ΕΛΛΑΔΑ

Βρήκαν τον... δρόμο τους βοηθώντας ανθρώπους

ΛΙΝΑ ΓΙΑΝΝΑΡΟΥ

ΕΤΙΚΕΤΕΣ:

Ο Νίκος Τσάκος είναι στα 32 σήμερα, αλλά έχει μόλις λίγους μήνες που βρήκε τι θέλει να κάνει στη ζωή του, αυτό στο οποίο είναι καλός, αυτό που την κάνει να έχει νόημα. Είχε προηγουμένως επιχειρήσει να ασχοληθεί με το αντικείμενό του –έχει σπουδάσει πληροφορική–, αλλά χωρίς αποτέλεσμα. Η εταιρεία ηλεκτρονικών ειδών στην Αθήνα όπου είχε εργαστεί για ένα χρόνο έκλεισε με την κρίση, ο Νίκος αναγκαστικά επέστρεψε στον νησί του, τη Χίο. Τα τελευταία χρόνια εργαζόταν εκεί ως σερβιτόρος – ως γνωστόν, η εστίαση αποτελεί τη μόνη προοπτική για πολλούς νέους, σπουδαγμένους νησιώτες. Ομως για μία ακόμη φορά, τον περασμένο Σεπτέμβριο, έμεινε άνεργος. Τον Δεκέμβριο, με τρεις δύσκολους μήνες απραξίας στην πλάτη, πήρε την απόφαση να κάνει αίτηση στο Νορβηγικό Συμβούλιο Προσφύγων (NRC), μία από τις διεθνείς ανθρωπιστικές οργανώσεις που είχαν, στο μεταξύ, εγκατασταθεί στο νησί λόγω της προσφυγικής κρίσης.

«Ημουν πάντα ευαισθητοποιημένος με το θέμα, αλλά δεν είχα ποτέ σκεφτεί ότι θα μπορούσα να εργαστώ στον τομέα αυτό», λέει στην «Κ». Ο Νίκος έπιασε αμέσως δουλειά στον τομέα της διανομής φαγητού, που η NRC είχε αναλάβει για τον καταυλισμό της Σούδας. Τους τελευταίους έξι μήνες, βρίσκεται καθημερινά στο πεδίο σερβίροντας φαγητό στους πρόσφυγες του camp, κάθε μέρα με το ίδιο αίσθημα ευθύνης, αλλά και ταπεινότητας μπροστά στο εκτυλισσόμενο δράμα. «Είμαστε πολύ τυχεροί που πληρωνόμαστε για να κάνουμε κάτι που μας αρέσει, που προσφέρουμε, που προσπαθούμε να βοηθήσουμε ανθρώπους που έχουν πρόβλημα».

Ολα και πάλι, όμως, θα αλλάξουν. Ως γνωστόν, το τελευταίο διάστημα πολλές ανθρωπιστικές οργανώσεις ετοιμάζονται να αποσυρθούν από τα νησιά, λόγω των αλλαγών στο καθεστώς χρηματοδότησής τους. Οι ΜΚΟ χρηματοδοτούνταν έως τώρα μέσω της ευρωπαϊκής ανθρωπιστικής υπηρεσίας ECHO. Σύμφωνα με τα νέα δεδομένα, τη χρηματοδότηση και τη διαχείριση των υπηρεσιών υποστήριξης στους καταυλισμούς θα αναλάβει από τις 31 Ιουλίου η ελληνική κυβέρνηση.

«Εάν καταφέρουμε να εξασφαλίσουμε χρηματοδότηση, θα μείνουμε», λέει στην «Κ» ο country manager της NRC, Gianmaria Pinto. «Ομως μόνο η Κομισιόν μπορεί να χρηματοδοτήσει διεθνείς ΜΚΟ. Ηταν απόφαση της κυβέρνησης να αναλάβει την ευθύνη στα νησιά. Το δικό μας αντικείμενο ήταν να καλύψουμε το ανθρωπιστικό κενό. Προς το παρόν είναι ασαφές ποιος θα αναλάβει, ακόμη δεν ξέρουμε σε ποιον παραδίδουμε και αυτό μας ανησυχεί». Εκτός από τη διανομή φαγητού στη Σούδα (σε 1.000 πρόσφυγες δηλαδή), η NRC, που έφτασε στη Χίο στα τέλη του 2015, έχει αναλάβει τη διανομή τροφίμων, σε συμπληρωματικό επίπεδο, σε άλλα camps του νησιού. Παράλληλα, υλοποιεί εκπαιδευτικό πρόγραμμα και ψυχαγωγικές δραστηριότητες για παιδιά, έχει δημιουργήσει ένα κέντρο πληροφόρησης και συνεύρεσης, που έχει εξελιχθεί σε hub για την ανθρωπιστική βοήθεια στο νησί, ενώ έχει αναλάβει και τη συντήρηση των εγκαταστάσεων στους καταυλισμούς. «Με τον κατάλληλο προγραμματισμό, ίσως ήταν εφικτό όλα αυτά να τα αναλάβει κάποιος άλλος, όμως δεν υπάρχει και πολύς προγραμματισμός», λέει ο Gianmaria.

Στη Θεσσαλονίκη

Επιπλέον, είναι και οι άνθρωποι. Για την υλοποίηση όλων αυτών των προγραμμάτων, η NRC με χρηματοδότηση από την ECHO έφτιαξε μια ομάδα περίπου 40 ατόμων, Ελλήνων αλλά και προσφύγων, οι οποίοι από τον Αύγουστο θα μείνουν χωρίς δουλειά. Πολλοί, όπως ο Νίκος, δεν χρειάστηκε να το σκεφτούν πολύ. Αμέσως δήλωσαν διαθέσιμοι για το κέντρο της NRC στη Θεσσαλονίκη, όπου η οργάνωση υλοποιεί πρόγραμμα στέγασης ευάλωτων ατόμων σε διαμερίσματα (η ευρωπαϊκή χρηματοδότηση για την ηπειρωτική χώρα είναι εξασφαλισμένη). Ηδη το 30% των εργαζομένων της Χίου, ανάμεσά τους και ο Νίκος, έχει προσληφθεί και ξεκινά δουλειά από τον Αύγουστο. «Στην ουσία, όποιος εκδήλωσε ενδιαφέρον προσελήφθη στη Θεσσαλονίκη», αναφέρει ο Gianmaria. Δεν έκανε κανείς χάρη σε κανέναν.

Για τις ΜΚΟ οι άνθρωποί τους είναι το πολυτιμότερο περιουσιακό στοιχείο. Και όσοι εργάστηκαν υπό τόσο δύσκολες συνθήκες στα camps των νησιών έχουν αποκτήσει συμπυκνωμένη εμπειρία, που δεν βρίσκεται εύκολα. «Αυτοί οι άνθρωποι είναι ο πλούτος μας. Ηταν άνεργοι και μέσα σε ενάμιση χρόνο έχουν αποκτήσει εμπειρία δουλειάς με μια μεγάλη, διεθνή οργάνωση. Εχουν μεγάλες ικανότητες, δεν θέλαμε να τους χάσουμε».

 

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ