ΕΤΙΚΕΤΕΣ:

Με ένα ποτήρι από το αγαπημένο του ουίσκι και φορώντας ακουστικά στα αυτιά του, καθισμένος στον άνετο καναπέ του σπιτιού του στο Μισισιπί, ο Ρίτσαρντ Φορντ πέρασε πολλές νύχτες τον χειμώνα του 1985 ακούγωντας μανιωδώς Μπρους Σπρίνγκστιν. Eίχε τελειώσει το γράψιμο του «Αθλητικογράφου» και η έκδοση του βιβλίου την επόμενη χρονιά θα του άνοιγε τον δρόμο προς την καθιέρωση και θα σύστηνε στους αναγνώστες τον ήρωά του, Φρανκ Μπάσκομπ.

Το περιοδικό Esquire τού είχε ζητήσει ένα κείμενο για τον Σπρίνγκστιν, γι’ αυτό και άκουγε επί ώρες τα τραγούδια του 38χρονου τότε μουσικού. Μέχρι που ένας στίχος δεν μπορούσε να του φύγει από το μυαλό. «Οταν έφτασα στον στίχο που λέει “Say goodbye it’s Independence Day” ένιωσα κάτι να ταράζεται μέσα μου επειδή υπήρχε μια ασυμφωνία στην ιδέα του “πες αντίο, είναι Ημέρα Ανεξαρτησίας”. Γιατί η ανεξαρτησία να συνδέεται με το αντίο; Γιατί όχι με κάτι άλλο; Υπήρχε κάτι σε αυτή την ασυμφωνία που βρήκα ενδιαφέρον. Δεν ξεκίνησα με αυτό ως θέση, αλλά άρχισα να γράφω με την αίσθηση που δημιούργησε το τραγούδι μέσα μου. Αργότερα, όταν άρχισα να γράφω ονόμασα το βιβλίο “Ημέρα Ανεξαρτησίας” επειδή ήθελα να έχει αυτή την αίσθηση», μου λέει ο Ρίτσαρντ Φορντ, ένας από τους σημαντικότερους εν ζωή Αμερικανούς συγγραφείς για τις συνθήκες που οδήγησαν στη δημιουργία του επικού μυθιστορήματος «Ημέρα Ανεξαρτησίας», που του χάρισε τα βραβεία Πούλιτζερ και PΕΝ και κυκλοφόρησε πρόσφατα από τις εκδόσεις Πατάκη. Πριν από λίγο καιρό έγραψε μια κριτική για το βιβλίο του Σπρίνγκστιν «Born to run» για τους New York Times. «Πίστευα ότι θα ήταν η στιγμή που θα γνωριζόμασταν, θα μιλούσαμε, θα εκτιμούσαμε ο ένας τον άλλο και ίσως να γινόμασταν και φίλοι. Δεν έγινε ποτέ», λέει κοφτά.

Η συγγραφή είναι «μαστορική» δουλειά

Λίγοι θα μπορούσαν να μαντέψουν ότι ο ατίθασος δυσλεκτικός έφηβος που έμπλεκε σε φασαρίες στο Μισισιπί του ’60 θα γινόταν ένας από τους σημαντικότερους εν ζωή Αμερικανούς συγγραφείς. Οπως λέει, ανακάλυψε τον κόσμο της λογοτεχνίας πιο αργά από τους περισσότερους, λίγο πριν κλείσει τα 20 του χρόνια, και ήρθε κοντά στον Φόκνερ και στον Ελιοτ. «Συνειδητοποίησα ότι τα μυθιστορήματα απεικόνιζαν μεν έναν εναλλακτικό κόσμο, αλλά δεν ήταν επιστημονική φαντασία, ήταν ο κόσμος μας. Διαβάζοντας καλή λογοτεχνία, κατάλαβα ότι αξίζει να μελετάς από κοντά τη ζωή», τονίζει. Η ήπια δυσλεξία του είχε ως αποτέλεσμα να διαβάζει πολύ αργά, αλλά και να αποκτήσει μια ευαισθησία στη γλώσσα και στις λέξεις. «Η συγγραφή για μένα είναι επιλογή της πρώτης λέξης, μετά της δεύτερης και μετά της τρίτης. Είναι κυρίως επιλογή λέξεων και όχι προτάσεων. Οι προτάσεις προκύπτουν φυσικά», σημειώνει.

Σήμερα ο Ρίτσαρντ Φορντ είναι 73 ετών και η χειραψία του παραμένει ατσάλινη. «Δεν με πειράζει ο χρόνος που περνάει. Νομίζω είναι ενδιαφέρον, θα έλεγα μέχρι και απολαυστικό. Εξωτερικά δεν έχω αλλάξει πολύ από τότε που ήμουν 43», μου λέει. Πριν από 10 χρόνια έκανε μια σοβαρή εγχείρηση και με το δάχτυλό του σχηματίζει μια νοητή ευθεία που ξεκινάει πίσω από το αριστερό αυτί του και καταλήγει στον λαιμό του. «Το μόνο που σκεφτόμουν ήταν ότι κανείς δεν μου είχε πει ποτέ ότι μπορεί να έχω καρκίνο και σκεφτόμουν ότι θα ήταν ενδιαφέρον να δω πόσο θα άλλαζε τη ζωή μου, τι επίδραση θα είχε πάνω μου. Δεν φοβάμαι εύκολα και με έναν τρόπο που το μυαλό κυριαρχεί στην ύλη μού φάνηκε ότι θα ήταν ενδιαφέρον. Βγάζω τα προς το ζην με τα γεγονότα της ζωής τα τελευταία 50 χρόνια. Δεν βλέπω τον λόγο να αποστρέψω το βλέμμα μου σε αυτά απλώς και μόνον επειδή γερνάω», τονίζει.

Ο συνομιλητής μου είναι ψηλός, ευθυτενής και το ψυχρό γαλάζιο των ματιών του φωτίζει το ήρεμο λευκό του πρόσωπο. Ακόμη παίζει σκουός, κυνηγάει, σηκώνει βάρη και οδηγεί τη Χάρλεϊ Ντέιβιντσον που αγόρασε πριν από 30 χρόνια και ζυγίζει όσο ένα μικρό αυτοκίνητο. Αν και μόλις περάσει το φετινό καλοκαίρι σκέφτεται να τη χαρίσει σε ένα φίλο του στο Μέιν, όπου ζει τώρα με τη γυναίκα του Κριστίνα. «Μου αρέσει να χαρίζω τα πράγματά μου. Νιώθω μια ιδιαίτερη ευχαρίστηση όταν δίνω τα πιο πολύτιμα πράγματα που έχω. Δεν ξέρω γιατί, μου συμβαίνει ενστικτωδώς», λέει. Κάνει το ίδιο και όταν γράφει; «Θα μπορούσε να το δει κάποιος και έτσι, όμως είναι τόσο πολλά αυτά που παίρνω πίσω από τη λογοτεχνία, που δεν νιώθω ότι δίνω τόσα. Προσπαθώ να κάνω τον εαυτό μου χρήσιμο για τους άλλους ανθρώπους που έχουν την ανάγκη από κάτι που θα επαναβεβαιώσει τη σχέση τους με το γεγονός ότι είναι ζωντανοί.

Ο λόγος...

Νομίζω ότι αυτός είναι ο λόγος που γράφω βιβλία και αυτή είναι η επίδραση που έχουν τα βιβλία σε εμένα. Ακόμη και αν λένε δυσάρεστες ιστορίες, νομίζω ότι το να απευθύνεσαι στον κόσμο μέσα από ένα μυθιστόρημα σημαίνει ότι έχεις καταλάβει πως ο κόσμος πέρα από τον εαυτό σου αξίζει την προσοχή σου, πως μπορείς να είσαι καλύτερος στη ζωή, λιγότερο επιβλαβής», επισημαίνει.

Ωστόσο, δεν θεωρεί τον εαυτό του και τους συγγραφείς «καλλιτέχνες» και κάθε φορά που ένας συνάδελφός του αποκαλείται καλλιτέχνης ανατριχιάζει. «Πιστεύω ότι η συγγραφή μυθιστορημάτων είναι μια πιο “μαστορική” δουλειά. Για παράδειγμα, οι αρχιτέκτονες είναι καλλιτέχνες, αλλά οι μυθιστοριογράφοι είναι οι τεχνίτες που τοποθετούν το ένα τούβλο μετά το άλλο σε ένα οικοδόμημα που σχεδίασε ένας αρχιτέκτονας», λέει με έμφαση.

Καλές κριτικές, αλλά ένιωθε αποτυχημένος

Πίνει μια γουλιά από τον σκέτο αμερικανικό καφέ που παρήγγειλε, κάθεται πιο άνετα στην πολυθρόνα του και μου εξιστορεί το σημείο καμπής της καριέρας του. Στις αρχές του ’80 είχε εκδώσει δύο βιβλία, που αν και έλαβαν καλές κριτικές δεν πούλησαν τα αναμενόμενα, και ο Φορντ δούλεψε για κάποιο διάστημα ως αθλητικογράφος για ένα περιοδικό. Οταν εκείνο έκλεισε ήταν 37 ετών, παντρεμένος και άνεργος. «Ζούσαμε στο Νιου Τζέρσεϊ, ήμουν γενικά στο σπίτι, η γυναίκα μου πήγαινε στη δουλειά και άρχισα να μην αισθάνομαι χρήσιμος. Αναρωτήθηκα τι είχα κάνει στη ζωή μου που να άξιζε και το να γράφω μυθιστορήματα ήταν το μόνο που ήθελα να κάνω. Ακόμη κι αν πίστευα ότι είχα αποτύχει σε αυτό. Οπότε σκέφτηκα να το προσπαθήσω ξανά και να κάνω κάτι τελείως διαφορετικό από πριν», τονίζει. Γι’ αυτό ίσως δυσκολεύτηκε να πιστέψει ότι το περιοδικό TIME συμπεριέλαβε τον «Αθλητικογράφο» ανάμεσα στα 100 σημαντικότερα μυθιστορήματα του β΄ μισού του 20ού αιώνα, αλλά αυτό που δεν περίμενε ποτέ ήταν ότι ο ήρωάς του, ο Φρανκ Μπάσκομπ, θα συνέχιζε τη μυθιστορηματική του ζωή στην «Ημέρα Ανεξαρτησίας». «Δεν είχα ποτέ αυτήν τη φιλοδοξία. Δεν νομίζω ότι είμαι καλύτερος απ’ ό,τι πραγματικά είμαι, και μάλιστα είμαι λιγότερο καλός από αυτό που φαίνεται πως είμαι. Αυτό που κάνει ένα συγγραφέα “μεγάλο” είναι ότι γράφει βιβλία που τον κάνουν καλύτερο απ’ ό,τι είναι. Αν με γνώριζες αλλού δεν θα σκεφτόσουν ότι έγραψα ένα καλό βιβλίο. Θα πίστευες ίσως ότι είμαι ένας συμπαθητικός, συνηθισμένος, άνθρωπος, που είναι αλήθεια. Αλλά μέσα από την εξάσκηση, την τριβή, τη γαλβανιστική ένταση που απαιτεί το γράψιμο ενός βιβλίου, ένα άτομο μπορεί να γίνει εξυπνότερο απ’ ό,τι είναι όσο ετοιμάζει ένα βιβλίο. Ξέρω πως αυτό συνέβη με εμένα. Οταν τελειώνω ένα βιβλίο επιστρέφω στον πραγματικό μου εαυτό. Είναι λίγο απογοητευτικό, όμως από την άλλη δεν πειράζει», μου λέει γελώντας.

Είναι ενθουσιασμένος που η «Ημέρα Ανεξαρτησίας» εκδίδεται στην ελληνική γλώσσα περίπου 20 χρόνια μετά την πρώτη της έκδοση στην Αμερική. «Για μένα σημαίνει ότι το βιβλίο έχει μια δυναμική που συνεχίζει και μετά τη στιγμή της δημιουργίας του. Η οπτική του για τον κόσμο που περιγράφει δεν έχει παλιώσει, δεν είναι άσχετη ή βαρετή», σημειώνει. Στο βιβλίο, ο Φρανκ είναι χωρισμένος, πουλάει ακίνητα και προσπαθεί να δεθεί με τον έφηβο γιο του το τριήμερο της 4ης Ιουλίου. Αν και ο ήρωάς του έχει καθιερωθεί ως «everyman», ως ο μέσος Αμερικανός, ο κ. Φορντ δεν αποδέχεται αυτή τη γενίκευση. Ως ένα βαθμό. «Δεν πιστεύω ότι υπάρχει ένας μέσος τύπος Αμερικανού ή Ελληνα. Μία από τις λίγες διανοητικές ικανότητές μου είναι να αντιτίθεμαι σε κάθε συμβατική σοφία. Πριν καν υπάρξει ο Φρανκ, σκεφτόμουν πως όταν έγινα από συγγραφέας αθλητικογράφος το έκανα γιατί ήθελα μια λιγότερο απαιτητική δουλειά, πιο εύκολη και ευχάριστη, και σκέφτηκα ότι δεν υπήρχε τίποτα κακό σε αυτό. Και σκέφτηκα ότι άξιζε να γράψω μια ιστορία γι’ αυτό. Δεν ήταν πρόθεσή μου να γίνει ο Φρανκ “everyman”, διότι δεν συμφωνώ με αυτήν τη γενίκευση, αλλά δεν με πειράζει που τον βλέπει ο κόσμος έτσι γιατί αυτό μου λέει ότι είναι αναγνωρίσιμος χαρακτήρας», τονίζει.

Ενα βιβλίο για τους γονείς του

Ο Πάρκερ Κάρολ Φορντ πέθανε από ανακοπή καρδιάς στα χέρια του γιου του, Ρίτσαρντ, όταν εκείνος ήταν μόλις 16 ετών. Η μητέρα του Εντνα έφυγε από τη ζωή στα μέσα της δεκαετίας του ’80 από καρκίνο του μαστού. Τις μνήμες του από τους γονείς του καταγράφει ο βραβευμένος συγγραφέας στο τελευταίο του βιβλίο «Between Them», το οποίο θα μεταφραστεί στα ελληνικά από τις εκδόσεις Πατάκη το 2018 και όπως λέει, δεν είναι καθόλου ένα βιβλίο για τον ίδιο. «Ηθελα το βιβλίο να είναι όσο γίνεται μόνο για τους γονείς μου. Ηθελα να είναι πραγματικό, δεν ήθελα να διατηρήσω κάτι από αυτούς που να μην ήταν αλήθεια. Στον επίλογο παραδέχομαι ότι, αφού εγώ είμαι ο αφηγητής, ήταν αναπόφευκτο να υπάρχουν ορισμένες προκαταλήψεις και αποκαλύψεις για μένα ή αποτυχίες», σημειώνει. Για έναν συγγραφέα ευαίσθητο στην επιλογή των κατάλληλων λέξεων, πόσο τον δυσκόλεψε αυτό το βιβλίο; «Οταν ψάχνεις μια λέξη για ένα μυθιοστόρημα, σκέφτεσαι συνήθως ένα συνώνυμο ή μια λέξη με τις σωστές συλλαβές ή τον ήχο. Στο χρονικό, στη μαρτυρία, η λέξη πρέπει να είναι αληθινή για τον άνθρωπο στον οποίο αναφέρεται. Οταν λέω ότι η μητέρα μου είχε μια αναζωογονητική εμπειρία είναι κάτι παραπάνω από μια ωραία λέξη. Πρέπει να αναρωτηθώ: ήταν αλήθεια αυτό για τη μητέρα μου; Εχει διαφορά», αναφέρει.

Το κεφάλαιο που αναφέρεται στη μητέρα του γράφτηκε σχεδόν αμέσως μετά τον θάνατό της. Για τον πατέρα του, που δούλευε ως πλανόδιος πωλητής και περνούσε τα Σαββατοκύριακα στο σπίτι, συγκέντρωνε υλικό πάνω από 30 χρόνια. «Γιατί το έγραψα τώρα; Κατάλαβα ότι δεν μάζευα κάτι καινούργιο για τον πατέρα μου εδώ και καιρό, που σήμαινε ότι είτε είχα συγκεντρώσει ό,τι μπορούσα ή ότι έχανα την επαφή με το υλικό. Οπότε ένιωσα ότι τώρα ήταν η στιγμή να το κάνω. Είμαι σίγουρος επίσης ότι ένα μικρό κομμάτι μου νόμιζε ότι ίσως πέθαινα και δεν ήθελα να πεθάνω χωρίς να έχω γράψει τίποτα για τον πατέρα μου», καταλήγει.

«Εχουμε έναν πρόεδρο που είναι ηλίθιος»

Τον παρατηρώ καθώς πίνει ακόμη μια γουλιά καφέ. Το φλιτζάνι του έχει μισοαδειάσει. Φοράει τζιν παντελόνι, μαύρη πικέ μπλούζα με γιακά και καφέ σακάκι. Οι κινήσεις του είναι μικρές όση ώρα συζητάμε και μοιάζει χαλαρός και ευδιάθετος παρά το γεγονός ότι τον ταλαιπωρεί ένας βήχας, που φοβάται ότι θα του γυρίσει σε πνευμονία. Εχουν περάσει δύο μήνες που λείπει από το σπίτι του και την αγαπημένη του σύζυγο Κριστίνα. «Ξέρετε, με ρωτούν πολλές φορές πώς γίνεται και γράφω για αποτυχημένους γάμους, για ανθρώπινες σχέσεις που δοκιμάζονται και καταστρέφονται, ενώ έχω έναν ευτυχισμένο γάμο και μια ήρεμη ζωή. Γράφω γι’ αυτά που με φοβίζουν περισσότερο, για εκείνα τα πράγματα που μπορεί να αποσυνθέσουν τη ζωή μου. Νομίζω πως μόνον έτσι μπορώ να συμφιλιώσω τον εαυτό με ένα τέτοιο ενδεχόμενο, να έρθω όσο πιο κοντά μπορώ», τονίζει. Ωστόσο, του επισημαίνω με ερωτηματικό, ο Φρανκ είναι αισιόδοξος χαρακτήρας παρά τις δυσκολίες του. «Ναι, φυσικά. Πιστεύει στην ηθική της αγάπης, πιστεύει ότι αξίζει να ζεις τη ζωή, αγαπάει τα παιδιά του και ακόμη και όταν πουλάει σπίτια το κάνει επειδή πιστεύει ότι βρίσκει μια στέγη σε ανθρώπους που την έχουν ανάγκη. Πιστεύει ότι ακόμη κι αν δεν είμαστε υπεύθυνοι για την ύπαρξή μας, αξίζει να προσπαθήσουμε για το καλύτερο στη ζωή. Νιώθω ακριβώς το ίδιο», σημειώνει.

Θα μπορούσε ποτέ ο Φρανκ Μπάσκομπ να ψηφίσει τον Ντόναλντ Τραμπ; «Οχι βέβαια», απαντάει ο κ. Φορντ. «Δεν θα ήθελα να έχω σχέση με κάποιον που έχει ψηφίσει Τραμπ», τονίζει και μου λέει πως έτυχε να φύγει από μια παρέα όταν κατάλαβε ότι ο συνομιλητής του υποστήριζε τον νυν πρόεδρο των ΗΠΑ. «Εχουμε έναν πρόεδρο που είναι ηλίθιος. Βλέπεις και άλλες χώρες στον κόσμο με ηλίθιους ηγέτες και δεν θα σου πάρει πολύ καιρό να καταλάβεις ότι εκείνη η χώρα δεν λειτουργεί. Οταν έχεις ηγέτες που είναι ανόητοι και τσαρλατάνοι, αυτό σημαίνει ότι έχεις ένα αποτυχημένο κράτος», επισημαίνει και πιστεύει πως αυτό σημαίνει πως οι ψηφοφόροι είναι αδιάφοροι, μηδενιστές και βαθιά απογοητευμένοι. «Βλέπω ότι όσοι ψήφισαν Brexit τώρα χτυπιούνται και λένε ότι δεν το πιστεύουν. Ισως αυτό να συμβεί και στις ΗΠΑ ύστερα από μερικές ακόμη χοντράδες. Αν πιστεύω ότι αυτό μπορεί να συμβεί; Οχι. Η Αμερική είναι ένα πολύ συντηρητικό μέρος», λέει.

Ο Ρίτσαρντ Φορντ αρθρογραφεί περισσότερο σε ευρωπαϊκά έντυπα παρά σε αμερικανικά, γιατί όπως λέει, «οι Αμερικανοί είναι καχύποπτοι με τους διανοούμενους». Παρακολουθεί και ενημερώνεται για τα ευρωπαϊκά τεκταινόμενα. «Νομίζω πως ό,τι συμβαίνει στην Ευρώπη γίνεται και στη χώρα μου. Η κίνηση που υπάρχει από τα δεξιά, η προθυμία να εκλέγονται ανίκανοι, η μεγάλη έλλειψη νοημοσύνης για το πώς μια χώρα κρατιέται οικονομικά σταθερή δεν είναι μοναδικά χαρακτηριστικά της δική σας χώρας ή της Ισπανίας αλλά και της δικής μου. Ο μόνος λόγος που νομίζουμε ότι δεν συμβαίνει στην Αμερική, είναι επειδή δεν κοιτάμε», επισημαίνει.

​​Το βιβλίο του Ρίτσαρντ Φορντ «Ημέρα Ανεξαρτησίας» κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Πατάκη σε μετάφραση Θωμά Σκάσση.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ

ΑΡΧΕΙΟ