ΕΛΛΑΔΑ

Αν υπήρχε σχέδιο, σε δύο χρόνια θα βρισκόταν λύση

ΜΙΧΑΛΗΣ ΤΣΙΝΤΣΙΝΗΣ

ΕΤΙΚΕΤΕΣ:

«Κι όμως, λύνεται». Ο πρώην υπουργός Προστασίας του Πολίτη είναι κατηγορηματικός. Μπορεί η κατάσταση σήμερα στο Μενίδι να μοιάζει με ανίκητη Λερναία Υδρα. Η αντιμετώπισή της όμως δεν είναι όσο δύσκολη φαίνεται. Σε αυτό συμφωνούν όλοι οι παράγοντες με εμπειρία στα θέματα δημόσιας τάξης που μίλησαν στην «Κ»: Οι υπηρεσίες που σήμερα δείχνουν ότι δεν μπορούν να ελέγξουν το οργανωμένο έγκλημα και τις παρενέργειές του στη Δυτική Αττική θα μπορούσαν να εξαρθρώσουν τη μαφία, αν υπήρχε το κατάλληλο σχέδιο. «Δεν θα χρειαζόταν πάνω από δύο χρόνια για να καθαρίσει η περιοχή», λέει η ίδια πηγή, «αρκεί να υπάρχει μέθοδος και πολιτική καθοδήγηση». Θα χρειάζονταν βέβαια και προγράμματα «απογκετοποίησης» της μειονότητας. Θα χρειάζονταν και παρεμβάσεις αστικής ανάπλασης. Ομως, όλοι συμφωνούν ότι επείγει πρώτα η αποκατάσταση της ισχύος του νόμου.

Εχει ήδη χαθεί, λένε, πολύτιμος χρόνος. «Αν αντιμετωπίσεις στην αρχή το πρόβλημά σου, όλα είναι πιο εύκολα. Χρειάζεται λιγότερες δυνάμεις, λιγότερους πόρους», λέει πρώην υπουργός. Με την εκτίμηση αυτή συμφωνεί και προκάτοχός του. Η απουσία της αστυνομίας, όπως διαπιστώνει, έχει επιτρέψει στις κεφαλές του κυκλώματος να αποκτήσουν μεγάλη δύναμη – οικονομική, αλλά και δύναμη πυρός, κυριολεκτικά. Εχουν όπλα. Εχουν καλύτερη νομική προστασία. Εχουν, εσχάτως, και ένα νέο ποινικό καθεστώς –τον περιβόητο νόμο Παρασκευόπουλου– που τους επιτρέπει πιο εύκολα να μένουν εκτός φυλακής.

«Εξυπνη» αστυνόμευση

Η εγκληματικότητα που εκπορεύεται από την περιοχή έχει δύο διαστάσεις. Η μία είναι το οργανωμένο έγκλημα που διαχέεται παντού στην Αττική – κυρίως το εμπόριο ναρκωτικών. Και η δεύτερη είναι η μικροεγκληματικότητα της καθημερινότητας που διαταράσσει τη ζωή σε τοπικό επίπεδο – οι βανδαλισμοί, οι κλοπές, οι πυροβολισμοί.

Μόνο η αριθμητική ενίσχυση της αστυνομικής παρουσίας δεν αρκεί. Χρειάζεται «έξυπνη» ανάπτυξη των δυνάμεων, ιδίως σε αυτή τη συγκυρία που οι πόροι είναι περιορισμένοι. Οπως λέγεται χαρακτηριστικά, «αστυνομικά τμήματα, όπου το προσωπικό επαρκεί μόνο για να βγαίνουν οι βάρδιες για τη φύλαξη του ίδιου του τμήματος, δεν θα είχαν κανένα αποτέλεσμα», ούτε καν τοπικής εμβέλειας.

«Πρώτα πρέπει να πάει η Ασφάλεια. Πρώτα έχεις ανάγκη την πληροφορία για να ξέρεις πρόσωπα και πράγματα στην περιοχή. Η εξιχνίαση δεν μπορεί παρά να γίνει κομμάτι κομμάτι», λέει στέλεχος με πείρα. Ο ίδιος παραδέχεται ότι όλες οι προηγούμενες ηγεσίες είχαν περιοριστεί σε περιστασιακές επιχειρήσεις για την αντιμετώπιση του συμπτώματος, γιατί οι υπηρεσίες δεν είχαν την οργάνωση για να ασχοληθούν συστηματικά με το πρόβλημα.

Το δεύτερο στοιχείο που, κατά κοινή διαπίστωση, είναι απαραίτητο είναι η στήριξη από την κορυφή. Οπως λέγεται, το «καύσιμο» για να κινηθούν σωστά οι διωκτικές αρχές είναι η πολιτική βούληση. Οι υπηρεσίες δεν έχουν μάθει να λειτουργούν αυτόνομα, όπως στην Ευρώπη. Χωρίς καθοδήγηση, χωρίς ενθάρρυνση και επιτήρηση από την πολιτική ηγεσία, είναι αδύνατο να αποδώσουν. «Σκεφτείτε ότι αυτοί οι άνθρωποι έχουν οικογένειες, απειλούνται. Σκεφτείτε ότι μπορεί να δελεάζονται. Πρέπει να κλειστείς μαζί τους σε ένα γραφείο, σαν καλόγερος, να τους εμπιστευτείς και να τους πείσεις ότι δουλεύετε όλοι μαζί αφοσιωμένοι στο ίδιο πλάνο», παρατηρεί ο πρώην υπουργός.

Πέρα από την καταστολή

Αρκεί όμως η αστυνομία; Δεν χρειάζεται να ασχοληθεί η πολιτεία πιο συστηματικά για να σπάσει την απομόνωση της μειονότητας των Ρομά; Και τα κοινωνικά προγράμματα του παρελθόντος γιατί δεν έφεραν τα αναμενόμενα αποτελέσματα;

Για να αποδώσουν τέτοια προγράμματα χρειάζεται να σπάσει αυτό που η Αννα Λυδάκη, καθηγήτρια Κοινωνιολογίας στο Πάντειο Πανεπιστήμιο, περιγράφει ως φαύλο κύκλο αλληλοτροφοδοτούμενης προκατάληψης: «Εχουμε ποτέ αναρωτηθεί: Δεν τους θέλουμε επειδή δεν μας θέλουν; Ή, μήπως, δεν μας θέλουν επειδή δεν τους θέλουμε;».

Είναι το Μενίδι εκτός δικαίου;

Τον κίνδυνο να λάβουν υπόσταση οργανωμένες μορφές αυτοδικίας στο Μενίδι επισημαίνει ο Παναγής Παναγιωτόπουλος, επίκουρος καθηγητής Κοινωνιολογίας στο Πανεπιστήμιο Αθηνών. Υποστηρίζει μάλιστα ότι «αυτή τη στιγμή είναι υποκριτικό και ύποπτο να επικαλούμαστε κοινωνιολογικές εξηγήσεις».

Τέτοιες εξηγήσεις σε αυτή τη φάση θα ήταν «δικαιολογητικές του εγκλήματος και της ανομίας». Για τον Παναγιωτόπουλο, «είναι μια παθολογία της “προοδευτικής” σκέψης να λέει ότι το έγκλημα δεν υπάρχει επειδή κατάγεται από κάτι άλλο. Είτε κατάγεται είτε δεν κατάγεται, το έγκλημα υπάρχει. Και είναι εις βάρος των πιο αδύναμων. Οι άνθρωποι εκεί δεν ζητούν ενισχυμένη αστυνόμευση. Ζητούν απλή αστυνόμευση. Αντί, όμως, να γίνει αυτό που θα γινόταν σε οποιαδήποτε άλλη ευρωπαϊκή μητρόπολη, αντί να σαρωθεί το έγκλημα, οι κάτοικοι αφέθηκαν στη μοίρα τους. Ζουν σε άλλο καθεστώς, κι ας ζουν σε απόσταση δέκα λεπτών από το κέντρο της Αθήνας».

Γι’ αυτό, σύμφωνα με τον καθηγητή, «στο Μενίδι διακυβεύονται ζητήματα δημοκρατίας και ισότητας των πολιτών απέναντι στο Σύνταγμα». Οφείλουμε, λέει, να αναρωτηθούμε: «Εφαρμόζεται στο Μενίδι ο νόμος όπως εφαρμόζεται στην Καλαμάτα ή στα Φάρσαλα; Ή μήπως έχουμε αποδεχθεί ότι εκεί είναι μια περιοχή εκτός δικαίου;».

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ