ΚΟΣΜΟΣ

Ολική επαναφορά στην Ευρώπη;

ΓΙΑΝΝΗΣ ΠΑΛΑΙΟΛΟΓΟΣ

Με την Αγκελα Μέρκελ και τον Εμανουέλ Μακρόν στο τιμόνι της Γερμανίας και της Γαλλίας αντίστοιχα, οι συνθήκες μοιάζουν ιδανικές για μια νέα γαλλογερμανική πρωτοβουλία που θα έχει στόχο τη βαθύτερη ευρωπαϊκή ενοποίηση.

ΕΤΙΚΕΤΕΣ:

Πόση διαφορά κάνουν έξι μόνο μήνες. Στα τέλη του 2016, μετά το Brexit, την εκλογική νίκη του Ντόναλντ Τραμπ και την ήττα του Ματέο Ρέντσι στο δημοψήφισμα για τη συνταγματική μεταρρύθμιση στην Ιταλία, το ευρωπαϊκό οικοδόμημα έμοιαζε να κλονίζεται συθέμελα. Η επέλαση του αντιευρωπαϊκού εθνικολαϊκισμού έμοιαζε ασυγκράτητη.

Οι εξελίξεις έκτοτε έχουν διαψεύσει τα σενάρια τρόμου. Τον Μάρτιο, στις ολλανδικές εκλογές, το κεντροδεξιό κυβερνών κόμμα επικράτησε άνετα του ακροδεξιού Κόμματος της Ελευθερίας. Στη συνέχεια, στην αναμέτρηση που περιγράφηκε ως ο μεγάλος τελικός μεταξύ ευρωπαϊστών και λαϊκιστών, ο κεντρώος, φιλελεύθερος Εμανουέλ Μακρόν προκρίθηκε πρώτος στον δεύτερο γύρο και, στις 7 Μαΐου, συνέτριψε τη Μαρίν Λεπέν για να εκλεγεί πρόεδρος της Γαλλίας. Οπως και στην Ολλανδία, και σε αντίθεση με το βρετανικό δημοψήφισμα και τις αμερικανικές εκλογές, οι δημοσκοπήσεις αποδείχθηκε ότι είχαν υπερτιμήσει την εκλογική επιρροή των εθνικολαϊκιστών.

Ο θρίαμβος του Μακρόν πήρε νέες διαστάσεις όταν το νεοσύστατο κόμμα του, το LREM (σε συνδυασμό με το μικρότερο MoDem), έλαβε το 32% των ψήφων στον πρώτο γύρο των βουλευτικών εκλογών την περασμένη Κυριακή. Στον δεύτερο γύρο, σήμερα, αναμένεται να ξεπεράσει, ίσως κατά πολύ, τις 400 έδρες, από σύνολο 577 της Εθνοσυνέλευσης. Υπενθυμίζεται ότι, ακόμα και στον απόηχο της προεδρικής του νίκης, οι περισσότεροι αναλυτές δεν πίστευαν ότι θα κερδίσει την πλειοψηφία στις βουλευτικές εκλογές.

Ακόμα και το εκλογικό αποτέλεσμα στη Βρετανία, όπου οι Συντηρητικοί έχασαν την αυτοδυναμία, είναι εν μέρει αναγνώσιμο ως αντίδραση των φιλοευρωπαίων ψηφοφόρων απέναντι στη σκληρή εκδοχή του Brexit που υιοθέτησε η Τερέζα Μέι. Αντιμέτωποι με την προοπτική διάρρηξης των δεσμών τους με τις χώρες της Ε.Ε., πολλοί Βρετανοί –ιδιαίτερα οι νέοι, που είχαν ψηφίσει συντριπτικά υπέρ του Remain αλλά σε ανεπαρκώς μεγάλους αριθμούς– αντέδρασαν. Το πολιτικό τοπίο στη Βρετανία σχετικά με το Brexit είναι σήμερα απόλυτα ομιχλώδες, που είναι ένα είδος βελτίωσης σε σχέση με τον ορατό κίνδυνο του γκρεμού (έξοδος χωρίς συμφωνία).

Εν τω μεταξύ, η εκλογική επιρροή των εθνικολαϊκιστών ανά την Ευρώπη δείχνει να υποχωρεί. Το Εθνικό Μέτωπο στη Γαλλία έλαβε μόλις 13% στον πρώτο γύρο των βουλευτικών εκλογών – έναντι 21% στον πρώτο γύρο των προεδρικών. Το γερμανικό AfD απειλείται με πτώση κάτω από το 5% στις επερχόμενες εκλογές, που θα έχει ως συνέπεια να μην εκπροσωπηθεί στη Βουλή. To UKIP, που έπαιξε κεντρικό ρόλο στην εκστρατεία για το Brexit, είδε το εκλογικό του ποσοστό να συντρίβεται, από 13% το 2015 σε μόλις 3% φέτος. Το Κίνημα 5 Αστέρων του Μπέπε Γκρίλο αποκλείστηκε από τον δεύτερο γύρο των δημοτικών εκλογών σε όλες τις μεγάλες ιταλικές πόλεις την περασμένη Κυριακή, ενώ οι συγκυβερνώντες Αληθινοί Φινλανδοί οδηγήθηκαν σε διάσπαση, μετά την εκλογή ενός ακροδεξιού ως νέου ηγέτη τους.

Το τελευταίο εξάμηνο έχουν αλλάξει και τα οικονομικά δεδομένα. Στο πρώτο τρίμηνο του 2017, το ΑΕΠ της Ευρωζώνης αυξήθηκε κατά 0,6% σε σχέση με το προηγούμενο τρίμηνο και 1,7% σε ετήσια βάση. Αντιθέτως οι ΗΠΑ και ιδιαίτερα η Βρετανία δείχνουν σημάδια επιβράδυνσης.

Οπως εξηγεί στην «Κ» ο Εμπραχίμ Ραχμπάρι, εκ των επικεφαλής οικονομολόγων στη Citigroup, «τους τελευταίους έξι μήνες η ανάπτυξη στην Ευρώπη και την Ευρωζώνη συνεχώς διευρύνεται γεωγραφικά. Ακόμα και οι χώρες που συνήθως έχουν απογοητευτικές επιδόσεις αναπτύσσονται. Η Ιταλία αναπτύχθηκε το α΄ τρίμηνο κατά 1,5% – η καλύτερη επίδοσή της από το 2010». «Το Brexit και ο Τραμπ έχουν αναμφίβολα συμβάλει στη νέα ενότητα που βλέπουμε στην Ε.Ε.», προσθέτει ο Βολφάνγκο Πικολί, συμπρόεδρος της Teneo Intelligence.

Ωστόσο πολλά μπορούν ακόμα να πάνε στραβά. Το σημαντικότερο εξ αυτών, για τον Ραχμπάρι, είναι η Ιταλία. «Ο συνδυασμός των εκκρεμών προβλημάτων στον τραπεζικό κλάδο, των επικείμενων εκλογών και του ενδεχομένου σταδιακής κατάργησης του QE θα είναι δύσκολος», σημειώνει, ενώ αναφέρει και την πιθανότητα εξωγενών σοκ, π.χ. από την Κίνα. Ο Πικολί, από την πλευρά του, θεωρεί ότι ο δρόμος για την ουσιώδη μεταρρύθμιση της Ευρωζώνης παραμένει μακρύς, καθώς «η οικοδόμηση θεσμών χρειάζεται χρόνο και οι περιορισμοί που επιβάλλει η εσωτερική πολιτική δεν έχουν αλλάξει», ενώ παραμονεύει πάντα ο κίνδυνος του εφησυχασμού.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ