ΑΝΘΡΩΠΟΙ

Η ζωή μου στο Ριάντ

ΝΤΙΑΝΑ ΚΑΡΤΣΑΓΚΟΥΛΗ

Φωτογραφίες: Βαγγέλης Ζαβός

Είμαστε στο σπίτι της Αλεξίας Παλαιστή. Μόλις έχει βγάλει την αμπάγια, την κελεμπία που έπρεπε να φοράει όταν κυκλοφορούσε στο Ριάντ εκτός του compound της (κάτι σαν πόλη μέσα στην πόλη όπου μένουν οι Δυτικοί), τη μαντίλα που κάλυπτε τα μαλλιά της και το niqab, που αφήνει να φαίνονται μόνο τα μάτια της (ως Ευρωπαία δεν ήταν υποχρεωμένη να το φοράει). Τα είχε βάλει για τη φωτογράφιση και ήταν εντυπωσιακό το πώς άλλαξε αμέσως η ατμόσφαιρα του σπιτιού. Έγινε σκοτεινή και τρομακτική. Ακόμa και όταν βρίσκεσαι μακριά από το Ριάντ, στο ηλιόλουστο κέντρο της Αθήνας, αυτό το μαύρο κάτι σου κάνει. «Πού να δεις όταν είσαι στα εμπορικά κέντρα τους και βλέπεις μόνο κάτι μαύρα και άσπρα (οι άντρες) να κινούνται στον χώρο. Είναι ανατριχιαστικό».

Η καθημερινότητα

Την Αλεξία τη γνωρίζω πολύ καλά από τότε που ήμασταν πρωτοετείς στο πανεπιστήμιο. Στη ζωή της είχε πάντα αμέτρητους φίλους γύρω της, ενώ τον ελεύθερο χρόνο της τον περνούσε σε θέατρα, συναυλίες, πάρτι. Αυτά είναι που της έλειψαν περισσότερο στο Ριάντ, πέρα από τους αγαπημένους της: «Η Τέχνη· εκεί δεν υπάρχουν ούτε σινεμά, ούτε θέατρα, ούτε τίποτα. Η μόνη διασκέδαση είναι το φαγητό και τα ψώνια. Τώρα έγινε μια μουσικοχορευτική παράσταση. Ήταν μια ομάδα από την Αγγλία. Στην Ελλάδα δεν θα μου έλεγε τίποτα, αλλά ξέρεις τι χαρά μάς έδωσε εκεί; Υπάρχει επίσης ένα φεστιβάλ, το “Τζαναντρίγια Festival”, όπου χορεύουν παραδοσιακούς χορούς. Οι άντρες· οι γυναίκες φυσικά δεν χορεύουν». 

Στη Σαουδική Αραβία όπου έμενε τα τελευταία τρία χρόνια, ισχύει ο ισλαμικός νόμος. Πρόκειται για μια χώρα σκληρή, όπου γίνονται αποκεφαλισμοί δημοσίως (με σπαθί) για τα σοβαρά εγκλήματα, απαγορεύεται η κατανάλωση αλκοόλ και η λογοκρισία είναι απόλυτη: «Βέβαια, αυτό είναι το φανερό Ριάντ, γιατί υπάρχει και το “underground”, όπου συμβαίνουν τα πάντα, μέχρι και ναρκωτικά, με τα οποία έχουν μεγάλο πρόβλημα. Και επίσης, αν είσαι άντρας, πλούσιος και Σαουδάραβας είσαι πάνω από τον νόμο. Μπορείς να κάνεις ό,τι θέλεις». 

Σε μια τέτοια χώρα, λοιπόν, είναι εύκολο να καταλάβει κανείς ότι τα δικαιώματα των γυναικών σχεδόν δεν υφίστανται. Δεν τους επιτρέπεται να κάνουν οτιδήποτε χωρίς την άδεια κάποιου άντρα πρώτου βαθμού συγγένειας, άνω των 18. Απαγορεύεται να οδηγούν, να μιλούν με άντρες εκτός της οικογένειάς τους, να καπνίζουν δημοσίως, να ταξιδεύουν χωρίς τη γραπτή άδεια του «κηδεμόνα» τους. Στα καταστήματα δεν υπάρχουν δοκιμαστήρια. Αναγκάζονται να αγοράζουν ρούχα και, αν δεν τους κάνουν, τα επιστρέφουν. «Γενικά, για να κάνεις το οτιδήποτε ως γυναίκα είναι μια ταλαιπωρία. Ένα πράγμα να θέλεις να πάρεις από το σούπερ μάρκετ, ή θα πρέπει να το φέρει ο άντρας σου μετά τη δουλειά ή θα πρέπει να βρεις οδηγό να σε πάει, αν δεν είναι ώρα προσευχής γιατί πέντε φορές την ημέρα κλείνουν τα πάντα· υπάρχει και εφαρμογή για κινητά, που σου λέει πότε θα είναι η επόμενη προσευχή, για να μπορείς να οργανώσεις την ημέρα σου αναλόγως. Τα δύο φύλα δεν συνυπάρχουν ούτε στα γλέντια. Στους γάμους υπάρχει μία αίθουσα για τους άντρες και μία για τις γυναίκες, όπου μπορούν να μη φορούν τις αμπάγιες και να διασκεδάζουν, αλλά μόνο μεταξύ τους. Υπάρχουν και γυναικεία καφενεία, στα οποία όμως εγώ δεν έχω πάει. Τα εστιατόρια χωρίζονται σε τμήματα για τις οικογένειες και για τους άντρες, και πολλά έχουν τραπέζια που απομονώνονται με παραβάν, για να μπορεί μια γυναίκα να βγάλει το niqab». 

Η Αλεξία βρέθηκε στο Ριάντ όταν ο σύζυγός της, Γιώργος Καβαλιεράτος, έπιασε δουλειά εκεί ως πολιτικός μηχανικός στην εταιρεία που εποπτεύει την κατασκευή του μετρό. «Για να φεύγω από τη χώρα, έπρεπε να μου βγάζει βίζα εξόδου ο Γιώργος. Αν δεν ήθελε να το κάνει, δεν μπορούσα να πάω πουθενά. Δεν θα με κρατούσε βέβαια εκεί παρά τη θέλησή μου, αλλά ήταν ενοχλητικό και μόνο το ότι θα μπορούσε». 

Τη ρωτάω αν φοβόταν να κυκλοφορεί: «Στην αρχή. Μετά αποθρασύνθηκα λίγο. Όλα τελικά είναι θέμα συνήθειας. Κάποια στιγμή που περπατούσα μόνη μου βράδυ, περνούσαν άντρες δίπλα μου λέγοντάς μου κάτι στα αραβικά. Δεν ξέρω αν τους ενόχλησε το ότι ήμουν μόνη μου ή το ότι δεν φορούσα τη μαντίλα. Κανονικά απαγορεύεται να μου μιλήσουν και θα μπορούσα, θεωρητικά, να τους απειλήσω ότι θα το πω στη θρησκευτική αστυνομία, αλλά δεν το έκανα. Δεν το κάνεις. Συχνά με νοήματα μου έλεγαν να βάλω τη μαντίλα κι εγώ έκανα ότι δεν τους έβλεπα. Αν με πετύχαινε η θρησκευτική αστυνομία, μπορεί να είχα πρόβλημα, αλλά δεν την είδα ποτέ. Τα πράγματα δεν ήταν τόσο αυστηρά για εμάς τους δυτικούς και για τους περισσότερους ήταν αποδεκτό να κυκλοφορούμε χωρίς μαντίλα. Τώρα, βέβαια, υπάρχει μια πρόοδος. Στα τρία χρόνια που ήμουν εκεί, άλλαξε ο νόμος για τη θρησκευτική αστυνομία και ανοίγουν εστιατόρια που δεν έχουν τα πριβέ τραπέζια με τα παραβάν. Επίσης, λένε ότι σε δέκα χρόνια δεν θα υπάρχουν αμπάγιες. Και όντως, τις είδα από μαύρες να γίνονται μέχρι και ροζ και να έχουν στολίδια. Μέχρι πρότινος οι γυναίκες που ήθελαν να εντυπωσιάσουν απλώς φορούσαν πανάκριβα παπούτσια. Γενικώς φροντίζουν πάρα πολύ τα άκρα τους, ό,τι δηλαδή επιτρέπεται να δείχνουν. Μας φαινόταν πολύ περίεργο εμάς να τις βλέπουμε καλυμμένες εξ ολοκλήρου στα μαύρα και από κάτω να φορούν ό,τι πιο μοντέρνο σε γόβες ή αθλητικά. Επίσης, στο χέρι κρατούν πανάκριβες τσάντες και κινητά». 

Τι λένε οι ίδιες οι γυναίκες

«Έχω συναναστραφεί με κάποιες γυναίκες με ευρωπαϊκή παιδεία και μοντέρνα οικογένεια που θέλουν αλλαγή και με άλλες που μπορεί να σπούδασαν, αλλά το μυαλό τους είναι κλειστό. Θέλουν να μη φαίνονται, δεν αισθάνονται άνετα, και είναι λογικό. Ακόμα και εγώ, έπειτα από τόσο καιρό που ήμουν αναγκασμένη να κρύβομαι, τώρα προσέχω τι φοράω. Οι γυναίκες αποκαλούνται γενικά “Princesses of Riyadh” και τους λένε ότι δεν χρειάζεται να κάνουν μόνες τους τίποτα, ούτε καν να οδηγούν, και ότι το να καλύπτουν το πρόσωπο και το σώμα τους γίνεται για να μην τις σπιλώνει ο καθένας με το βλέμμα του. Πρόκειται για ένα καλοστημένο κόλπο για να τις καταπιέζουν. Υπάρχει παθογένεια στη Σαουδική Αραβία, ενδοοικογενειακή βία, αλλά αυτά δεν μαθαίνονται. Δεν θα βρει το δίκιο της μια γυναίκα, ούτε στην αστυνομία». 

 

Το εργασιακό περιβάλλον

Παρ’ όλα αυτά εργαζόταν: «Ναι, σε compound. Τους ενοχλεί πολύ όταν μια γυναίκα μιλάει και θέλει να αλλάξει τα πράγματα δυναμικά. Πρέπει αυτό να το κάνεις με διπλωματία, ή καλύτερα με διπροσωπία. Δεν απαγορεύεται διά νόμου να είναι μια γυναίκα επικεφαλής, αλλά δεν συμβαίνει». 

Πώς εξηγείται ότι μια τόσο κλειστή κοινωνία  εξαρτάται τόσο πολύ από την εργασία των ξένων; «Είναι αλαζόνες οι Σαουδάραβες και τεμπέληδες. Δεν μπορούν να λειτουργήσουν επαγγελματικά. Και επειδή ήταν έτσι πάντα, οι εταιρείες, για να μπορέσουν να κάνουν τη δουλειά τους, έφερναν ανθρώπους απέξω, ειδικά σε θέσεις-κλειδιά. Το κράτος κάποια στιγμή αποφάσισε ότι αυτό δεν συμφέρει, γιατί έφευγαν όλα τα λεφτά από τη Σαουδική Αραβία, και άρχισε να υπάρχει και εκεί οικονομική κρίση, ειδικά τώρα που υφίσταται και πρόβλημα στην αγορά του πετρελαίου. Εφάρμοσαν, λοιπόν, τον λεγόμενο “Saudization”, έναν νόμο που επιβάλλει σε κάθε εταιρεία να έχει ένα ποσοστό υπαλλήλων που είναι Σαουδάραβες.  

»Να κάνω μια παρένθεση εδώ για να πω ότι στη Σαουδική Αραβία δεν επιτρέπεται σε κάποιον να ανοίξει επιχείριση χωρίς συνεταίρο Σαουδάραβα. Υπάρχουν, λοιπόν, κάποιοι ζάπλουτοι που το επάγγελμά τους είναι να λειτουργούν ως συνεταίροι σε ξένες επιχειρήσεις, χωρίς να κάνουν τίποτα. Για το ποσοστό που έπρεπε να φτάσουν οι εταιρείες, προσλάμβαναν κάποιους και τους άφηναν να κάθονται σπίτι τους. Μετά η επιθεώρηση εργασίας άρχισε να κάνει ελέγχους και να διαπιστώνει ότι δεν ήταν στα γραφεία τους. Τους επέβαλε να πηγαίνουν. Τώρα αναγκαστικά εμφανίζονται, αλλά σαν τουρίστες. Φεύγουν για προσευχή και, αντί να επιστρέψουν σε 30 λεπτά, λείπουν 2 ώρες. Δεν σπουδάζουν ιδιαίτερα, δεν θέλουν. Τώρα εφαρμόζεται ένα άλλο πρόγραμμα, το “Vision 2030”, που έχει στόχο μέχρι το 2030 η Σαουδική Αραβία να λειτουργεί αποκλειστικά με Σαουδάραβες. Εμείς απλώς γελάμε, κανείς μας δεν πιστεύει ότι αυτό μπορεί να γίνει».

Επιστροφή στην Ελλάδα

Πώς φέρονται στους ξένους που εργάζονται εκεί: «Παλαιότερα οι εταιρείες κρατούσαν τα διαβατήριά τους και κανόνιζαν εκείνες για την είσοδο και την έξοδό τους από το κράτος. Λειτουργούσαν ως κηδεμόνες τους. Αυτό, παρότι καταργήθηκε, συνεχίζουν να το κάνουν σε υπαλλήλους που προέρχονται από λιγότερο ανεπτυγμένες χώρες. Γενικώς, όσο πιο δυνατό είναι το διαβατήριό σου, τόσο πιο πολλά δικαιώματα έχεις. Υπάρχουν πολλοί εργαζόμενοι σε σπίτια πλούσιων Σαουδαράβων που δεν μπορούν να φύγουν και βρίσκονται στο έλεος των εργοδοτών τους, κάτι σαν σκλάβοι. Ακόμα και αν τους κακοποιούν, δεν μπορούν να κάνουν τίποτα γι’ αυτό». 

Το μόνο που είχε να της προσφέρει το συγκεκριμένο κράτος είχε να κάνει με την εργασία, αφού θέσεις υπάρχουν άφθονες, οι υποψήφιοι είναι ελάχιστοι και έτσι αναδεικνύεσαι. Η Αλεξία είναι δημοσιογράφος και, μολονότι σκέφτηκε να εξασκήσει το επάγγελμά της εκεί, αποφάσισε να μην το κάνει επειδή υπάρχει λογοκρισία και ουσιαστικά θα της υπαγόρευαν τι να γράφει. Της ήταν όμως πολύ εύκολο να εργαστεί σε άλλους τομείς - εργάστηκε στη διοργάνωση εκδηλώσεων: «Ήταν εύκολο να βρω δουλειά και να βγάλω και χρήματα εκεί και αυτό είναι και το μόνο που με φοβίζει εδώ, στην Ελλάδα. Το ενδεχόμενο να μη βρω δουλειά». 

Της ζητάω να κάνει έναν απολογισμό των τελευταίων τριών χρόνων: «Στην αρχή ήμασταν πολύ αντικοινωνικοί με τον Γιώργο. Υπήρχαν άνθρωποι στο compound, και Έλληνες, αλλά δεν κάναμε πολλή παρέα. Δεν ταιριάζαμε εύκολα, καθώς είχαν άλλες προτεραιότητες και κυρίως τα υλικά αγαθά, δηλαδή το “shopping”, που εμένα δεν μου αρέσει. Ο Γιώργος δούλευε πολύ κι εγώ ήμουν εγκλωβισμένη στο σπίτι. Έπαθα ιδρυματισμό. Αργότερα όμως, που άρχισα να συνηθίζω, κατάφερα να κάνω και αρκετούς φίλους, που τώρα μου λείπουν. Επίσης, έχω πάει σε πάρα πολλά μέρη (Ιορδανία, Ζανζιβάρη, Λάος, Καμπότζη, Ταϊβάν, Ινδονησία, Ινδία, Λίβανο κ.α.), όπου ενδεχομένως να μην είχα την ευκαιρία να πάω αν δεν ήμουν εκεί. Αυτά για μένα είναι εμπειρίες ζωής.  

»Είμαι σίγουρη ότι ακόμη δεν μπορώ να το δω γιατί η όλη εμπειρία είναι πολύ νωπή και σε επεξεργασία μέσα μου, αλλά πιστεύω πως σύντομα θα καταλάβω ότι στο σύνολό της μου έδωσε πολλά. Δεν είναι και λίγο να ζήσεις σε μια τόσο ακραία χώρα. Να δεις όλα αυτά που ελάχιστοι άνθρωποι έχουν την ευκαιρία να δουν, να εργαστείς με ένα τέτοιο μωσαϊκό ανθρώπων απ’ όλο τον κόσμο, να βιώσεις τη μοναξιά και την ανάγκη να ξεσπάσεις. Είμαι σίγουρη πως κάποια στιγμή στο μέλλον θα αποτιμώ αυτή την εμπειρία με τελείως διαφορετικό τρόπο».  ■

Περιοδικό "Κ"

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ