ευθύνη» δεν σημαίνει πια ότι είμαι υπόλογος για κάτι, αλλά ότι παίρνω την αρχηγία. Παλιότερα οι υπεύθυνοι άνθρωποι, όταν έλεγαν ότι αναλαμβάνουν την ευθύνη, εννοούσαν ότι έφευγαν από τη θέση που τους εμπιστεύτηκαν αναλαμβάνοντας την ευθύνη για το λάθος που έκαναν.

Ευθύνη είναι για σένα λέξη-κλειδί. Γράφεις, λες, γιατί αισθάνεσαι «ευθύνη για τον κόσμο μου».

Γράφω με ένα αίσθημα ευθύνης, γιατί θέλω να σώσω την κοινωνία μας, τη ζωή μας, αυτά που ξέρω, τον παππού μου, τη γιαγιά μου, όλα αυτά είναι ο κόσμος μου, και χρωστάω σε αυτόν τον κόσμο να τον σώσω. Αυτή η ιδέα μού προέκυψε από το γυμνάσιο· μου την έβαλε ένας καθηγητής Φιλολογίας, ο οποίος με τιμώρησε βάζοντάς με να μεταφράσω λατινικά ποιήματα. Διαβάζοντάς τα, είδα πώς ο ποιητής κατάφερε ύστερα από χιλιάδες χρόνια να με κάνει να ερωτεύομαι την ηρωίδα του. Από τότε πιστεύω ότι η μεγάλη τέχνη αυτό κάνει, σώζει και διατηρεί τη ζωή μας για τους επόμενους. Και φυσικά, για να το πετύχεις αυτό, χρειάζεται βαθιά σκέψη και ομορφιά στην έκφραση.

Τι κυριαρχεί τελικά, η ζωή που έζησες ή η ζωή που δεν έζησες; 

Η ζωή που δεν έζησα παίζει κάποιον ρόλο φυσικά, αλλά είναι σαν ένα light μοτίβο σε μια ταινία, πάντα υπάρχει μέσα μου. Και τώρα που μιλάμε, μπορεί να έρθει στο μυαλό μου η πλατεία του Γκύζη, οι μυρωδιές από τα ζυθοπωλεία. Αλλά δεν υποφέρω.

Ήταν πάντα έτσι;

Όχι, η έλλειψη ήταν πιο επώδυνη, είχα φτάσει σε σημείο να παραμιλώ στον δρόμο, να έχω παραισθήσεις, να βλέπω τον πατέρα μου να μπαίνει στο τρένο και να τον φωνάζω και να μην ακούει. Όλα αυτά έχουν εξαφανιστεί. Αλλά το αίσθημα ότι υπάρχει μια ζωή που άφησα μεγαλώνει, ειδικά τώρα που έχω πιο συχνή επαφή με την Ελλάδα. Υπάρχει μια καθημερινή στιγμή στη ζωή μου, όταν στρώνω το κρεβάτι μου το πρωί, που πάντα σκέφτομαι κάτι από την Ελλάδα. Πενήντα χρόνια το στρώνω, πενήντα χρόνια εκείνη τη στιγμή σκέφτομαι Ελλάδα. Τώρα πια δεν ψάχνομαι αν είμαι ξένος ή όχι, ξέρω ότι δεν είμαι ξένος, είμαι Έλληνας, απλώς μένω αλλού. Από την άλλη μεριά, οι Σουηδοί δεν έχουν πρόβλημα μαζί μου, η κοινωνία με έχει τιμήσει υπέρ το δέον, σε βαθμό που αναρωτιέμαι αν το αξίζω: το μεγάλο μετάλλιο του βασιλιά, πορτρέτο στην Εθνική Πινακοθήκη, τίτλος καθηγητή.

Δρόμο σού έχουν κάνει;

Δεν θα μου κάνουν, είναι μακρύ το όνομά μου. ■

Περιοδικό "Κ"

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ