ΠΡΟΣΚΗΝΙΟ

O φασισμός δεν βγαίνει μόνον σε... στολή

ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΑΘΗΝΑΚΗΣ

«Πολλοί έχουν εμπειρία από πόλεμο στα social media», λέει η Ετζέ Τεμελκουράν. «Δεν σκεφτήκαμε, όμως, ποτέ τι θα γίνει εάν καταρρεύσει το Twitter, που είναι απλώς μια επιχείρηση. Τι θα γίνει με την ταυτότητά μας; Διότι έχουμε μια ταυτότητα ακόμη κι εκεί».

Εχει τον αέρα που συναντάς όταν περιφέρεσαι στο κέντρο της Σμύρνης και στις ωραίες γειτονιές της Πόλης. Ή σε κάποιο καφέ στο Αμστερνταμ. Τα ρούχα της θυμίζουν κάτι από Ανατολή, η ίδια, όμως, είναι κοσμοπολίτις. Ισως και εξ ανάγκης, αφού οι θέσεις της ως δημοσιογράφου και πολιτικής αναλύτριας δεν είναι πολύ αρεστές στην Τουρκία του Ερντογάν. Η Ετζέ Τεμελκουράν βρέθηκε στην Αθήνα, προσκεκλημένη των εκδόσεων Καστανιώτη, με αφορμή την κυκλοφορία στα ελληνικά του αφηγήματός της «Τουρκία. Παραφροσύνη και μελαγχολία».

Το εκτενές ρεπορτάζ της Τεμελκουράν, αυτή η παραμυθητική ανατομία της Τουρκίας, είναι ο τρόπος της να μιλήσει για τη χώρα της. «Η ικανότητά μας να λέμε ιστορίες· η ικανότητά μας να μετατρέπουμε σε ιστορία αυτό που συνέβη· αυτό είναι κάτι μαγικό με τους Τούρκους.

Ενας λόγος που πιστεύω ότι η Τουρκία έχει επιβιώσει έως τώρα είναι πως ο λαός μπορεί να πει την ιστορία όσων πέρασε με πολύ δημιουργικό και, τις περισσότερες φορές, αστείο τρόπο. Είναι και η ικανότητά μας να σκαρφιζόμαστε και να λέμε ανέκδοτα», μου λέει η Τουρκάλα συγγραφέας στην «Κ» όταν τη συναντώ στο καφέ του «Ιανού» της Σταδίου.

Στο «Τουρκία. Παραφροσύνη και μελαγχολία», η Ετζέ Τεμελκουράν χωρίζει έξυπνα το υλικό της σε τρεις μεγάλες ενότητες, που ακολουθούν τον πρόλογο στην ελληνική έκδοση και την εισαγωγή: η πρώτη, είναι το χθες· η δεύτερη, το σήμερα· η τρίτη, το αύριο. Αυτό, από μόνο του δεν προσδίδει καμία πρωτοτυπία, ωστόσο η έννοια –και η θέση– που διατρέχει το βιβλίο της Τεμελκουράν δεν είναι άλλη από το αγαπημένο ρητό των Τούρκων: το χθες είναι χθες, το σήμερα είναι σήμερα, το αύριο είναι αύριο. Είχε ειπωθεί διά στόματος Σουλεϊμάν Ντεμιρέλ, από του βήματος του αμερικανικού Πανεπιστημίου Κορνέλ, στις 7 Οκτωβρίου του 2003. «Ο Ντεμιρέλ δεν αμφέβαλε ούτε στιγμή πως αυτή η ταυτολογία, που η φαιδρότητά της έγινε απόλυτα κατανοητή στο Πανεπιστήμιο Κορνέλ, είναι ο τρόπος ζωής μας. Το ξαναγράψιμο της ιστορίας, ξανά και ξανά, είναι ένας εύκολος τρόπος προκειμένου να μη δίνεις αναφορά για όσα έχεις διαπράξει, αφού μπορείς να ξεμπερδέψεις με ένα “έλα, μωρέ, το χθες είναι χθες”. Η διαρκής λησμονιά επιβάλλει σε κάθε λαό την αδράνεια απέναντι σε όσα συμβαίνουν, διότι το... χθες είναι χθες – έλα, μωρέ», λέει.

Η κουβέντα στρέφεται στον Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν, ο οποίος καταλαμβάνει περίοπτη θέση στις σελίδες της Τεμελκουράν. «Ο Ερντογάν ήταν λαϊκιστής, before it was cool. Παρ’ όλα αυτά, ο “λαϊκισμός” πλέον δεν είναι λέξη αρκετή. Κάνει τα πράγματα να φαίνονται λιγότερο επικίνδυνα απ’ όσο είναι. Ο “λαϊκισμός” έχει χρησιμοποιηθεί κατά κόρον και στην Τουρκία και στην Ε.Ε. Κοιτώντας, όμως, λιγάκι πίσω, θα δούμε ότι μερικές φορές πρέπει κανείς να είναι σαφής και να μιλήσει για φασισμό. Στην Τουρκία, μας πήρε χρόνο να το πούμε αυτό, κι όμως, είναι φασισμός, ο οποίος, ας μην ξεχνάμε, δεν βγαίνει μόνον σε... στολή. Ο Ερντογάν ήταν εκεί τόσα χρόνια, μιλούσε ορθάνοιχτα, δεν έκρυβε τίποτα. Είναι αποπροσανατολιστικό να λέμε ότι ο απλώς άλλαξε πολιτική», λέει η Τεμελκουράν.

«Ηταν οπορτουνιστής από αρχής», συνεχίζει η συγγραφέας. «Είχε το προφίλ του cool δημοκράτη με το άνοιγμά του στη Μέση Ανατολή, ειδικά μετά την 11η Σεπτεμβρίου. Αυτή πολιτική έχει καταρρεύσει παταγωδώς στο Μεσανατολικό, αλλά τ’ απομεινάρια της διοικούν την Τουρκία. Βέβαια, ο Ερντογάν ανέκαθεν επέλεγε ό,τι εξυπηρετούσε τους σκοπούς του. Αν η δημοκρατία τον εξυπηρετήσει κάποτε, να είστε βέβαιος ότι θα τη χρησιμοποιήσει».

Η Ετζέ Τεμελκουράν μιλάει με σιγουριά. Εχει τη δυναμική ηρεμία εκείνης που έχει περάσει πολλές ώρες σπάζοντας το κεφάλι της για να καταλάβει τη χώρα της, τους συμπολίτες της, τους ηγέτες της. Εκείνο, ωστόσο, που συνοδεύει αυτή τη σιγουριά κλέβει, εντέλει, την παράσταση. Είναι ο δικός της πατριωτισμός – εκείνος που σε κάνει να θυμώνεις από αγάπη. Διαβάζοντας το βιβλίο της, είσαι σχεδόν σίγουρος ότι η τρέλα και η γενική, μαζική θλίψη συνεργάζονται για να δώσουν το θυμωμένο από αγάπη ρεπορτάζ της. Ισως φταίει ότι η μητρική της γλώσσα, η τουρκική, έχει τις ίδιες χορογραφίες με την ελληνική...

«Ολος ο κόσμος αλλάζει, αλλάζει η Ευρώπη, αλλάζει η Μέση Ανατολή, οι ΗΠΑ, προφανώς αλλάζει και η Τουρκία, όλος ο κόσμος βαδίζει στην τρέλα – κάποτε έλεγα ότι ήταν η μελαγχολία το κοινό μοτίβο, αλλά αυτή η εποχή έχει τελειώσει. Αλλάζει όλο το σύστημα της δημοκρατίας, το είδαμε στην Τουρκία, στην Αίγυπτο, στην Τυνησία. Ο κόσμος αντιστάθηκε, αλλά ακόμα δεν γνωρίζει τι ακριβώς αποζητά. Κοιτάξτε, η Τουρκία και η Μέση Ανατολή έχουν βομβαρδιστεί από πολιτικά εγκλήματα, είναι κοινωνίες εξαντλημένες. Οι Ελληνες ξέρετε τι θα πει εξάντληση. Δεν είναι ότι αποδέχεσαι τη μοίρα σου, απλώς είσαι εξουθενωμένος», ακούω στην απομαγνητοφώνηση την Ετζέ Τεμελκουράν να λέει, ενώ ταυτόχρονα χάνει και η ίδια λιγάκι τα λόγια της, από κούραση κι εκείνη, όπως εξομολογείται.

«Πάντως, πρέπει να σας πω, η τουρκική λαϊκή πίστη, ότι ένα φιλί μπορεί να σε κάνει να τα ξεχάσεις όλα, έχει ανασταλεί. Νιώθεις ότι ο οποιοσδήποτε θα μπορούσε να σε σκοτώσει. Δεν είναι εύκολο να φιλήσεις κάποιον σήμερα στην Τουρκία», προσθέτει η Ετζέ Τεμελκουράν, λίγο προτού σταματήσει για να πιει λίγο νερό.

Επιστρέφουμε στο σημείο μηδέν

«Ανέκαθεν η Τουρκία πίστευε ότι ήταν μοναχική. Η τουρκική ψυχή, από τη στιγμή που εγκαθιδρύθηκε η δημοκρατία, ένιωθε πάντοτε ότι περικυκλωνόταν από εχθρούς. Οι πιο κοντινοί μας γείτονες είναι τόσο μακρινοί... Η εξωτερική πολιτική χτιζόταν πάνω σε αυτή την ιδέα. Ο λαός μαθαίνει αυτή την ιδέα από το Δημοτικό. Ο Ερντογάν, εν προκειμένω, έκανε και κάτι καλό: άνοιξε τα σύνορα προς τη Μέση Ανατολή. Ασφαλώς, υποκρινόταν τον υπερασπιστή της πολυπολιτισμικότητας. Αυτό, μάλιστα, τον έκανε διεθνώς αγαπητό. Στην αρχή ήταν με τους Φιλελεύθερους Δημοκράτες· για όσο βέβαια τον εξυπηρετούσαν. Ξαφνικά, άλλαξε γνώμη, δεν τους χρειαζόταν πια· τώρα έχει στραφεί στους εθνικιστές. Αλλάζει το αφήγημα κατά το δοκούν. Ο νεο-οθωμανισμός, όμως, ήταν πάντοτε εκεί, αλλά ήταν πασπαλισμένος με διάφορα αφηγήματα, που επηρέαζαν τους διανοουμένους, ιδίως της Δύσης, όπως ο Σλαβόι Ζίζεκ. Αλλά ας μην παρεκτραπούμε...».

Συγκρατώντας, αμφότεροι, τη ροπή να... παρεκτραπούμε επί του διορατικού σταρ διανοουμένου, στρέφω τη συζήτηση στο Κουρδικό. Οι λόγοι, εκτός από πολιτικοί, είναι και λογοτεχνικοί. Είναι εκείνη η ενότητα του βιβλίου με την αφηγηματική δεινότητα της Ετζέ Τεμελκουράν σε πλήρη ανάπτυξη – μια έξοχη στιγμή της. Η δεύτερη είναι εκείνη που αναφέρεται στον πόλεμο που δέχτηκε από τα trolls των social media για τις ιδέες της περί Κουρδικού, Ερντογάν, δικαιωμάτων των γυναικών, ελευθερίας της έκφρασης. Είναι κάτι που δεν θέλει γενικώς να κουβεντιάζει – και το υποβιβάζει. «Νομίζω ότι πολλοί έχουν εμπειρία από πόλεμο στα social media. Δεν σκεφτήκαμε, όμως, ποτέ τι θα γίνει εάν καταρρεύσει το Twitter, που είναι απλώς μια επιχείρηση. Τι θα συμβεί με τη νεοαποκτηθείσα δεξιότητά μας να συνοψίζουμε τα πάντα σε 140 χαρακτήρες; Τι θα γίνει με την ταυτότητα μας; Διότι έχουμε μια ταυτότητα ακόμη κι εκεί», αναφέρει.

Επιστρέφουμε αμέσως στο Κουρδικό, για το οποίο λέει στην «Κ» ότι «κανείς δεν είναι αθώος. Είναι εξαιρετικά επώδυνο αυτό. Ολόκληρες γενιές θυσιάστηκαν για την ειρήνη και άλλοι τόσοι αφιέρωσαν τη ζωή τους στην επίτευξή της. Είναι φαύλος κύκλος. Επιστρέφουμε διαρκώς στο σημείο μηδέν. Νομίζω ότι οι νέες γενιές έχουν εξαντληθεί από αυτήν τη διαμάχη. Και, ταυτόχρονα, το Κουρδικό βλέπουμε ότι μετατρέπεται περισσότερο σε πρόβλημα της Μέσης Ανατολής, δεδομένο που μπλέκει τα πράγματα ακόμη περισσότερο».

Οι γενοκτονίες

«Εντούτοις, να μην ξεχνάμε», συνεχίζει η Ετζέ Τεμελκουράν, «ότι δεν έχει σημασία τι λέει ή τι δεν λέει μια κυβέρνηση για τους πολέμους και τις γενοκτονίες. Εκείνο που μετράει είναι πώς αισθάνεται η κοινωνία για το παρελθόν της. Στο βιβλίο μου για το Αρμενικό, “Deep Mountain”, προσπάθησα να μιλήσω στους Τούρκους για τους Αρμενίους – χωρίς να χρησιμοποιήσω τη λέξη από “γ”. Δεν είναι ότι την αρνήθηκα. H τουρκική κοινωνία, όμως, δεν έχει αντισώματα σε αυτήν τη λέξη. Αν, ωστόσο, τους πεις την ιστορία χωρίς αυτήν, θα σε ακούσουν. Οταν μετατρέπεις σε ιστορία την Ιστορία, τότε εκείνη γίνεται πιο προσβάσιμη. Η τουρκική κοινωνία φοβάται να γνωρίζει, φοβάται την ενοχή, παρότι το Κοράνι, σε σχέση με τον Χριστιανισμό που έχει την εξομολόγηση, δεν ενθαρρύνει τις ενοχές. Ετσι, η ζωή είναι ευκολότερη. Και καμιά φορά υγιέστερη. Θα μπορούσαμε να συζητάμε για ώρες...». Μισής ώρας συνομιλία με την Ετζέ Τεμελκουράν είναι ένα ολόκληρο παραμύθι, «παρότι πεταγόμαστε από το ένα θέμα στο άλλο, αλλά έτσι κάνουν οι δημοσιογράφοι», όπως λέει γελώντας. Στο «Τουρκία. Παραφροσύνη και μελαγχολία», η δική της κατανόηση της τουρκικής κοινωνίας είναι χειρονομία προς τον αναγνώστη – συμπατριώτη της ή Δυτικό και, πιο ειδικά, Ελληνα. «Με συγκινεί που βρίσκομαι στην Ελλάδα», λέει. «Είμαι από τη Σμύρνη ή Ιζμίρ. Οταν οι Σμυρνιοί πίνουν ρακή ή ούζο –όπως θες πες το–, λίγα ποτηράκια μετά γυρίζουν το κεφάλι τους προς την Ελλάδα, και κάθε φορά λένε το ίδιο πράγμα, με την ίδια πάντοτε έκπληξη: “Είναι τόσο κοντά”. Και τότε, που γίνονται λίγο πιο ανθρώπινοι, σκέφτονται ότι δεν υπάρχει κανένας λόγος να είμαστε εχθροί». Τη στιγμή που βουρκώνει, πατάω το «stop». «Τι θα γίνει μ’ αυτήν τη χώρα μας;», αναρωτιέται διαρκώς η Ετζέ Τεμελκουράν στο βιβλίο της. Μνημονεύει, όμως, την απάντηση που της έδωσε Τούρκος πολιτικός, τον οποίον δεν κατονομάζει.

«Γλυκύτατη νεαρή μου κυρία», της είπε στην αρχή της δημοσιογραφικής της καριέρας, «αυτή η χώρα διαθέτει μια δικλίδα ασφαλείας, που κανείς δεν φαίνεται ικανός να εντοπίσει. Αυτή η χώρα θα πάει καλά, πολύ καλά. Θα ανασυγκροτείται πάντα την ύστατη στιγμή!». Προσπαθώ να σκεφτώ τι μου θυμίζει...

​​Ετζέ Τεμελκουράν, «Τουρκία. Παραφροσύνη και μελαγχολία», μτφρ. Ελένη και Μαρία Παξινού, επιμ.: Μαρία Μαυροματάκη, εκδ. Καστανιώτη 2017, σελ. 294.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ