ΕΛΛΑΔΑ

Ισχυρό ελληνικό αποτύπωμα στο Erasmus

ΑΠΟΣΤΟΛΟΣ ΛΑΚΑΣΑΣ

ΕΤΙΚΕΤΕΣ:

Το 1987 μόλις 37 Ελληνες φοιτητές αποφάσισαν να παρακολουθήσουν ένα εξάμηνο σπουδών στο εξωτερικό στο πλαίσιο του Erasmus. Σήμερα, τριάντα χρόνια μετά, ο θεσμός των ευρωπαϊκών ανταλλαγών με συνεκτικό άξονα την εκπαίδευση είναι ίσως το πιο επιτυχημένο ευρωπαϊκό εγχείρημα. Η Ελλάδα, μάλιστα, έχει διεκδικήσει και κερδίσει μία θέση μεγαλύτερη του πληθυσμιακού της αποτυπώματος, καθώς ο αριθμός των Ελλήνων που ζητούν κάθε χρόνο να συμμετάσχουν σε κάποιο από τα επιμέρους προγράμματα του Erasmus είναι σταθερά υψηλότερα του μέσου όρου. Σύμφωνα με τα στοιχεία της Ευρωπαϊκής Ενωσης, τα 30 αυτά χρόνια στο Erasmus μετείχαν περίπου 172.000 Ελληνες: 75.000 φοιτητές, 40.000 νέοι προγραμμάτων ανταλλαγών, 13.000 σπουδαστές επαγγελματικής εκπαίδευσης και κατάρτισης, 39.000 εκπαιδευτικοί, 3.000 εθελοντές και 1.600 φοιτητές και προσωπικό του προγράμματος Erasmus Mundus. Τα στοιχεία αυτά αποτελούν ηχηρή απάντηση σε όποια ηγεσία του υπουργείου Παιδείας θέσει εν αμφιβόλω τη θέση της Ελλάδας στον ευρωπαϊκό εκπαιδευτικό χάρτη.

Ειδικότερα, το αρχικό Erasmus ξεκίνησε το 1987 ως ένα πρόγραμμα ανταλλαγών που προσέφερε στους μαθητές της τριτοβάθμιας εκπαίδευσης μια γεύση του πώς είναι η ζωή και η μάθηση στο εξωτερικό. Τα τελευταία 30 χρόνια έχει εξελιχθεί σε κάτι πολύ μεγαλύτερο.

Το Plus, που πλέον συνοδεύει το Erasmus, αποτυπώνει την ενσωμάτωση στο αρχικό πρόγραμμα των συναφών προγραμμάτων της Ε.Ε. όπως, μεταξύ άλλων, εκείνα για τη διά βίου μάθηση, το πρόγραμμα «Νεολαία σε Δράση» και πέντε προγράμματα διεθνούς συνεργασίας.

Ετσι, σήμερα, το Erasmus+ προσφέρει ακόμη περισσότερες ευκαιρίες σε άτομα και οργανισμούς – για παράδειγμα, μπορούν να πάνε στο εξωτερικό ως εθελοντές ή ως μαθητευόμενοι και έχουν τη δυνατότητα να συνεργάζονται σε κοινά έργα. Επίσης, ο αθλητισμός έχει γίνει σημαντικό μέρος του προγράμματος Erasmus+. Και το πρόγραμμα τώρα επεκτείνεται και πέρα από την Ευρώπη. Εκτιμάται, ότι από το 2017 έως και το 2020, το Erasmus+ θα προσφέρει ευκαιρίες σε περισσότερα από δύο εκατομμύρια άτομα από την Ευρώπη και όλο τον κόσμο. Ο συνολικός προϋπολογισμός του ανέρχεται στα 14,7 δισ. ευρώ για την περίοδο 2014 - 2020.

Η Ελλάδα ήταν μεταξύ των «11» που ξεκίνησαν να υλοποιούν το πρόγραμμα το 1987 με τις διακρατικές ανταλλαγές φοιτητών, μαζί με τις Βέλγιο, Δανία, Γερμανία, Γαλλία, Ιρλανδία, Ιταλία, Ολλανδία, Πορτογαλία, Ισπανία και Βρετανία. Σε ετήσια βάση η χρηματοδότηση που δίνεται στην Ελλάδα κατά μέσον όρο αγγίζει τα 35 εκατομμύρια ευρώ. Οπως εξήγησε μιλώντας στην «Κ» η κ. Ειρήνη Δρούτσα, από το Ιδρυμα Κρατικών Υποτροφιών που είναι ο εθνικός διαχειριστής του Erasmus+ στη χώρα μας, η απήχηση του προγράμματος στην Ελλάδα καταδεικνύεται από το γεγονός ότι η χώρα μας λαμβάνει σημαντικά υψηλότερη χρηματοδότηση από το πρόγραμμα σε σύγκριση με χώρες με παρόμοιο πληθυσμιακό μέγεθος, λόγω του συγκριτικά μεγαλύτερου αριθμού αιτήσεων σχεδίων-προτάσεων που υποβάλλονται στο ΙΚΥ από φορείς της εκπαίδευσης και κατάρτισης. Ενδεικτικά, το 2014 κατετέθησαν 1.450 αιτήσεις, φέρνοντας την Ελλάδα στην 11η θέση μεταξύ 34 χωρών. Το 2015 κατετέθησαν 1.420 αιτήσεις (12η θέση), το 2016 1.159 αιτήσεις (10η θέση) και το τρέχον έτος ο αριθμός εκτινάχθηκε στις 1.739 αιτήσεις ανεβάζοντας την Ελλάδα στην 9η θέση.

Προτιμήσεις

Οι περισσότεροι Ελληνες φοιτητές, που μετέχουν στο Erasmus+, προτιμούν πανεπιστήμια της Γαλλίας, της Γερμανίας, της Ισπανίας, της Τσεχίας και της Ιταλίας. Οι περισσότεροι Ελληνες σπουδαστές επαγγελματικών δομών επιλέγουν τη Γερμανία, τη Βρετανία, την Ιταλία και την Κύπρο. Τη χώρα μας για σπουδές επιλέγουν ετησίως 2.000 φοιτητές, κυρίως Ισπανοί, Γερμανοί, φοιτητές από βαλτικές χώρες και την Κύπρο.

Βεβαίως, τα capital controls μετά το 2015 δημιούργησαν προβλήματα στη φυγή των Ελλήνων στο εξωτερικό, τα οποία τελικά λύθηκαν σε συνεννόηση με την Τράπεζα της Ελλάδος. Επίσης, όπως ανέφερε η κ. Δρούτσα, μεταξύ των προβλημάτων που ανακόπτουν την εισροή Ευρωπαίων φοιτητών στην Ελλάδα είναι ότι πολλές σχολές στα ελληνικά ΑΕΙ δεν διδάσκουν όλα τα μαθήματα στα αγγλικά – «αλλά το θέμα δεν είναι μόνο ελληνικό», όπως παρατηρεί η κ. Δρούτσα, ενώ στην κινητικότητα Ελλήνων εκπαιδευτικών από την πρωτοβάθμια και τη δευτεροβάθμια εκπαίδευση τροχοπέδη βάζει η απειρία των σχολείων μας στις ευρωπαϊκές απαιτήσεις για τη συμμετοχή. «Γίνεται προσπάθεια διεθνοποίησης των σχολείων, ώστε να μάθουν από τις πρακτικές των άλλων», λέει το στέλεχος του ΙΚΥ.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ