ΑΝΘΡΩΠΟΙ

Βύρωνας Θεοδωρόπουλος - Μιχάλης Μαθιουδάκης

ΜΑΝΙΝΑ ΝΤΑΝΟΥ

Φωτογραφίες: Άγγελος Γιωτόπουλος

Δεν πρωτοτύπησα στον τρόπο που τους έμαθα. Ένα βράδυ σε φιλικό σπίτι, κάποιος έβαλε να δούμε το bit (ο όρος του stand up comedy για ένα σκετσάκι) του Βύρωνα Θεοδωρόπουλου για το 140, το λεωφορείο με την πιο παράδοξη διαδρομή, το οποίο, όπως λέει ο Βύρωνας, «ξεκινάει από το Πολύγωνο, που κανείς δεν ξέρει πού είναι, και καταλήγει στη Γλυφάδα, όπου έχουν όλοι αμάξι». Δεν είναι τυχαία το πιο επιτυχημένο του bit. Είχα καιρό να παρακολουθήσω κάτι τόσο αστείο, τόσο πνευματώδες, τόσο αληθινό, έναν μονόλογο για ένα λεωφορείο, που μιλούσε τελικά για τη ζωή. 

Το ένα έφερε το άλλο και σύντομα είχαμε δει τα άπαντα του Βύρωνα, αλλά και το εξίσου δημοφιλές bit του Μιχάλη Μαθιουδάκη για τη Χίπισσα, το κορίτσι εκείνο «που ασχολείται με μεθόδους ενεργειακής θεραπείας, κάνει τάι τσι στην παραλία, πιστεύει ότι ο καρκίνος θεραπεύεται με φραπελιά και τρώει βιολογικές ρυζογκοφρέτες που έχουν γεύση ράφι». Πριν τελειώσει η βραδιά, είχαμε κλείσει να πάμε να τους δούμε στο «Στα Πλάγια», την κοινή τους εμφάνιση στο 6 D.O.G.S., όπου ξεκίνησαν την 1η Φλεβάρη για 6 παραστάσεις και κατέληξαν να κάνουν 14 έως τις 10 Μαΐου, sold out κάθε Τετάρτη. Για μένα, τη μη ειδική, αυτό το δίδυμο είχε καταφέρει σε δύο ώρες να αποκαταστήσει το ατιμασμένο όνομα του ελληνικού stand up comedy. Έπρεπε να τους συναντήσω. 

Ο Βύρωνας και ο Μιχάλης είναι από κοντά ακόμη πιο συμπαθείς από ό,τι τους φαντάζεσαι. Ο πρώτος ζήτησε 20 φορές συγγνώμη που άργησε, ενώ ο δεύτερος έφτασε με ένα τάπερ με κέικ που είχε φτιάξει ο ίδιος, να με κεράσει για τα γενέθλιά του την προηγούμενη ημέρα. Επίσης, είναι τόσο διαφορετικοί στη ζωή όσο και στη σκηνή. Κι αυτό, λένε, οφείλεται στην καταγωγή τους. «Εγώ είμαι λαϊκός τύπος», λέει ο Μιχάλης. «Καλλιθεώτης, μπαμπάς ταξιτζής, μαμά μοδίστρα, με διώξανε από το σχολείο, έχω μείνει στην ίδια τάξη. Ο Βύρωνας έχει μεγαλώσει στο Κολωνάκι, μπαμπάς προγραμματιστής, μαμά δικηγόρος, ο ίδιος μαθηματικός, ακόμα κι αν βρίσει πιο πολύ από μένα, έχει κάτι ακαδημαϊκό όταν μιλάει». 

Ξεκίνησαν το stand up περίπου την ίδια περίοδο. O Μιχάλης είχε «κλείσει» κάποιες παραστάσεις ως ηθοποιός, αλλά ακυρώθηκαν και τότε αποφάσισε να το δοκιμάσει. Κάθισε τεσσεράμισι μήνες, έγραψε τα κείμενα, κατέγραφε τον εαυτό του στην κάμερα, διορθωνόταν. Τότε δούλευε ως μπουφετζής στο TAf, τους είπε ότι θα κάνει stand up comedy και του είπαν την πρώτη σου παράσταση θα την κάνεις εδώ. Έτσι κι έγινε. Και πήγε καλά. Ο Βύρωνας σπούδασε Εφαρμοσμένα Μαθηματικά, δίδαξε για 10 χρόνια, έπαιζε σε μια μπάντα, έβλεπε ξένο stand up «με ρυθμούς και αφοσίωση που άλλοι ακούν μουσική». Όταν σταμάτησε την μπάντα, άρχισε να το σκέφτεται. «Ένα βράδυ είδα ένα stand up στην Αθήνα και είπα: “Αν μπορεί να το κάνει αυτός, εγώ μπορώ καλύτερα”. Κι έτσι ξεκίνησα. Όλοι ξεκινήσαμε βλέποντας έναν κωμικό χειρότερο από μας». 

Όταν το χάος μπαίνει σε σειρά

Η μοιραία συνάντηση έγινε σε ένα φεστιβάλ του μπαρ «Άνθρωπος». Διηγείται ο Μιχάλης: «Πήγα ως θεατής, ο Βύρωνας έπαιζε. Εγώ εμφανιζόμουν ήδη σε μαγαζιά και αντιμετώπιζα τα προβλήματα του αρχάριου: “πώς θα τους κάνω να ησυχάσουν”, “πώς θα με προσέξουν”. Μέχρι τότε θεωρούσα ότι για να δουλέψει η παράσταση μόνος τρόπος είναι να ορίζεις τον χώρο, να μη βγαίνεις σε κάτι χαοτικό. Και βλέπω τον Βύρωνα να βγαίνει σε συνθήκες αδιανόητες. Μιλάει 15 λεπτά στο χάος, μεθυσμένοι, χάβρα. Στο δεκάλεπτο αρχίζουν να γελάνε κάποιοι λίγοι μπροστά, αυτός ατάραχος. Και ξαφνικά μιλάει για ένα λεωφορείο. Κι αρχίζουν να γελάνε σειρά σειρά, παίρνει τους πίσω και τους πιο πίσω και στο τέλος μόνο μία παρέα μεθυσμένοι δεν τον ακούν. Το θεώρησα αξιοθαύμαστο: το πώς με επιμονή και καλό κείμενο βάζεις το χάος σε σειρά. Κατέβηκε και γνωριστήκαμε». 

Και έτσι ξεκινούν όλα. Σε λίγους μήνες αποφασίζουν να αρχίσουν παραστάσεις μαζί. Ο Μιχάλης παρατάει το μπαρ, ο Βύρωνας τα μαθήματα, φτιάχνουν μια αφίσα και ξεκινάνε. «Δεν αφήνουμε πέτρα. Πιάνουμε έναν χάρτη της Αθήνας, μαζευόμαστε δύο φορές την εβδομάδα και κάνουμε επιχείρηση Μπαρμπαρόσα. Όπου βλέπουμε ροκόμπαρα, καφενεία, συνεργατικά, μπιστρό, στέλνουμε mail. Στο τέλος, από τα 100 μέρη που στέλνουμε μας απαντούν τρεις. Και πηγαίνουμε. Και λειτουργεί. Και σιγά σιγά ανοιγόμαστε, παίζουμε στα πιο κουλά μέρη, σε sex shop, σε μαγαζί που πουλάει κλωστές. Κερδίσαμε εμπειρία, χόντρυνε η πέτσα μας, αποκτήσαμε αντανακλαστικά και κερδίσαμε και street credit. Στο πρώτο μεγάλο τουρ ξεκινήσαμε από την Κέρκυρα, όπου ένας είχε καλέσει τον Μιχάλη, και τελειώσαμε στη Θεσσαλονίκη δύο εβδομάδες μετά, παίζοντας τελικά κάθε μέρα. Και γυρίσαμε μιάμιση φορά καλύτεροι κωμικοί».

Τελικά, τι κάνει κάτι αστείο; «Το να περιγράφεις με το υποκειμενικό σου βλέμμα ως κωμικός κάτι που έχεις πρώτα παρατηρήσει με αντικειμενικότητα». Ο Έλληνας έχει χιούμορ; «Έχει, αλλά πέφτει συχνά στην παγίδα της καφρίλας. Θέλει να κάνει καλαμπούρι, χαβαλέ. Αυτή η διάθεση για χαβαλέ, όμως, δημιουργεί ευνοϊκές συνθήκες για χιούμορ. Έχουμε παίξει στους Παξούς, όπου δεν καταλάβαιναν ακριβώς τι κάνουμε, αλλά είχαν ζεστή καρδιά και βρήκαμε ένα μέρος να “συναντηθούμε”. Έχουμε “πιάσει” ανθρώπους εγκεφαλικά, κι ας ήταν σνομπ, με πιο διανοούμενα αστεία. Η μόνη περίπτωση να μην πιάσεις κανέναν είναι όταν λείπει και η όποια πνευματικότητα, και η καλή καρδιά. Αλλά θα μας επιτρέψεις να μην πούμε σε ποιο μέρος συνέβη αυτό». Θέματα-ταμπού υπάρχουν; «Δεν κάνουμε αστεία για σεξ και για πολιτική. Παρότι θέλω να πιστεύω ότι υπάρχει μια ιδέα πολιτικής σκέψης πίσω από πολλά bits, δεν θα βγούμε ποτέ να κάνουμε αστεία για ΣΥΡΙΖΑ και ΝΔ. Η πολιτική με αυτούς τους όρους έχει εξαντληθεί. Όπως λέει ένας φίλος μου, μετά το ΠΑΣΟΚ οι λέξεις πια έχασαν την υπόστασή τους...»  ■

Περιοδικό "Κ"

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ