ΒΙΒΛΙΟ

Η αντοχή στο όνειρο

ΛΙΝΑ ΠΑΝΤΑΛΕΩΝ

ΕΤΙΚΕΤΕΣ:

ΚΑΤΕΡΙΝΑ ΠΑΝΑΓΙΩΤΟΠΟΥΛΟΥ
Η Μακρυγιαλού και άλλες ιστορίες
εκδ. Εντευκτηρίου, σελ. 88

​​Μακρυγιαλού, τυλιγμένη στο βυσσινί σάλι της, σέρνοντας μαζί της ευχές και κατάρες, ξεβράζεται από τη θάλασσα σε ένα χωριό και γίνεται παραμύθι, έπηλυς της προφορικής παράδοσης του τόπου. «Στο πρόσωπό της φώλιαζαν οι σκιές». Σιωπηλή, αφανισμένη μες στο ανέμισμα της μαντίλας της, εξαϋλωνόταν σε μύθο που πλεκόταν και μάκραινε, «γινόταν μια τεράστια μαντίλα, που τα τύλιγε όλα κι απλωνόταν». Πριν κλείσει τα έξι, η Αντιγόνη απαλλάχθηκε από τη δυστυχία και την ενοχή, που ήταν για εκείνη η μητρική μορφή, ενταφιάζοντας στο χώμα της αυλής το καλό φουστάνι της μητέρας της, ένα «λευκό φουστάνι, γεμάτο κατακόκκινα γαρύφαλλα, ζεστά σαν αίμα». Το ίδιο φορούσε και η μητέρα του Νότη καθώς τον αποχαιρετούσε, γέρνοντας από πάνω του και αφήνοντας τα αιμάτινα γαρίφαλα να κυλήσουν από το λευκό ύφασμα για να αγκαλιάσουν το άψυχο σώμα του. Η Γιωργού, πάλι, αποζητούσε την έξαρση, ίσως γι’ αυτό, όταν έσβησε κάθε της απαντοχή, άφησε το γκάζι ανοικτό.

Οι ηρωίδες της Κατερίνας Παναγιωτοπούλου (γεν. 1956) έλκουν την καταγωγή τους από τις σελίδες του Παπαδιαμάντη. Ωστόσο, αυτή η καταγωγή είναι αμυδρότατη, ένας απαλός απόηχος που συντονίζεται αρμονικά με τη μελωδία της γραφής της. Τα πρόσωπα των διηγημάτων προβάλλουν σμιλεμένα στην τραχύτητα ενός τοπίου ακατονόμαστου και αγεωγράφητου, βουλιαγμένου βαθιά στον χρόνο και στο χώμα. Σε σύγκριση με τις φρενήρεις, ανερμάτιστες, παραλογισμένες φιγούρες του τρέχοντος χρόνου, που ενδημούν στην ελληνική πεζογραφία, οι διηγηματογραφικοί χαρακτήρες της Παναγιωτοπούλου μοιάζουν βραδυκίνητοι και παρωχημένοι. Τρέμουν τα στοιχειά της φύσης, γονατίζουν μπροστά στα εικονοστάσια και λιώνουν στις προσευχές, προσμένουν θαύματα και παραδίδουν το πνεύμα έναντι του αδιάρρηκτου, άφατου μυστηρίου της ζωής και του θανάτου. Κυρίως ονειρεύονται. Είναι εξόχως υπομονετικοί με την αργοπορία της ευτυχίας. Τα όνειρά τους είναι η αντίστασή τους στον όλεθρο που τους παραμονεύει.

«Ν’ ακουμπήσεις σε όνειρα που σε θέλουν», παραινεί ένας πατέρας τον γιο του, εσωκλείοντας στο σημείωμα της αυτοχειρίας του μια συνταρακτική ομολογία αγάπης. Η Γιώτα, από την άλλη, άκουγε τα βράδια το τρένο να βογγάει στην ανηφόρα του χωριού της και ονειρευόταν τη μέρα που θα την έπαιρνε μαζί του, πέρα μακριά. Μόνον «όταν η ζωή της μπήκε στο φθινόπωρο» συνειδητοποίησε πως το τρένο που θα την πήγαινε στο όνειρο σφύριζε «το πέρασμα από τ’ όνειρο στην πραγματικότητα». Στο υπέροχο διήγημα «Αθώοι αυτόχειρες», ένας άντρας, καθισμένος δίπλα στην ετοιμοθάνατη αγαπημένη του, παρατηρεί τον ορό στην άνυδρη φλέβα. «Υπνωτισμένος ακολουθούσε τη ροή του υγρού να ξεπλένει την πραγματικότητα με όνειρο». Η ελπίδα για τη ζωή της τάραζε την ψυχή του, γιατί από τη στιγμή που έβγαλε τα ράσα απεκδύθηκε κάθε ελπίδα σωτηρίας. Ακολουθώντας την ήδη νεκρή γυναίκα στον θάνατο, επαιτούσε από τον Θεό εξιλέωση για την αποτυχία και των δυο τους να προσηλυτιστούν στην επουράνια ευτυχία, την οποία αντάλλαξαν με μια σύντομη περιήγηση σε έναν παράδεισο που αποδείχθηκε λίγος.

Ο φόβος του Θεού λύεται με τον θάνατο και στο διήγημα «Ο φόβος», από τα πιο καλογραμμένα του βιβλίου. Κάθε φορά που ο άνεμος λυσσομανούσε και τράνταζε το σπίτι τους, όμοιος με «τον συριγμό του δαίμονα όταν βρίσκει αντίσταση στη στέρεη πίστη του χριστιανού», ο Νότης φώλιαζε στην αγκαλιά της μητέρας του με την ελπίδα πως εκεί «δεν κινδύνευε να συρθεί στον Αδη από τα στοιχειά της φύσης». Οταν όμως του συνέβη το χειρότερο που θα μπορούσε να τον τρομάξει, «μια υπέροχη γαλήνη, μια πρωτόγνωρη ευτυχία σαν θεϊκή πληρότητα», τον ξεκούρασε από κάθε φόβο. Μπήκε ξέπνοος στο όνειρο.

Το πρώτο βιβλίο της Παναγιωτοπούλου είναι έργο προσεκτικά φτιαγμένο, δουλεμένο με πολύ κόπο και χρόνο. Στα ολιγοσέλιδα διηγήματα υποβόσκει η επίμοχθη δοκιμασία τόσο με την ανάγνωση όσο και με τη γραφή. Χθόνιοι οι ήρωες, χθόνιες και οι σελίδες, όπου οι λέξεις ανθοβολούν εικόνες σπαρακτικής ομορφιάς. Μπορεί τα εξαίσια ονειροπολήματα να ξεψυχούν σε ματαιώσεις, η γλώσσα όμως κρατάει το θαύμα ανέπαφο.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ