ΒΙΒΛΙΟ

Συμφιλίωση μέσα από την αλήθεια

ΜΑΡΓΑΡΙΤΑ ΠΟΥΡΝΑΡΑ

Ο δημοσιογράφος και συγγραφέας Λου Γιουρένεκ φωτογραφίζεται για την «Κ» στο Ψηφιακό Μουσείο Νέας Σμύρνης.

Φέρτε στο μυαλό σας το παρουσιαστικό ενός Αμερικανού ήρωα. Αποκλείεται να τον φανταστείτε να έχει ύψος 1.50, σκεβρωμένο σκελετό, καμπούρα και χοντρά γυαλιά μυωπίας. Ομως ο αιδεσιμότατος Εϊσα Τζένινγκς, που πήγε στη Σμύρνη λίγο πριν από τη Μικρασιατική Καταστροφή με την οικογένειά του για να εργαστεί στη ΧΑΝ, ήταν ένας ήρωας, καθώς κατάφερε να διασώσει εκατοντάδες χιλιάδες Ελληνες. Οργάνωσε με απίστευτη εφευρετικότητα τη μεταφορά τους από τη φλεγόμενη πόλη σε έδαφος ελληνικό, με κάθε δυνατό τρόπο. Και δεν περιορίστηκε μόνο σε αυτούς που βρίσκονταν στην προκυμαία, αλλά φρόντισε να σώσει και συμπατριώτες μας από ολόκληρη τη μικρασιατική ακτογραμμή. Για να επιτύχει τον στόχο του, τον οποίον θεωρούσε άκρως χριστιανικό, δωροδόκησε, είπε ψέματα πως έχει τη στήριξη των ΗΠΑ, συνωμότησε με άλλους επίδοξους σωτήρες των Ελλήνων, επιστράτευσε οποιοδήποτε μέσον πολιτικής πίεσης, ακόμα και για να κάμψει την αντίσταση της ελληνικής κυβέρνησης που φοβήθηκε να επέμβει ενεργά! Την εκπληκτική ιστορία του ανθρώπου αυτού, του οποίου ούτε το όνομα δεν πολυγνωρίζουμε στην Ελλάδα, διηγείται με μαεστρία ο ελληνικής και πολωνικής καταγωγής Αμερικανός δημοσιογράφος και συγγραφέας Λου Γιουρένεκ.

Το βιβλίο του με τίτλο «Η μεγάλη φωτιά», που κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Ψυχογιός, δεν στηρίζεται μονάχα στην έρευνα για τον Αμερικανό από μηχανής θεό με το παράξενο σουλούπι. Ο συγγραφέας διαλέγει προσεκτικά μια ομάδα από αντιθετικούς, υπαρκτούς χαρακτήρες έτσι ώστε να περιγράψει το συμβάν ως μια συναρπαστική, αληθινή πλοκή. Βρέθηκε πρόσφατα στην Ελλάδα για να δώσει μια ομιλία στο Ψηφιακό Μουσείο Νέας Σμύρνης, ένα μικρό, όμορφο μουσείο που αξίζει να επισκεφθείτε, και μίλησε στην «Κ».

Με ακρίβεια

«Η φιλοδοξία μου στην έκδοση αυτή ήταν να διηγηθώ την καταστροφή της Σμύρνης με ακρίβεια, βασιζόμενος σε αρχεία, αποχαρακτηρισμένα διπλωματικά έγγραφα, ακόμα και συνεντεύξεις. Πρωτίστως όμως έκανα πολλά ταξίδια σε Ελλάδα και κυρίως στην Τουρκία, εν είδει ρεπορτάζ. Ηθελα να δω με τα μάτια μου και να καταλάβω με τις αισθήσεις μου τι έβλεπαν οι πρόσφυγες, πώς ήταν το τοπίο όπου έγιναν οι μάχες. Για να μπορέσεις να κάνεις τη διήγηση ενός πραγματικού γεγονότος τόσο ζωντανή ώστε να εμπλακεί ο αναγνώστης σχεδόν έναν αιώνα αργότερα, πρέπει να διαλέξεις ένα σωστό cast από προσωπικότητες έτσι ώστε να φωτιστούν όλες οι πλευρές: από τον Τζένινγκς μέχρι τον Νουρεντίν Πασά της Σμύρνης και την οικογένεια του Ωνάση που ενσάρκωνε το δαιμόνιο στο εμπόριο, και από τον Αμερικανό ναύαρχο Μαρκ Μπρίστολ, τον ύπατο αρμοστή στην Κωνσταντινούπολη που μισούσε τους Ελληνες και τους Αρμένιους, έως τον πρόξενο Τζορτζ Χόρτον που έκανε προσπάθειες να γλιτώσει το χριστιανικό στοιχείο».

Το βιβλίο διαβάζεται απνευστί, με την υπόθεση να επικεντρώνεται στις ημέρες της απόλυτης καταστροφής για το ελληνικό στοιχείο. Ακόμα και στην ομιλία που έδωσε στη Νέα Σμύρνη ο Πολωνομανιάτης Γιουρένεκ, η διήγησή του για το τι συνέβαινε πάνω στην προκυμαία ήταν τόσο ζωντανή και με τέτοια λεπτομέρεια, που πολλοί ακροατές μικρασιατικής καταγωγής από το κοινό βαριανάσαιναν. Αυτό πάντως που τον προβλημάτισε περισσότερο ως δημοσιογράφο και συγγραφέα είναι ότι οι σημερινοί Ελληνες δεν φαίνεται να γνωρίζουν τόσα πράγματα για τη μικρασιατική εκστρατεία και την τρομερή της κατάληξη.

Η ενοχή της ήττας

Κυρίως, τον απασχολεί το γεγονός ότι δεν αποκαλούμε την εξάλειψη του χριστιανικού στοιχείου με τον όρο γενοκτονία, όπως θα οφείλαμε να κάνουμε κατά τη γνώμη του: «Μέσα σε μία δεκαετία, από το 1912 έως και το 1922, εξοντώθηκαν στη Μικρά Ασία περίπου 3 εκατομμύρια Ελληνες, Αρμένιοι και Ασσύριοι. O Εβραίος Ράφαελ Λέμκιν, που επινόησε τον όρο, τον πρωτοανέφερε για τα γεγονότα αυτά στην Ανατολία στις αρχές του 20ού αιώνα και όχι για το Ολοκαύτωμα. Τα μέλη του Εθνικοσοσιαλιστικού Κόμματος του Χίτλερ θαύμαζαν τον Κεμάλ για τον τρόπο που έβγαλε από τη μέση τους εχθρούς τους. Και ο ίδιος ο Αδόλφος έλεγε: “Ποιος θυμάται σήμερα τους Αρμένιους;”. Η μόνη εξήγηση που μπορώ να δώσω είναι ότι οι Ελληνες τραυματίστηκαν τόσο από αυτό το γεγονός και ότι υπάρχει ίσως ακόμα η ενοχή της ήττας. Η ιδεολογία επίσης έχει παίξει τον ρόλο της στο να μη γίνει μια πραγματικά ανοικτή συζήτηση για το τι πραγματικά συνέβη στη Μικρά Ασία».

Οταν του ανέφερα την τεράστια διαμάχη που έγινε για την περιγραφή του συμβάντος περίπου ως «συνωστισμός στην προκυμαία» στη διατύπωση σε σχολικό βιβλίο, αλλά και το γεγονός ότι συχνά ακροδεξιά στοιχεία θέλουν να οικειοποιηθούν το εθνικό αφήγημα για δική τους χρήση, ο Γιουρένεκ τόνισε: «Την Ιστορία δεν μπορείς να τη βουρτσίζεις και να την εξωραΐζεις για να έχεις καλύτερες σχέσεις σήμερα με τους γείτονές σου ή τους παλιούς εχθρούς σου. Ο μόνος τρόπος να επιτευχθεί αυτό είναι μέσα από την αλήθεια, από το πόσο φρικτά μπορεί να είναι τα γεγονότα. Μόνο τότε έρχεται η ανακούφιση και η συμφιλίωση».

Μιλώντας για τη μνήμη των επιζώντων και την ενοχή που συχνά τους διακατέχει, ο Γιουρένεκ βάζει μέσα και τον εαυτό του, μιλώντας αυτήν τη φορά ως δημοσιογράφος και όχι ως συγγραφέας: «Διδάσκω εδώ και πολλά χρόνια δημοσιογραφία στο Πανεπιστήμιο της Bοστώνης και συνειδητοποίησα ότι οι δημοσιογράφοι της δικής μου γενιάς κατάφεραν και έκαναν καλές καριέρες χωρίς την τεράστια αγωνία για το τι θα συμβεί στον Τύπο. Η δική σας γενιά των συναδέλφων πρέπει δυστυχώς να δώσει τη μάχη της επαγγελματικής επιβίωσης. Η μόνη μας ελπίδα είναι ότι μπορεί το χαρτί να πεθάνει αλλά δεν θα σβήσει ποτέ η ανάγκη να υπάρχει κάποιος που να μπορεί να πει την αλήθεια με τρόπο ακριβή και ενδιαφέροντα».

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ