ΜΟΥΣΙΚΗ

Συνταρακτική «Αυτοκρατορία»

ΑΝΝΥ ΚΟΛΤΣΙΔΟΠΟΥΛΟΥ

Στιγμιότυπο από την «Αυτοκρατορία», σε σκηνοθεσία Μίλο Ράου.

ΕΤΙΚΕΤΕΣ: Κριτική

ΜΙΛΟ ΡΑΟΥ
Αυτοκρατορία
σκηνοθεσία: Μίλο Ράου
θέατρο: Πειραιώς 260 (Φεστιβάλ Αθηνών)

Μου συμβαίνει καμιά φορά μέσα στη νύχτα: Στην απειλητική άπνοια της σιωπής ν’ ακούω τον χτύπο των τύψεων για όσα αμέτρητα κάνω πως αγνοώ ώστε να υπάρξω. Εδώ, μου συνέβη μέσα στο θέατρο. Μαζί με πολλούς άλλους, που παρακολουθούσαμε αποσβολωμένοι το δίωρο, τελευταίο μέρος της Τριλογίας του Μίλο Ράου, «Αυτοκρατορία» (2016).

Μετά τη λερή τρώγλη στο Βέλγιο (The civil wars, 2014), το φτωχικό γραφείο στη Βοσνία (The dark Ages 2015) που είδαμε πέρυσι και στο Φεστιβάλ Αθηνών, βρισκόμαστε στη στενόχωρη κουζίνα σπιτιού της συριακής πόλης Al-Qamishli, κοντά στα σύνορα με Τουρκία και Ιράκ. Εδώ, έστησε το –για πολλούς– εντελέστερο μέρος και φινάλε της Τριλογίας του για την ευρωπαϊκή ιστορία ο Ελβετός Μίλο Ράου με τους συνεργάτες του από το ΙΙΡΜ (Διεθνές Ινστιτούτο Πολιτικών Φόνων) και τέσσερις ηθοποιούς διαφορετικών εθνοτήτων, καταγωγών, διαμονών, θρησκειών, γλωσσών. Ποια ευρωπαϊκή ιστορία; Μα των πολέμων, των διωγμών, του σαδισμού, της στήριξης εγκληματικών καθεστώτων, των γεωστρατηγικών υπολογισμών, της αρπαγής φυσικών πόρων, εδαφών, πατρίδων από μακρινούς και κοντινούς λαούς, της συνεπακόλουθης μετανάστευσης εκείνων στους οποίους αυτά εφαρμόζονται, πάντα με ευρωπαϊκή συνέπεια, ακρίβεια και «αλληλεγγύη».

Οι τέσσερις ηθοποιοί (ο Κούρδος Ramo Ali –στην κουζίνα της μάνας του βρισκόμαστε–, ο Ελληνας με ρωσική ρίζα Ακύλλας Καραζήσης, ο Σύρος Rhami Khalaf, η Ρουμανοεβραία Μάγια Μόργκενστερν), στριμωγμένοι στο φορτωμένο ταπεινές μνήμες μικροαστικό σκηνικό (καδράκια, ζωγραφικές, φωτογραφίες, σχοινάκια από τουρμπάνια, τσαγιέρες, κούπες, κουζινικά, καρέκλες, τραπέζι, ψυγείο, ντιβάνι), αφηγούνται σε μετωπική ακινησία, με βάση την προσωπική- ιδιωτική βιογραφία του ο καθένας, την «Ευρωπαϊκή Ιστορία» κατά Ράου. Χωρίς δράση, διαλόγους, μετάφραση η διαμεσολαβητική γλώσσα. Με την άνεση και τη πολυπολιτισμική κατανόηση των μεικτών κοινοτήτων. Ο καθένας στη γλώσσα του. Ολοι μαζί στον νέο προσδιορισμό της «Πατρίδας». Και όταν ο ένας αφηγείται, κάποιος από τους τέσσερις τον βιντεοσκοπεί έτσι, που το πρόσωπό του προβάλλεται σε οθόνη τεράστιο, αναφορικό, σχεδόν ηρωικό, μ’ εκτεθειμένη την κάθε του λεπτομέρεια.

Ενώ εμείς ακούμε (διαβάζουμε) για βομβαρδισμούς, αιματηρές διαδηλώσεις, ανακρίσεις, βασανιστήρια, δικτατορίες, πνιγμούς στη Μεσόγειο, χούντες, προσφυγιές, μεταναστεύσεις, επαναπατρισμούς, αποπομπές ξένων μανάδων από Ελληνίδες πεθερές κι ανάμεσα, χιουμοριστικά, πεζά ή κιτς περιστατικά, ενώ μας σοκάρουν λίγες από τις 12.000 φωτογραφίες δολοφονημένων σε βασανιστήρια του καθεστώτος Αλ Ασαντ όπου ο Rhami ψάχνει ακόμη τον αγνοούμενο αδελφό του, το μάτι περιοδεύει στη μεγάλη οθόνη. Στα μεγεθυσμένα τοπία προσώπων, εκφράσεων, βλεμμάτων, μεταπτώσεων, αισθημάτων των ηθοποιών που αφηγούνται. Στην παράλληλη πορεία μιας άλλης ιστορίας μεταδραματικού, ωστόσο ρεαλιστικού θεάτρου. Και μάλιστα πολιτικού θεάτρου παρά τα όσα «ιδιωτικά» παρεμβάλλονται: όπως το κόλπο με την «αισθητική του καταθλιπτικού μινιμαλισμού», πρόφαση απαιξίας του αυτοδίδακτου Καραζήση για να μη χρειάζεται να «παίζει» στους ρόλους που τυχαία του ανέθεταν, οι αργοί ρυθμοί στα γυρίσματα του Αγγελόπουλου που κόστισαν στη Μόργκενστερν τη διάλυση ενός γάμου, η καδένα με την Παναγία, αισθητική εμμονή στον απειλούμενο λαιμό ενός μουσουλμάνου, ή τα 15 κιλά πατάτες που καθημερινά μαγείρευε για τα 14 παιδιά της η πεθαμένη πια μητέρα του Αλι σε αυτή την κουζίνα. Που κι αυτή ισοπεδώθηκε μαζί με την πόλη του.

Και μετά; «Και μετά, αρχίζει η τραγωδία».

Ετσι κλείνει την Τριλογία του Ράου ο Καραζήσης ως Ελληνας ηθοποιός. Προηγουμένως έχει απαγγείλει, εκτός σκηνής, στίχους από τον Αγαμέμνονα του Αισχύλου και πιο πριν, η «βάρβαρη» Μόργκενστερν στίχους από τη Μήδεια του Ευριπίδη, συγγραφέα του αρχαιότερου θεάτρου-ντοκουμέντου. Στίχοι για τα δεινά που γερά προσκολλώνται στο γένος των ανθρώπων όταν αυτό τα προκαλεί, στίχοι για όσα θαυμαστά σβήνονται από τον υγρό σπόγγο της δυστυχίας. Ειπωμένα σε μια κουζίνα που δεν υπάρχει πια, λίγα χιλιόμετρα απόσταση από την αρχαία Παλμύρα...

Γνώριμα, αγαπημένα, πενθιμο-λικνιστικά μοτίβα της Ελένης Καραΐνδρου ντύνουν μουσικά τη συνταρακτική «Αυτοκρατορία» του Μίλο Ράου. Καθηλώνοντας τους θεατές όπου παίχτηκε, κατέδειξε την τέχνη ως τον πιο έγκυρο σύνδεσμο ανάμεσα στο πολιτικό και στο προσωπικό. Ανάμεσα στη συνειδητοποίηση και στην ασυνειδησία. Ανάμεσα στην απαθή ψυχρότητα του μεταμοντέρνου και στην εμπαθή ταραχή του οικουμενικού.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ