ΔΙΕΘΝΗΣ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ

Πιο κοντά στην αύξηση των βρετανικών επιτοκίων

WILLIAM SCHOMBERG / REUTERS

ΕΤΙΚΕΤΕΣ:

Ο επικεφαλής οικονομολόγος της Τράπεζας της Αγγλίας, Αντι Χαλντέιν, δήλωσε χθες πως πιθανότατα θα ψηφίσει υπέρ της αύξησης των επιτοκίων δανεισμού στο επόμενο διάστημα, υιοθετώντας πιο «σκληρή» στάση από τον διοικητή της ΤτΑ, Μαρκ Κάρνεϊ, και ενισχύοντας τα σημάδια πως υπάρχει διάσταση απόψεων στο εσωτερικό της κεντρικής τράπεζας.

Το σχόλιο προέρχεται από έναν κεντρικό τραπεζίτη που συνήθως τάσσεται υπέρ της διατήρησης χαμηλών επιτοκίων δανεισμού και οδήγησε σε άνοδο τη συναλλαγματική ισοτιμία της στερλίνας κατά περισσότερο από μισό σεντ έναντι του αμερικανικού δολαρίου, αλλά και σε πτώση το χρηματιστήριο του Λονδίνου και τις τιμές των αγγλικών ομόλογων.

Την περασμένη εβδομάδα, τα οκτώ μέλη της Επιτροπής Νομισματικής Πολιτικής είχαν ταχθεί με ψήφους 5-3 υπέρ της διατήρησης των επιτοκίων δανεισμού στο ίδιο επίπεδο. Ωστόσο η μικρή διαφορά ψήφων κατέλαβε εξαπίνης τους επενδυτές και οδήγησε σε άνοδο της συναλλαγματικής ισοτιμίας της λίρας. Ο Χαλντέιν δικαιολόγησε την πρόθεσή του να υποστηρίξει σύντομα την πρώτη αύξηση των βρετανικών επιτοκίων δανεισμού εδώ και μία δεκαετία επικαλούμενος την ευρωστία της παγκόσμιας οικονομίας και την ανθεκτικότητα της βρετανικής οικονομίας μετά το περυσινό δημοψήφισμα που οδηγεί σε έξοδο από την Ευρωπαϊκή Ενωση.

Ο Χαλντέιν είπε, χθες, πως αν αναπτυχθεί η οικονομία όπως έχει προβλέψει η ΤτΑ, τότε θα ήταν σωστό να αρθούν ορισμένα από τα μέτρα στήριξης που είχε λάβει πέρυσι η κεντρική τράπεζα. Τον περασμένο Αύγουστο, η ΤτΑ είχε μειώσει το βασικό επιτόκιο δανεισμού στο 0,25% και είχε πάρει επιπλέον μέτρα για να υποστηρίξει την οικονομία. Τελικά η βρετανική οικονομία αναπτύχθηκε το 2016 πολύ καλύτερα από το αναμενόμενο, ξεπερνώντας το σοκ του δημοψηφίσματος. Ωστόσο, από την αρχή του 2017 έχουν κάνει την εμφάνισή τους σημάδια επιβράδυνσης της οικονομίας καθώς η πτώση της συναλλαγματικής ισοτιμίας της λίρας στερλίνας έχει οδηγήσει σε άνοδο του πληθωρισμού και σε περιορισμό της καταναλωτικής δαπάνης. Σε ομιλία την Τρίτη, ο διοικητής της Τράπεζας της Αγγλίας είχε πει πως θα ήθελε πρώτα να διαπιστώσει πώς θα συμπεριφερθεί η οικονομία κατά τη διάρκεια των διαπραγματεύσεων μεταξύ Λονδίνου και Βρυξελλών για το Brexit προτού εξετάσει το ενδεχόμενο αύξησης των επιτοκίων δανεισμού. Ωστόσο, ο Χαλντέιν παράθεσε αρκετούς λόγους προκειμένου να υποστηρίξει την αλλαγή στάσης. Μεταξύ αυτών ενδείξεις πως η ανάπτυξη στη Βρετανία εξαρτάται λιγότερο από τους καταναλωτές, η πρόσφατη άνοδος του πληθωρισμού στο 2,9%, δηλαδή πολύ πάνω από τον στόχο της ΤτΑ για πληθωρισμό 2%, και ενδείξεις πως για την αγορά ομολόγων αυτό που έχει μεγαλύτερη σημασία είναι «οι πράξεις και όχι τα λόγια». Επιπλέον, «η πρώτη αύξηση του επιτοκίου δανεισμού κατά 25 μονάδες βάσης εδώ και μια δεκαετία φαντάζει ως μνημειώδες βήμα. Ομως από ιστορικής απόψεως η νομισματική πολιτική θα εξακολουθήσει να είναι πολύ επεκτατική», είπε ο κ. Χαλντέιν. Πρόσθεσε πως την περασμένη εβδομάδα είχε αποφασίσει να μην ψηφίσει υπέρ της αύξησης των επιτοκίων δανεισμού επειδή δεν υπήρχαν σημάδια περί ενίσχυσης του ρυθμού αύξησης των μισθών και διότι «εξακολουθούσε να υπάρχει» μικρή πιθανότητα εντονότερης από το αναμενόμενο επιβράδυνσης της οικονομίας. «Και οι δύο είναι λόγοι ώστε να μη βιαστεί κανείς να αλλάξει νομισματική πολιτική. Ούτε χρειάζεται να το πράξει, δεδομένης της αργής αύξησης της ονομαστικής ανάπτυξης», τόνισε ο Χαλντέιν. Επισήμανε πως το αποτέλεσμα των βουλευτικών εκλογών της 8ης Ιουνίου, οπότε και η πρωθυπουργός Τερέζα Μέι έχασε την κοινοβουλευτική πλειοψηφία, ενίσχυσε την αβεβαιότητα. Δεν είναι σαφείς οι περιπλοκές που θα μπορούσαν να εμφανιστούν στο μέλλον, συνέχισε ο επικεφαλής οικονομολόγος της ΤτΑ, και η επίπτωσή τους στην τιμή των περιουσιακών στοιχείων και δυνητικά και στην επιχειρηματική και καταναλωτική εμπιστοσύνη. «Δεν νομίζω πως μια αλλαγή της νομισματικής πολιτικής, σε αυτό το περιβάλλον, θα ενίσχυε ιδιαίτερα την εμπιστοσύνη, τουλάχιστον όχι μέχρι να κατακαθίσει το νέφος της αβεβαιότητας».

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ