ΚΙΝΗΜΑΤΟΓΡΑΦΟΣ

Το συναίσθημα μιας χώρας

ΜΑΡΙΑΛΕΝΑ ΣΠΥΡΟΠΟΥΛΟΥ

Joachim Lafosse, «L’ economie du couple».

ΕΤΙΚΕΤΕΣ:

Π​​ριν από λίγο καιρό προβλήθηκε στον κινηματογράφο η γαλλική ταινία του Joachim Lafosse, με τίτλο «L’ economie du couple» (Η οικονομία του ζευγαριού), που μεταφράστηκε στα ελληνικά «Οταν τελειώσει ο έρωτας». Η ταινία περιγράφει τη ζωή ενός ζευγαριού εκεί γύρω στα 40 με δύο κοριτσάκια που οδεύει προς το τέλος. Η αιτία ενός διαζυγίου είναι πάντα σύνθετη, ο σκηνοθέτης όμως επιθυμεί να αναδείξει τις οικονομικές διαφορές που έχει το ζευγάρι και αυτές λιμνάζουν ή καταποντίζουν τα συναισθήματα. Η σύζυγος είναι αυτή που επιλέγει τον χωρισμό, διότι νιώθει ότι ο σύζυγός της ζει εις βάρος της. Εκείνη προέρχεται από ευκατάστατη οικογένεια, αυτός είναι αυτοδημιούργητος και πλέον φτωχός, και τώρα που στένεψαν τα οικονομικά περιθώρια –δυσκολεύεται πλέον και αυτή να αντεπεξέλθει στις οικονομικές απαιτήσεις της εποχής– στένεψαν και τα συναισθήματα. Αυτή φυσικά δεν είναι μια συνθήκη που τη ζουν μόνον οι Γάλλοι ούτε αφορά μεμονωμένα ζευγάρια. Νομίζω ότι πλέον, αν κρίνουμε και από τις αιτήσεις διαζυγίων ή και από τους μειωμένους γάμους που έγιναν το πρώτο εξάμηνο του 2017, κατανοούμε ότι η οικονομική συνθήκη μιας χώρας επηρεάζει ανεπανόρθωτα τις σχέσεις, τον έρωτα, τα συναισθήματα και εντέλει τον ψυχισμό.

Ταξιδεύοντας στο γαλλικό τίτλο –που είναι πολύ πιο επιτυχημένος από τον ελληνικό– αναδεικνύεται ένα παράδοξο. Φανταζόμαστε ότι ο έρωτας δεν έχει καμία σχέση με την οικονομία. Οτι η συντροφικότητα δεν μπορεί να αναλυθεί με οικονομικούς όρους ή τουλάχιστον δεν θα έπρεπε. Και ότι όλοι αυτοί που στοχάζονται, πολιτικοί, οικονομικοί αναλυτές και δημοσιογράφοι για την ελληνική κρίση φυσικά δεν αναλώνονται σε αναλύσεις περί του ψυχισμού. Τι θα συνέβαινε, λοιπόν, εάν βάζαμε έναν τίτλο για αυτό που μας συμβαίνει; Να στοχαστούμε όσον αφορά την οικονομική δυσπραγία σε σχέση με τα συναισθήματα. Αν αντί για την «οικονομία του ζευγαριού», δεν επισημαίναμε «τη συναισθηματική και ψυχική αδυναμία μιας οικονομίας»; Μπορεί να φαινόταν τραβηγμένο, ιδίως σε όσους αρέσκονται να μιλάνε στεγνά με αριθμούς, οι οποίοι δεν βγαίνουν από ό,τι φαίνεται, και μάλλον δεν θα βγουν ποτέ. Διότι η χώρα σε μεγάλο βαθμό έχει μια δυσκολία βαθύτερη. Να σχετισθεί. Να δημιουργήσει υγιείς σχέσεις. Να επενδύσει στις σχέσεις. Να τις συντηρήσει. Να προστατεύσει τους ανθρώπους της, να αναλάβει ευθύνες, αλλά και να αποδώσει δικαιώματα. Και η χώρα φυσικά δεν είναι κάτι αφηρημένο. Είμαστε εμείς και η σχέση μας καθημερινά με τον εαυτό μας και τους άλλους.

Δεν είναι τυχαίο ότι μερικοί όροι είναι κοινοί στις επιστήμες. Η έννοια της επένδυσης, της ενέργειας, του κεφαλαίου, του ισοζυγίου, του πλεονάσματος, του ελλείμματος, της συνέπειας είναι λέξεις που μπορούν να ταξιδέψουν σε πολλά πεδία. Δεν γνωρίζω πολλά από την οικονομική επιστήμη, είμαι όμως σίγουρη ότι όταν καταλήγουν οι άνθρωποι είτε από την οικογένειά τους είτε αργότερα στην κοινωνία να μιλάνε μόνο για χρήματα, τότε έχουν ναυαγήσει πολλά προηγούμενα στάδια εξανθρωπισμού τους. Διότι αυτό που γεμίζει τους ανθρώπους είναι η σχέση και όχι η τσέπη. Και αυτό που ζούμε εδώ και πάρα πολλά χρόνια σε αυτήν τη χώρα, είτε είχαμε χρήματα είτε όχι, είναι η δυσκολία να είμαστε συνεπείς με τον εαυτό μας, τα συναισθήματά μας, την αλήθεια τη δική μας αλλά και του άλλου. Και το χειρότερο είναι ότι δεν την ψάχνουμε αυτή την αλήθεια.

Αν αντέξουμε να δούμε γύρω μας, ο θυμός που κινδυνεύει να μετατραπεί σε ανεξέλεγκτη οργή σχετίζεται με την υποκρισία σε όλα τα επίπεδα. Και με την υποκρισία, χρήματα δεν θα έρθουν ποτέ. Υποκρισία σε πολιτικό επίπεδο, υποκρισία σε προσωπικό επίπεδο, επιθυμούμε να σχετιστούμε μόνον όταν έχουμε εμείς ανάγκη, με τους όρους μας και τη διάθεσή μας. Ακούμε αυτά που μας αρέσει να ακούμε και προτάσσουμε τις δυσκολίες που σίγουρα βιώνουμε για να γίνουμε ακόμα περισσότερο εαυτούληδες. Και κλεινόμαστε στο πρόβλημά μας.

Η περίφημη λέξη ενσυναίσθηση είναι μια τσίχλα δίχως ζάχαρη. Είναι γλυκιά όταν δυσκολεύονται, αλλά όταν όλα τούς πάνε καλά τη φτύνουν. Οι πολιτικοί λένε ότι δεν έρχονται οι επενδύσεις στην Ελλάδα. Και δεν θα έρθουν ποτέ. Διότι οι πολιτικοί ως άνθρωποι περνάνε από τον θώκο χωρίς να επενδύσουν στη χώρα. Επενδύω σημαίνει συνδέομαι, εργάζομαι, αγαπώ, πονάω τον κόπο και αν πάει κάτι άσχημα συντρίβομαι. Ερχομαι πρώτος και φεύγω τελευταίος από το πλοίο, σαν τον καλό καπετάνιο. Και συνεχώς ανατροφοδοτώ με σκέψη, έγνοια, συναίσθημα και ενέργεια τον αγώνα. Αυτό είναι μια σχέση. Και είναι αυτό που δεν βιώνουμε ούτε ως άνθρωποι ούτε ως πολίτες.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ