Μαρία Κατσουνάκη ΜΑΡΙΑ ΚΑΤΣΟΥΝΑΚΗ

Μνημειώδεις ασημαντότητες

ΠΟΛΙΤΙΚΗ

ΕΤΙΚΕΤΕΣ:

Σ​​ε μία από τις επισκέψεις μου στο Ωδείο Αθηνών για την documenta 14, ανακάλυψα κάτι που δεν είχα προσέξει τις προηγούμενες φορές. Μικρή παρένθεση: το εικαστικό αυτό γεγονός που έχει ακόμη τρεις εβδομάδες ζωής (έως τις 16 Ιουλίου) και απλώνεται σε 40 σημεία και χώρους της πόλης δεν απαιτεί μόνον –πολύ– χρόνο αλλά και τρόπο. Απαιτεί εξοικείωση με μια διαφορετική διαδικασία περιπλάνησης και θέασης, περισσότερο συνδυαστική, για να ξεκλειδώσει κόσμους πολυδαίδαλους.

Στο Ωδείο Αθηνών δίνει τον τόνο, υπόκωφα και όχι πάντα διακριτά, ο Γιάννης Χρήστου (1926-1970). Ηχοι, σκέψεις και παρτιτούρες διάσπαρτες, σε όλες τις αίθουσες και τα επίπεδα του Ωδείου. Ενα απόσπασμα: «Μπορεί να έχουμε διανύσει πολύ δρόμο από τα βάθη της προϊστορίας μας, να έχουμε διαβεί πολλά μονοπάτια του μυαλού και του πνεύματος για να φτάσουμε εδώ που βρισκόμαστε σήμερα», έγραφε ο Χρήστου, «αλλά υπάρχουν φορές που όλα μας τα επιτεύγματα μοιάζουν σαν μνημειώδεις ασημαντότητες, σαν σωροί από σκουπίδια που μαζεύτηκαν κατά τη διάρκεια του ταξιδιού μας μέσα στην ιστορία, επειδή, απ’ ό,τι φαίνεται, ποτέ δεν ταξιδεύαμε, ή μάλλον ταξιδεύαμε αλλά μετ’ επιστροφής, πίσω στην αφετηρία, και κοιτώντας το φεγγάρι ψηλά στον σκοτεινό ουρανό αναρωτιόμαστε αν θα ξαναβγεί τώρα που το κατάπιε το σκοτάδι, ζώντας όλη την ώρα με τον φόβο αυτής της διαρκούς απειλής –πολύ αληθινής πια– της ξαφνικής και ολικής έκλειψης» (από το «Thoughts»,1968).

Μήπως αυτός ο φόβος της «ξαφνικής και ολικής έκλειψης», ένα αίσθημα ευθραυστότητας, ακολουθεί τον επισκέπτη της documenta 14; Αν κανείς προσπεράσει τις ιδεολογικές αγκυλώσεις, «αγνοήσει» δηλαδή επεξηγήσεις μανιχαϊστικές που χωρίζουν τον κόσμο σε καλό και κακό (με όρους όπως «καπιταλισμός» και «πλουτοκρατία»), βρίσκει ακόμη και στον ιδεολογικά δεσμευμένο υπομνηματισμό τη λέξη που τον απογειώνει σε κάτι διαφορετικό. Παράδειγμα: στο έργο της Pelagie Gbaguidi που αναφέρεται στην εκπαίδευση (θρανία και πάνω τους φωτογραφίες από έναν Τρίτο Κόσμο) στο σύντομο κείμενο που το συνοδεύει, γράφει: «Πώς θα μπορούσε η εκπαίδευση να συμβάλλει στην κάθαρση της συνείδησης ώστε να μην υπάρχουν υπάνθρωποι αλλά η γένεση μιας ζωής να είναι αυταξία. Κάθε άνθρωπος να δικαιούται Μια κούνια». Η γεννημένη στο Ντακάρ καλλιτέχνις, που ζει και εργάζεται στις Βρυξέλλες, βρίσκει τον τρόπο να μετατρέψει την καταγγελία σε τέχνη που ευαισθητοποιεί, προβάλλοντας την ανισότητα στη μάθηση.

Κάθε έργο αναπτύσσει έναν κώδικα, δομώντας ή αποδομώντας την επικοινωνία. Είναι πράγματι ένα ταξίδι με «μνημειώδεις ασημαντότητες» που αποκτούν τη σημασία τους ίσως όχι τη στιγμή που παρατηρείς ή παρακολουθείς (αν είναι βίντεο) το έργο· αλλά αργότερα. Οταν το ανακαλείς στη μνήμη για να το επεξεργαστείς, να το εντάξεις στο προσωπικό «πάνθεον» ή να το απορρίψεις. Για να διαπιστώσεις, κάποιες φορές, ότι απλώς έχει αποθηκευτεί σε άλλο αρχείο μνήμης και εμφανίζεται απροσδόκητα για να συνδεθεί με ένα, εντελώς ξένο, εδώ και τώρα τοπίο. Μια, εντελώς, διαφορετική στιγμή.

Θυμίζει το ψηφιακό βίντεο του Theo Eshetu «Ατλας διασπασμένος». Σε πρόσωπα από διάσημους πίνακες ζωγραφικής ή τοιχογραφίες, σε μάσκες ανοίκειων πολιτισμών, έχει τοποθετήσει σύγχρονα βλέμματα. Μάτια ανθρώπων σημερινών, καθημερινών, που κινούνται ανήσυχα ή μένουν στατικά μεταμορφώνοντας τον πίνακα ή τη μάσκα.

Γιατί, ο τρόπος που κοιτάμε είναι ο τρόπος που ταξιδεύουμε μέσα στην Ιστορία αλλά και στην ίδια τη ζωή μας. Προμετωπίδα σε αυτήν τη «διασπασμένη» γεωγραφία προσώπων ένα απόσπασμα από τον Επιτάφιο του Σείκιλου, που είναι η αρχαιότερη σωζόμενη ολοκληρωμένη μουσική σύνθεση (περίπου 1ος αιώνας μ.Χ.): «Οσο ζεις λάμπε, καθόλου μη λυπάσαι. Για λίγο διαρκεί η ζωή, ο χρόνος απαιτεί την πληρωμή του».

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ