ΠΟΛΙΤΙΚΗ

Γιατί δεν άλλαξε η εικόνα της Ελλάδας μετά τη συμφωνία

ΕΙΡΗΝΗ ΧΡΥΣΟΛΩΡΑ

Βόλφγκανγκ Σόιμπλε - Ευκλείδης Τσακαλώτος. Η «καθαρότητα», που ήταν το ζητούμενο για τη βιωσιμότητα του χρέους, δεν προέκυψε, παρά μόνον σε κάποιο μικρό βαθμό, από το Eurogroup της περασμένης Πέμπτης.

ΕΤΙΚΕΤΕΣ:

Κάποιοι μίλησαν για déjà vu. Αλλοι έδωσαν ραντεβού για μετά τις γερμανικές εκλογές, αν όχι κατ’ ευθείαν για το επόμενο καλοκαίρι. Κανένας δεν θεώρησε ότι το Eurogroup της περασμένης Πέμπτης γύρισε σελίδα για την ελληνική οικονομία, σε οποιοδήποτε θέμα.

Η «καθαρότητα», που ήταν το ζητούμενο για τη βιωσιμότητα του χρέους, δεν προέκυψε, παρά μόνο σε κάποιο μικρό βαθμό. Οι επενδυτές γνωρίζουν τώρα ότι μπορεί να παραταθούν οι μέσες σταθμισμένες ωριμάνσεις των ομολόγων κατά 15 χρόνια, αλλά μπορεί και κατά... 0 χρόνια. Γνωρίζουν, ακόμη, ότι θα υπάρξει ένας μηχανισμός σύνδεσης των μέτρων ελάφρυνσης του χρέους με τον ρυθμό ανάπτυξης (όσο χαμηλότερη ανάπτυξη τόσο μεγαλύτερη ελάφρυνση), αλλά το πώς θα λειτουργεί θα το μάθουν μετά το τέλος του προγράμματος, το 2018. Δεν είναι σίγουρο ότι όλα αυτά τους καθησυχάζουν αρκετά ως προς τη βιωσιμότητα του χρέους ώστε να υποδεχθούν με ανοιχτές αγκάλες –και χαμηλά επιτόκια– τα ελληνικά ομόλογα. Πολύ περισσότερο που το ΔΝΤ εξακολουθεί να διατηρεί τις επιφυλάξεις του και να μη συμμετάσχει χρηματοδοτικά στο πρόγραμμα και η ΕΚΤ δεν φαίνεται έτοιμη ακόμη να εντάξει τα ελληνικά ομόλογα στο QE. Ετσι, η προοπτική ενός νέου μνημονίου, με τον ένα ή τον άλλο τρόπο, παραμένει ανοικτή.

Με τη ματιά ενός παρατηρητή «απέξω», ο Ζολτ Νταρβάς, senior fellow του ινστιτούτου Bruegel των Bρυξελλών, σχολιάζει: «Τα μελλοντικά σενάρια δεν άλλαξαν εξαιτίας αυτού του Eurogroup. Η επιλογή παραμένει ίδια: είτε θα χρειαστεί ένα δραστικό σχέδιο μείωσης του χρέους για να επιστρέψει η χώρα στις αγορές με βιώσιμα χαμηλό επιτόκιο είτε θα είναι απαραίτητο ένα τέταρτο πακέτο χρηματοδοτικής βοήθειας».

Οι αναλυτές δεν μηδενίζουν, βεβαίως, τη σημασία της συμφωνίας. Τουλάχιστον απετράπη η κρίση. Αλλά ο ορίζοντας που βλέπουν δεν έχει «φως». «Τον Ιούνιο του 2018, θα ξανασυζητάμε τα ίδια, δεν λύθηκε τίποτα», σχολιάζουν, ανακαλώντας ανάλογες συζητήσεις που γίνονταν επί κυβερνήσεων Σαμαρά και Παπαδήμου.

«Αυτό που χρειάζεται είναι να υπάρξουν αποφάσεις ικανές να αλλάξουν τους όρους του παιχνιδιού», λέει ο Ηλίας Λεκκός, επικεφαλής οικονομολόγος της Πειραιώς. «Αυτό θα μπορούσε να συμβεί με δύο τρόπους. Πρώτον, στο χρέος, να καθοριστούν όροι που θα προσδώσουν “καθαρότητα” για τους επενδυτές. Δεύτερον, να ενισχυθεί η ανάπτυξη με πολιτικές στον τομέα των μεταρρυθμίσεων, ιδιωτικοποιήσεις, άνοιγμα αγορών κ.λπ., όσο και με εμπροσθοβαρείς επενδύσεις, κάτι που μπορεί να γίνει μόνο από το Δημόσιο σε αυτή τη φάση, με χρηματοδότηση από την Ευρωπαϊκή Ενωση».

Κανονικά, το σενάριο της κυβέρνησης, που αναβάλλεται εδώ και ένα χρόνο, προέβλεπε ένταξη στο QE (θα γινόταν στις αρχές του 2017, αν η αξιολόγηση είχε τελειώσει το 2016), στη συνέχεια επιστροφή στις αγορές, με χαμηλά επιτόκια, και μετά έξοδο από το μνημόνιο (με τη λήξη του προγράμματος, το 2018) και λήξη των δεσμεύσεων. Η αξιολόγηση, όμως, έληξε τελικά μόλις την περασμένη Πέμπτη, αφού αποφασίσθηκαν μέτρα και για το 2019 και το 2020, και το QE ακόμη αργεί. Σύμφωνα με κάποιες εκτιμήσεις, είναι πιθανό να ανοίξει πάλι το φθινόπωρο, μετά τις γερμανικές εκλογές.

«Το σημαντικό που έχουμε μπροστά μας είναι το QE», λέει ο πρώην πρόεδρος του Συμβουλίου Οικονομικών Εμπειρογνωμόνων και καθηγητής του Οικονομικού Πανεπιστημίου Πάνος Τσακλόγλου, ο οποίος προβλέπει ότι οι αποδόσεις των ελληνικών ομολόγων θα μειωθούν, αλλά πιθανότατα δεν θα επιχειρηθεί έξοδος στις αγορές χωρίς QE. «Αυτό που μπορούμε να περιμένουμε είναι να πάμε σε μια πιο σαφή διατύπωση για το χρέος μετά τις γερμανικές εκλογές, ώστε να ενταχθούμε στο QE και να βγούμε τότε στις αγορές, για να μη φτάσουμε να το κάνουμε στο τέλος του προγράμματος».

Μένει ή φεύγει το ΔΝΤ

Νεφελώδες εξάλλου χαρακτηρίζουν οι αναλυτές και το τοπίο σχετικά με τη συμμετοχή του ΔΝΤ.

«Η πιθανή συμμετοχή του ΔΝΤ είναι καθαρά συμβολική», λέει ο κ.Νταρβάς. «Το Ταμείο θα εξετάσει μια προληπτική γραμμή μόλις 2 δισ. δολ., εφόσον το δημόσιο χρέος είναι βιώσιμο μετά τα μέτρα ελάφρυνσης του χρόνου. Τα 2 δισ. είναι ένα πολύ μικρό ποσό και πολύ λιγότερο από αυτό που η Ελλάδα θα κληθεί να πληρώσει στο ΔΝΤ τον επόμενα λίγα χρόνια από το πρώτο και το δεύτερο πρόγραμμα βοήθειας. Επιπλέον, η αναβολή της συζήτησης για την ενεργοποίηση αυτής της προληπτικής γραμμής, μετά τα πιθανά μέτρα ελάφρυνσης του χρέους, δείχνει ότι δεν είναι καθόλου σίγουρο ότι το ΔΝΤ θα συμμετάσχει. Σε κάθε περίπτωση, τυπικά το ΔΝΤ θα είναι στο πρόγραμμα (αν το Δ.Σ. του ΔΝΤ το εγκρίνει τις επόμενες εβδομάδες) και έτσι η βασική απαίτηση της Γερμανίας έχει τυπικά εκπληρωθεί, αν και όχι ουσιαστικά».

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ