ΒΙΒΛΙΟ

Η συγγραφή είναι πραγματικά μια τρέλα

ΣΑΚΗΣ ΙΩΑΝΝΙΔΗΣ

«Ο Αγγλος ασθενής», με τους Ρέιφ Φάινς και Κρίστιν Σκοτ Τόμας. Η επιτυχημένη κινηματογραφική μεταφορά ενός ιδιαίτερα δημοφιλούς μυθιστορήματος του Μάικλ Οντάατζε.

«Δεν είχα φορέσει ποτέ μου κάλτσες πριν φτάσω στην Αγγλία», λέει στην «Κ» ο βραβευμένος με Booker συγγραφέας Μάικλ Οντάατζε για μία από τις αλλαγές που βίωσε κυριολεκτικά στο πετσί του όταν έφτασε στη Μεγάλη Βρετανία από την Ινδία. «Είχα μια νομαδική ζωή, ζώντας στην ουσία σε τρεις χώρες αντί για μόνο σε μία. Οπότε έπρεπε να μάθω να προσαρμόζομαι γρήγορα. Πράγμα που έπρεπε να κάνω όταν έφτασα στην Αγγλία, όπου σχεδόν κάθε κοινωνικός κανόνας και κώδικας ενδυμασίας ήταν διαφορετικός», μας λέει και κάπου εκεί αρχίζει και σχηματίζεται το πλαίσιο γύρω από το οποίο ξετυλίγονται οι ιστορίες στο τελευταίο του βιβλίο, «Το τραπέζι της γάτας».

Ο Μάικλ Οντάατζε γεννήθηκε στο Κολόμπο της Σρι Λάνκας το 1943. Επειτα από λίγο οι γονείς του χώρισαν και η μητέρα του έφυγε για την Αγγλία. Στα 11 του χρόνια ταξίδεψε μόνος του με προορισμό το λιμάνι του Λονδίνου για να επανενωθεί με τη μητέρα του και να ξεκινήσει μια νέα ζωή. «Καθώς έμπαινα στο αυτοκίνητο, μου εξήγησαν πως αφού διέσχιζα τον Ινδικό Ωκεανό και τον Αραβικό Κόλπο και την Ερυθρά Θάλασσα και περνούσα μέσα από το κανάλι του Σουέζ στη Μεσόγειο, θα έφτανα ένα πρωινό στην Αγγλία και εκεί θα με περίμενε η μητέρα μου. Δεν ήταν η μαγεία ή η κλίμακα του ταξιδιού που με απασχολούσαν, αλλά μία λεπτομέρεια: Πώς θα μάθαινε η μητέρα μου πότε ακριβώς θα έφτανα σε αυτή την άλλη χώρα. Και αν θα ήταν εκεί», εξομολογείται στις πρώτες σελίδες του βιβλίου του ο ήρωάς του, ο 11χρονος Μάικλ, και κάπου εκεί τελειώνουν οι ομοιότητες μεταξύ του συγγραφέα και του χαρακτήρα του, αν και ο ίδιος φλερτάρει συχνά με στοιχεία από τη ζωή του. «Πίστεψα ότι θα μπορούσα να δημιουργήσω μια μυθοπλασία από τη δική μου προσωπική ιστορία και μάλιστα μια συναρπαστική μυθοπλασία. Υπάρχουν στοιχεία από το ταξίδι που έκανα και εγώ, αλλά το βιβλίο είναι πολύ πιο περιπετειώδες από το πραγματικό ταξίδι», μας λέει.

Στην πλοκή, ο μικρός Μάικλ επιβιβάζεται στο υπερωκεάνιο «Ορονσέυ» με προορισμό την Αγγλία και ο χαμηλός ναύλος τού επιτρέπει μια θέση στο λεγόμενο «τραπέζι της γάτας» της τραπεζαρίας, μακριά δηλαδή από το τραπέζι του πλοιάρχου, μαζί με μια ετερόκλητη παρέα ενηλίκων και ανηλίκων. Κάθε μέρα είναι μια μικρή περιπέτεια στα παιδικά του μάτια και μια βουτιά στα καταστρώματα των μεγάλων, της τζαζ, των γυναικών, της λογοτεχνίας και του μυστηρίου όπως τις θυμάται και τις εξιστορεί ύστερα από 40 και πλέον χρόνια. «Με ενδιέφερε η φωνή ενός νέου, κάπως αθώου αλλά επίσης πολύ συνειδητοποιημένου για το τι συμβαίνει μεταξύ ενηλίκων. Ηθελα επίσης να δω πώς οι μεγάλοι συμπεριφέρονταν στους μικρότερους. Δεν το είχα σχεδιάσει έτσι, αλλά το ανακάλυψα και το χάρηκα όσο έγραφα το βιβλίο. Οι μικροί ξέρουν περισσότερα από τους ενηλίκους, αλλά την ίδια στιγμή καταλαβαίνουν πολύ λιγότερα. Ενδιαφέρον πρόβλημα», μας λέει ο κ. Οντάατζε και προσθέτει ότι τα παιδιά του δεν πίστευαν ότι ταξίδεψε από τη Σρι Λάνκα στην Αγγλία ολομόναχος. «Ισως κάποιος γίνεται περισσότερο αυτάρκης με αυτόν τον τρόπο», σημειώνει.

Η Αγγλία ωστόσο δεν ταίριαξε στον Οντάατζε και μόλις έγινε 18 ετών έφυγε για τον Καναδά, όπου ζει σήμερα. Εκεί συναντήθηκε με την ποίηση εκδίδοντας πρώτα τη συλλογή «The Dainty Monsters» και αργότερα το «The collected works of Billy the Kid», που συνδυάζει πρόζα και ποίηση. «Ηταν το δώρο που μου δόθηκε στη ζωή. Ανακάλυψα ότι θέλω να μάθω πώς να γράφω. Δεν φανταζόμουν ποτέ ότι θα γράψω μυθιστόρημα ή κάτι μεγάλο, αλλά η ποίηση ήταν πιο ενδόμυχη, πιο ιδιωτική, ένα μικρότερο τοπίο που μπορούσα να χωρέσω στην παλάμη μου. Αργότερα στα 30 μου ήθελα να δοκιμάσω τη μεγαλύτερη φόρμα, πιο πολύ ως ένα κολάζ χρόνου, τόπου και ανθρώπων, να συμπεριλάβω περισσότερα πρόσωπα στην ίδια ιστορία. Και πιστεύω ότι μετέφερα πολλούς κανόνες της ποίησης στη μυθοπλασία, όπως να υποδηλώνω τι μπορεί να συμβαίνει, να κάνω άλματα», τονίζει. Το 1992 τιμήθηκε με το βραβείο Booker για τον «Αγγλο ασθενή», ενώ η οσκαρική κινηματογραφική μεταφορά του βιβλίου τον έκανε παγκοσμίως γνωστό. Η μεγάλη επιτυχία τού έδωσε την ελευθερία, όπως λέει, να γράψει γι’ αυτά που ήθελε, «άλλοτε πιο σκοτεινά και άλλοτε πιο κωμικά πράγματα». «Στα πέντε χρόνια που μου πήρε για να το γράψω, η ενέργειά μου διοχετεύτηκε, εκτός από την έρευνα που έκανα, στο πώς να μπω μέσα και να δημιουργήσω μια ιστορία και μετά πώς να αποδεσμευτώ από την ιστορία, συναισθηματικά, και ως προς την πλοκή. Δεν αρχίζω να γράφω έχοντας στο μυαλό μου την πλοκή, η υπόθεση και η ιστορία αναδύονται όσο γράφω. Οπότε πρέπει να είμαι συνεχώς σε εγρήγορση. Η συγγραφή είναι πραγματικά μια τρέλα», σημειώνει.

​​Ο Μάικλ Οντάατζε θα συζητήσει για το έργο του με τον Χάρη Βλαβιανό στις 21/6, 8.30 μ.μ. στο Public Συντάγματος.

Το σπίτι της*

Επειδή έχει ζήσει μόνη, το σπίτι της το έχει κτίσει αποκλειστικά εκείνη και η ανάγκη. Η ανάγκη να γεράσει και να μεγαλώσει παιδιά.

Ανθρωποι πέρασαν από τη ζωή της, έμειναν για λίγο, έφυγαν, την άλλαξαν, άφησαν πάνω της σημάδια, όμως δεν έχω βρεθεί ποτέ σε σπίτι που ο χαρακτήρας και το παρελθόν του να σου αποκαλύπτονται με τέτοιο τρόπο.

Περιέχει όσους γνωρίζει και έχει γνωρίσει, και όλα όσα έχει κρατήσει στη διάρκεια του ταξιδιού της.

Οταν τη συνάντησα για πρώτη φορά δεν είδα παρά εκείνη, αλλά τώρα καθώς τη γνωρίζω, καταλαβαίνω τις μικρές της συνήθειες.

Το πρόβλημα γι’ αυτήν είναι ο αποχωρισμός. Λέει: «Χθες το βράδυ καθώς άκουγα όλους τους γνώριμους ήχους φαντάστηκα πώς θα ήταν αν ξυπνούσα ένα χρόνο από τώρα και τα δέντρα του κήπου ήταν διαφορετικά». Οι δρόμοι, το βάρος του θαλασσινού αέρα, τα πουλιά που αναγνωρίζουν τους θάμνους σου, και αυτά σε στηρίζουν, σου χαρίζουν την ελευθερία της ρουτίνας, αποτελούν ένα σπίτι.

Τα πάντα εδώ μου φαίνονται ξένα. Εσύ όμως, όχι. Και το δωμάτιό σου που μοιάζει με γκρίζο πηγάδι, και οι γάτζοι πάνω από το πλυντήριο όπου κρεμάς τα νωπά ρούχα για να μη χρειαστεί να τα σιδερώσεις, και οι γκριζοπράσινοι ξύλινοι τοίχοι, και το μυστικό συρτάρι που άνοιξες στα δύο χρόνια της γνωριμίας μας για να μου δείξεις τις αρχαίες γιαπωνέζικες πένες. Ολα αυτά τα αγαπώ, παρόλο που κουβαλάω μέσα μου το δικό μου τοπίο και τις τρεις αποσκευές μου. Αλλά αυτό έχει γίνει το δέρμα σου, και καθώς αναχωρείς το ξέρεις.

Κάποια δειλινά, όταν ξεχνώ να ανοίξω τα φώτα, χτυπάω τα γόνατά μου στις μικρές, περιστρεφόμενες βιβλιοθήκες, που δεν θα έπρεπε να βρίσκονται εκεί. Ομως εσύ, ακόμη κι όταν κουβαλάς την μπουγάδα ή βιβλία, με μια επιδέξια, φυσική κίνηση των γοφών σου, ξέρεις να τις αποφεύγεις. Οταν μπορείς να κινείσαι σ’ ένα σπίτι με δεμένα τα μάτια, το σπίτι αυτό σου ανήκει. Κινείσαι σαν αίμα ήρεμα μέσα στο σώμα σου. 

Πρόσφατα ξύπνησα δίπλα σου και χωρίς να σε κοιτάξω, σαν να βρισκόμουν ακόμη σε όνειρο, άπλωσα το χέρι μου και ήξερα ακριβώς πού είναι οι ώμοι σου, η καρδιά σου – εσύ στη συγκεκριμένη στάση στο κρεβάτι που τώρα μοιραζόμαστε. Είναι και αυτό ένα είδος γνώσης. Σαν να είσαι το σχεδιάγραμμα του σπιτιού σου.

* Ενα ποίημα του Μάικλ Οντάατζε, μεταφρασμένο από τον Χάρη Βλαβιανό, ειδικά για την «Κ».

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ