ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΕΙΣ

«Η συνεργασία με την Ευρώπη θα συνεχιστεί»

ΚΑΤΕΡΙΝΑ ΣΩΚΟΥ

Ο πρώην ηγέτης της πλειοψηφίας της Γερουσίας των ΗΠΑ Τζορτζ Μίτσελ.

ΕΤΙΚΕΤΕΣ:

Ο Τζορτζ Μίτσελ είναι ένας βετεράνος γερουσιαστής των Δημοκρατικών και πρώην ηγέτης της πλειοψηφίας της Γερουσίας των ΗΠΑ. Στη μακρά του πολιτική σταδιοδρομία, προώθησε πολυμερείς εμπορικές συμφωνίες, όπως η συμφωνία ελεύθερου εμπορίου της Βόρειας Αμερικής NAFTA, αλλά και διεθνείς οργανισμούς, όπως ο Παγκόσμιος Οργανισμός Εμπορίου. Σε συνέντευξή του στην «Κ», ο κ. Μίτσελ επισημαίνει τον επαναστατικό χαρακτήρα των αλλαγών που βρίσκονται σε εξέλιξη παγκοσμίως και τονίζει ότι θεσμοί, όπως η Ε.Ε., πρέπει να προσαρμοστούν, διαφορετικά κινδυνεύουν να πεθάνουν.

Ως έμπειρος χειριστής διεθνών θεμάτων, με ρόλο ειδικού απεσταλμένου στη Β. Ιρλανδία και τη Μέση Ανατολή, ο λόγος του για τις διατλαντικές σχέσεις έχει ιδιαίτερη βαρύτητα. Οπως λέει στην «Κ» στο περιθώριο της συνόδου του Concordia, «νομίζω ότι είναι κρίσιμο για τους Ευρωπαίους να καταλάβουν ότι η βασική αμερικανική πολιτική της συνεργασίας με την Ευρώπη θα παραμείνει και θα συνεχισθεί, παρά το γεγονός ότι ο πρόεδρός μας δεν μοιράζεται όλες αυτές τις απόψεις. Ηδη τροποποιεί όμως κάποιες από τις απόψεις του, ενώ και οι σύμβουλοί του διαμορφώνουν πιο παραδοσιακές πολιτικές που νομίζω ότι σταδιακά θα ακολουθήσει. Αλλά ακόμη και αν δεν το κάνει, οι θεσμοί της αμερικανικής δημοκρατίας είναι τόσο ισχυροί που θα μπορέσουν να περιορίσουν τις αλλαγές πολιτικής που πρεσβεύει».

Σύμφωνα με τον κ. Μίτσελ, «βρισκόμαστε σε μια περίοδο μεγάλης μετεξέλιξης. Είναι μια επανάσταση με δύο κύρια χαρακτηριστικά. Το πρώτο είναι η τεχνολογική αλλαγή που μας έχει αλλάξει τη ζωή, και αυτή θα γίνει πιο γρήγορη τις επόμενες δεκαετίες και αποπροσανατολίζει τους ανθρώπους. Το δεύτερο είναι η δραματική αύξηση του διασυνοριακού εμπορίου και της μετανάστευσης». Σε αυτό το πλαίσιο, εκτιμά ότι οι προστατευτικές τάσεις στο εμπόριο είναι μάταιες: «Είναι λάθος να πιστεύουμε ότι μπορούμε να πάμε πίσω πενήντα χρόνια ή να τερματίσουμε τις εμπορικές συμφωνίες, διότι το εμπόριο είναι σαν ένα κύμα, δεν μπορεί να αποτραπεί, ούτε η αυξανόμενη διασύνδεση ούτε η ευκολία της μετακίνησης και της επικοινωνίας».

«Μαθαίνουμε»

Ο κ. Μίτσελ παραδέχεται ότι «οι πρώτες συμφωνίες δεν ήταν όσο αποτελεσματικές θα μπορούσαν να είναι στην αποτροπή μιας κούρσας προς τα κάτω, αλλά μαθαίνουμε, δοκιμάζουμε, κάνουμε λάθη και γινόμαστε καλύτεροι. Καμία συμφωνία του 21ου αιώνα δεν θα είναι ίδια με εκείνες που κάναμε πριν από 20 ή 30 χρόνια. Πρέπει να αλλάξουν για να αντεπεξέλθουν στις νέες συνθήκες και πρέπει να ζητάμε προδιαγραφές ασφαλείας, προστασία του περιβάλλοντος και της υγείας, που να εμποδίζουν τον ανταγωνισμό προς τα κάτω». Ο ίδιος είναι θερμός υποστηρικτής της Ε.Ε. διότι θεωρεί ότι είναι «εξαιρετικά επιτυχημένη στον βασικό της στόχο, της ειρήνης, ευμάρειας και σταθερότητας». Οπως εξηγεί, μετά τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, «οι δημοκρατίες στην Ευρώπη και στις ΗΠΑ πίστεψαν ότι ένας τρόπος να διασφαλίσουν την ειρήνη και τη σταθερότητα ήταν να εμπλέξουν τα έθνη σε πολιτικές, στρατιωτικές και εμπορικές συμμαχίες, και ήταν μια εξαιρετικά επιτυχημένη πολιτική, γιατί η Ευρώπη των τελευταίων 75 χρόνων είναι τελείως διαφορετική από εκείνη των προηγούμενων 75 ετών... Η συνεργασία μεταξύ των Ευρωπαίων έχει αποδώσει περισσότερο από τη σύγκρουση για τους λαούς της ηπείρου». Σε αυτό το πλαίσιο, θεωρεί ότι η απόφαση για την έξοδο της Βρετανίας από την Ε.Ε. ήταν «μια εξαιρετικά λανθασμένη απόφαση», που εκτιμά ότι «θα έχει πολύ αρνητικές επιπτώσεις για τους ανθρώπους στο Ηνωμένο Βασίλειο μακροπρόθεσμα». Αν και προσθέτει ότι πρέπει να γίνει σεβαστή, καθώς είναι μια δημοκρατική απόφαση, σημειώνει επίσης την ελπίδα του ότι «οι Ευρωπαίοι ηγέτες και η βρετανική ηγεσία θα κατεβάσουν τους τόνους και θα προσπαθήσουν να συνεργασθούν δημιουργικά για τη συνέχιση της συμμετοχής της Βρετανίας στην Ε.Ε. υπό την οποιαδήποτε νέα συμφωνία μπορούν να σχεδιάσουν. Μια πλήρης ρήξη θα είναι κακή για όλους». Ακόμη ένα από τα λάθη που βλέπει στην Ε.Ε. είναι ότι «έχει γεμίσει με γραφειοκρατία», κάτι που όπως προσθέτει συμβαίνει σε όλους τους θεσμούς: «Τείνουν προς την αδράνεια και τη γραφειοκρατία αλλά πρέπει να προσαρμοστούν, διαφορετικά θα ατονήσουν, θα πεθάνουν και θα αντικατασταθούν από κάτι άλλο που θα είναι πιο καλά προσαρμοσμένο στις νέες συνθήκες». Ετσι, προτείνει τη μείωση της γραφειοκρατίας και ίσως του εύρους των ρυθμίσεων που προέρχονται από τις Βρυξέλλες. Οπως τονίζει πάντως, και στις ΗΠΑ οι προκλήσεις είναι παρόμοιες: «Σήμερα αντιμετωπίζουμε ως δημοκρατίες την ίδια πρόκληση, πώς διαχειριζόμαστε την αλλαγή, πώς διασφαλίζουμε τα τεράστια οφέλη της τεχνολογικής προόδου και του εμπορίου και πώς τα κατανέμουμε στις κοινωνίες μας ώστε να μην έχουμε εκατομμύρια ανθρώπους που αισθάνονται ξεχασμένοι».

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ