ΒΙΒΛΙΟ

Επτά πρωτοπόροι και αποσυνάγωγοι...

ΚΑΤΕΡΙΝΑ ΣΧΙΝΑ

«Η θάλασσα όπως τη θυμάμαι», έργα του Κώστα Τσόκλη που παρουσιάζονται στην Τήνο. Οι «ονειρευόμενοι Ελληνες» του Νικήτα Σινιόσογλου, ως άλλοι Οδυσσείς, θυμίζουν τον στίχο του Aλβαρο ντε Κάμπος: «Πουθενά δεν μπορώ να σταθώ. Για με είναι πατρίδα όπου δεν είμαι».

ΝΙΚΗΤΑΣ ΣΙΝΙΟΣΟΓΛΟΥ
Αλλόκοτος ελληνισμός
εκδ. Κίχλη, σελ. 360

Παράξενο και εξαιρετικά συναρπαστικό βιβλίο είναι ο «Αλλόκοτος ελληνισμός» του Νικήτα Σινιόσογλου: ένα δοκίμιο που μελετά επτά στοχαστές της μεθορίου, επτά «αλλόκοτες», έκκεντρες φυσιογνωμίες του ελληνικού πνευματικού βίου, γραμμένο με σπάνια διανοητική ελευθερία, ευφρόσυνη αμεροληψία στη χρήση της ελληνικής γλώσσας και ακριβή επιστημοσύνη· και, μολονότι αγκυρωμένο σε εποχές που χάνονται στην αχλύ του χρόνου, δυναμικά παροντικό. Γιατί και τώρα όπως και τότε, θεμελιώδεις αλλαγές συντελούνται, θεσμικά συστήματα που έμοιαζαν παγιωμένα και ακατάλυτα καταρρέουν, οι βεβαιότητες θρυμματίζονται, οι ανακατατάξεις είναι απροσδόκητες, οι συστολές και οι διαστολές του πνευματικού βίου άτακτες και ακανόνιστες.

Οι ταραγμένες εποχές που εξετάζει ο συγγραφέας εκκινούν από δύο ιστορικά ορόσημα: την κατάλυση του Βυζαντίου το 1453 και τη συγκρότηση του ελληνικού έθνους-κράτους το 1830 – δύο ακμές του νεότερου ελληνισμού, στιγμές κορύφωσης και ταυτόχρονα εξάντλησης, ωριμότητας και αρχόμενης σήψης (σύμφωνα με την αρχαία σημασία της λέξης «ακμή» που υιοθετεί ο συγγραφέας), περίοδοι που όλα τα παγιωμένα συστήματα εκρήγνυνται πέραν των ορίων τους, υπερφαλαγγίζοντας την ίδια τη λογική τους και η «η φυγόκεντρη ισχύς των ιδεών αυξάνεται, ενόσω κορυφώνονται βίαιες εναλλαγές αποσύνθεσης και σύνθεσης».

Επτά είναι οι στοχαστές που απασχολούν τον ερευνητή. Ο περιπατητής των ερειπίων Κυριακός Αγκωνίτης, ο παραδομένος στην ελκτική δύναμη λειψάνων και σπαραγμάτων πλάνης (1391-1452)· ο τελευταίος μεγάλος φιλόσοφος πριν από την Αναγέννηση Πλήθων ο Γεμιστός (1355-1452), «ελληνικός» σε πλαίσιο βυζαντινό, πολιτισμικά αντινομικός· ο Ελληνας μισθοφόρος, απόδημος υμνητής του ιδεόπλαστου έρωτα και ανέστιος νοσταλγός της πατρίδας Μάρουλλος Ταρχανιώτης, (1453-1500). Αυτοί οι τρεις τοποθετούνται στην περίοδο της Αλώσεως και αναγγέλλουν το τέλος του μεσαιωνικού κόσμου και την έλευση της νεωτερικότητας. Τέσσερις άλλοι, αναδύονται λίγο μετά την ακμή του νεοελληνικού διαφωτισμού και την ελληνική επανάσταση. Ενδιαμέσως, στα τέλη του 18ου αιώνα δηλαδή, ο τραγικός εκπρόσωπος του ριζοσπαστικού διαφωτισμού, ο μονόφθαλμος Ακαρνάν Χριστόδουλος Παμπλέκης· και λίγο αργότερα, ο Θεόφιλος Καΐρης, ο Παναγιώτης Σοφιανόπουλος και ο Κωνσταντίνος Σιμωνίδης.

Aντιφατικές φυσιογνωμίες

Το ιδιαίτερα ενδιαφέρον στοιχείο της προσέγγισης του Σινιόσογλου είναι η μελέτη καθενός απ’ αυτά τα πρόσωπα μέσω ενός σύγχρονου διανοητή. Ο Αγκωνίτης εξετάζεται υπό το πρίσμα της φιλοσοφίας του Βάλτερ Μπένγιαμιν και της έννοιας της περιπλάνησης, εδώ ανάμεσα στα ερείπια, τα διαμελισμένα ίχνη του παρελθόντος, μέσω των οποίων μπορεί να δοθεί ένα νόημα στο παρόν. Ο Πλήθων προσεγγίζεται μέσω του Εμίλ Σιοράν και των σκέψεών του για την «αίρεση ουτοπικού τύπου». Ο Ταρχανιώτης, αναγιγνώσκεται υπό το πρίσμα του Ντενίζ ντε Ρουζμόν και του μνημειώδους έργου του «Ο έρως και η Δύση»: η ερωτική ποίηση του Μάρουλλου, έκφραση ανικανοποίητου πόθου και προς ένα ιδεατό ερωτικό αντικείμενο αλλά και προς μια πατρίδα, τροφοδοτείται από το μόνιμο και αλγεινό αίσθημα της ανεστιότητας, της παρατεταμένης εξορίας από τόπο και από γλώσσα (αφού γράφει στα λατινικά).

Οσο προχωρούμε στους αιώνες, ο διάλογος του Σινιόσογλου με τη σύγχρονη φιλοσοφία εντείνεται. Φτάνοντας σε μιαν ακόμη ακμήν της νεοελληνικής ιστορίας των ιδεών, τον Διαφωτισμό, λίγο πριν και λίγο μετά την ελληνική επανάσταση, ο συγγραφέας θα προσεγγίσει τον Θεόφιλο Καΐρη σαν έναν άλλον δον Κιχώτη, βασισμένος στον ανθρωπότυπο του θερβαντικού ήρωα όπως τον αναλύει ο φαινομενολόγος Αλφρεντ Σουτς και θα σκεφτεί την εντεινόμενη αποξένωσή του από τη νεοελληνική κοινωνία με βάση την προσέγγιση του Ζαν Σταρομπινσκί στον αποσυνάγωγο Ρουσό. Η περίπτωση του «αλλόκοτου» Σοφιανόπουλου αναλύεται με βοήθημα τις παρατηρήσεις του Φρόιντ στο σύντομο έργο του για το ανοίκειο, ενώ η φιλοσοφική ανατομή του ιδιοφυούς πλαστογράφου Κωνσταντίνου Σιμωνίδη επιχειρείται υπό το φως της αγωνίας του Λούντβιχ Βιτγκενστάιν για την απόκλιση μεταξύ βεβαιότητας και γνήσιας γνώσης. Και βέβαια, όπως ο ίδιος ο συγγραφέας σημειώνει, ολόκληρο το έργο το διαπερνά μια νιτσεϊκή πνοή. Γιατί οι άνθρωποι αυτοί μη βρίσκοντας στις τρέχουσες ιδέες κάτι που να περιγράψει επαρκώς τον εαυτό τους, καταφεύγουν στα άκρα, σε μια έκφραση έκκεντρη, πρωτοφανή και πρωτάκουστη.

Λησμονημένες, αντιφατικές φυσιογνωμίες, παράξενα παραβλάσταρα στον λείο κορμό της φιλοσοφίας, θερμόαιμες ιδιοσυγκρασίες που δεν βολεύτηκαν στη μεσότητα, οι επτά του Σινιόσογλου ρίχνουν αλλιώτικο φως στην ελληνική πνευματική περιπέτεια και στις, συχνά οδυνηρές, πλευρές της ελληνικής εμπειρίας: την ιδιαίτερη σχέση με το παρελθόν, το ξερίζωμα από την εστία (την περιπλάνηση, τη μετανάστευση) τον νόστο και την επιστροφή, τη δύσκολη και περίπλοκη σχέση του Ελληνα με τη Δύση και τον ορθό λόγο. Μορφές εμπρηστικά παράφορες, διεκδίκησαν την αυτονομία και την ελευθερία τους μέσω του Λόγου, ακόμη κι όταν η raison commune, ο κοινός λόγος όλων των άλλων, εναντιωνόταν στο έργο τους, καμιά φορά μάλιστα συστρατευόταν για να τους ρίξει το ανάθεμα· ριζικά και αμετάπτωτα ξένοι προς το κοινώς σκέπτεσθαι, «αλλόκοτοι», λοξίες, υπήρξαν ασυμβίβαστοι και εξεγερμένοι επειδή δεν ανέχονταν την έκπτωση και τον εκφαυλισμό των κοινοτήτων από τις οποίες ξεπήδησαν.

Σε όλες αυτές τις μορφές αναλάμπει μια ανάμνηση του παγανιστικού κόσμου, όπου Θεός, κόσμος και άνθρωπος είναι ένα όλον και όχι οντολογικά διακριτά σύνολα, ενός κόσμου που είναι έτσι φτιαγμένος ώστε κάθε άνθρωπος να μπορεί να αποδειχθεί θείος. Ονειρευόμενοι Ελληνες οι επτά, στοιχειωμένοι από την ιδέα της επιστροφής, της «αναπροσαρμογής της σχέσης με το παρελθόν και με τον τρέχοντα καιρόν» όπως γράφει για τον Πλήθωνα ο συγγραφέας, μα πάντα διαψευσμένοι, ως άλλοι Οδυσσείς, θυμίζουν τον στίχο του Aλβαρο ντε Κάμπος: «Πουθενά δεν μπορώ να σταθώ. Για με είναι πατρίδα όπου δεν είμαι».

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ