ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ

Αποψη: Η συμφωνία, η αντιπολίτευση και τα οφέλη για τους πολίτες

Δ. ΠΑΠΑΔΗΜΗΤΡΙΟΥ*

ΕΤΙΚΕΤΕΣ:

Η ​​συμφωνία που επιτεύχθηκε στο Eurogroup της 15ης Ιουνίου για το ελληνικό ζήτημα αποτελεί αδιαμφισβήτητα ένα σημαντικό βήμα προόδου, καθώς προσφέρει την αναγκαία ανάσα ρευστότητας και εμπιστοσύνης στην ελληνική οικονομία. Ωστόσο, ενώ σύσσωμος ο επιχειρηματικός κόσμος (ΣΕΒ, ΕΕΣΕ, τράπεζες κ.λπ.) επικροτεί την υπογραφή της συμφωνίας και, ενώ, ήδη η πραγματική οικονομία την προεξοφλούσε με θετικούς ρυθμούς ανάπτυξης (ετήσια αύξηση βιομηχανικής παραγωγής και τζίρου 7% και 19% αντίστοιχα στο α΄ τετράμηνο, αύξηση 268% των ξένων άμεσων επενδύσεων στο α΄ τρίμηνο 2017 κ.λπ.), η αντιπολίτευση εμφανίστηκε να την αποδοκιμάζει.

Αντιδράσεις αυτού του είδους μαρτυρούν είτε πλήρη έλλειψη κατανόησης και επαφής με τις ανάγκες τις ελληνικής οικονομίας είτε κακόβουλη και μίζερη μικροπολιτική στάση με στόχο την παραπλάνηση του ελληνικού λαού. Σε κάθε περίπτωση οι αντιδράσεις αυτές, ευτυχώς, δεν βρίσκουν ευήκοα ώτα σε επίπεδο επενδυτικού περιβάλλοντος.

Εάν η συμφωνία έβαζε «θηλιά» και «τρικλοποδιά» στη χώρα, οι αγορές θα ήταν οι πρώτες που θα κατέγραφαν την καταστροφή. Ομως στο τετράμηνο Φεβρουαρίου - Ιουνίου 2017 το μεν χρηματιστήριο ανέκαμψε 32%, η δε απόδοση του 10ετούς ομολόγου υποχώρησε 250 μονάδες βάσης περίπου αντανακλώντας τη θετική εξέλιξη που η συμφωνία ήλθε να επισφραγίσει.

Επίσης πρέπει να επισημανθεί πως η βιωσιμότητα του χρέους δεν είναι μία στιγμή «απονομής πιστοποιητικού», αλλά μία διαδικασία η οποία συναρτάται με τη γενικότερη κρίση χρεών στην Ευρώπη και την πορεία ολοκλήρωσής της, στην οποία η Ελλάδα αποτελεί προπομπό και συγχρόνως υπόδειγμα αντιμετώπισης άλλων υπερχρεωμένων χωρών. Τη διαδικασία αυτή έχει ήδη ορίσει η Ε.Ε. με τη συμφωνία για βραχυχρόνια, μεσοπρόθεσμα και μακροχρόνια μέτρα ρύθμισης του ελληνικού χρέους.

Με την πρόσφατη συμφωνία στο Eurogroup, εκτός από το όριο του 15% (μεσοπρόθεσμα) και 20% (μακροπρόθεσμα) που τέθηκε στις μελλοντικές ακαθάριστες χρηματοδοτικές ανάγκες (GFN) της χώρας, υπάρχει δέσμευση καθορισμού συγκεκριμένων μέτρων ελάφρυνσης του χρέους εφόσον κριθεί απαραίτητο για την τήρηση των ορίων αυτών. Αυτή η προϋπόθεση ήδη ξεπεράστηκε με την έκθεση συμμόρφωσης της Επιτροπής, η οποία κρίνει αναγκαία τη λήψη επιπρόσθετων μέτρων το 2018 (διάρκεια αποπληρωμής δανείων, επιμήκυνση περιόδων χάριτος). Ομως και το ίδιο το Eurogroup στην απόφασή του δηλώνει έτοιμο να εφαρμόσει επέκταση των μέσων περιόδων ωρίμανσης και περαιτέρω αναβολή στις πληρωμές τοκοχρεολυσίων προς το EFSF, ενώ δεσμεύεται για μελλοντική αναδιάρθρωση του ελληνικού χρέους προς το EFSF με βάση τον μηχανισμό συσχέτισης της δημοσιονομικής προσαρμογής με την ανάπτυξη που αποφασίστηκε να δημιουργηθεί και μάλιστα εξουσιοδοτήθηκε το EWG να επεξεργαστεί έως το 2018.

Η μεγάλη διαφορά της απόφασης του Eurogroup στις 15/6 από τις 22 Μαΐου που επικαλείται η Ν.Δ. είναι ότι τότε δεν υπήρξε καμία απόφαση και δεν γνωρίζουμε καν την πρόταση Σόιμπλε. Αν κρίνουμε όμως από δηλώσεις της γενικής διευθύντριας του ΔΝΤ κ. Κριστίν Λαγκάρντ, όπως και άλλων Ευρωπαίων αξιωματούχων, παρόμοια μέτρα δεν υπήρχαν τότε. Είναι, λοιπόν, προκλητικό να χαρακτηρίζονται ως απλές διακοσμητικές αλλαγές για να στηρίξουν την κατηγορία της «επικοινωνιακής καθυστέρησης» κατά της κυβέρνησης. Ούτε βεβαίως αποτελεί διακοσμητική αλλαγή η απόφαση δημιουργίας Αναπτυξιακής Τράπεζας που τόσο καιρό αγωνιζόμασταν να πετύχουμε, καθώς η Ελλάδα, όχι μόνο είναι η τελευταία χώρα στην Ευρωζώνη που δεν διαθέτει έναν τέτοιο αναπτυξιακό φορέα, αλλά ίσως είναι η χώρα που τον χρειάζεται περισσότερο από οποιαδήποτε. Επιπλέον δεν ευσταθεί επ’ ουδενί ο ισχυρισμός ότι το 2014 η Ελλάδα είχε ήδη λάβει πιστοποιητικό βιωσιμότητας χρέους. Οπως είναι γνωστό, οι αξιολογήσεις γίνονται ανά τρίμηνο, η δε 5η αξιολόγηση από το ΔΝΤ έγινε τον Μάιο 2014 και έπρεπε να ακολουθήσει η 6η τον Σεπτέμβριο. Αυτή δεν έγινε ποτέ γιατί δεν τηρήθηκαν τα προαπαιτούμενα που έθετε η 4η, με συνέπεια να εκτροχιαστεί το Πρόγραμμα από το 2014 . Το ίδιο συνέβη με τις αξιολογήσεις της Ε.Ε., οι οποίες διακόπηκαν απότομα στα μισά του 2014. Εξάλλου, είναι κοινώς αποδεκτό πλέον ότι το «πιστοποιητικό βιωσιμότητας» του 2014 βασιζόταν σε υπερβολικές υποθέσεις εργασίας για ανάπτυξη 4% ετησίως, ιδιωτικοποιήσεις και πρωτογενή πλεονάσματα 4,5% αντίστοιχα επί σειρά ετών, όπως το ίδιο το ΔΝΤ παραδέχθηκε κάνοντας την αυτοκριτική του.

Αποτελεί αντιπολιτευτική αμετροέπεια για τη Ν.Δ. να κατηγορεί την κυβέρνηση του ΣΥΡΙΖΑ πως θέσπισε διαρκή λιτότητα με 2% πρωτογενή πλεονάσματα έως το 2060, όταν η προηγούμενη κυβέρνηση είχε συμφωνήσει πλεονάσματα 4,5% έως το 2030. Ακόμη χειρότερα: αν διαβάσουν προσεκτικά την απόφαση του Eurogroup οι επικριτές μας θα διαπιστώσουν στην 8η παράγραφο πως τα 2% πρωτογενή πλεονάσματα έως το 2060 προκύπτουν από την ανάγκη η Ελλάδα να είναι συνεπής με το Ευρωπαϊκό Δημοσιονομικό Σύμφωνο, το οποίο υπεγράφη το 2014 χωρίς να προβλέψει κάποια εξαίρεση για την υπερχρεωμένη χώρα μας.

Τέλος, η δυσοίωνη πρόβλεψη της αντιπολίτευσης ότι η χώρα δεν θα μπορέσει να βγει στις αγορές μάλλον θα διαψευστεί. Ανεξάρτητα από το QE, εκτιμώ πως η Ελλάδα μπορεί να βγει στις αγορές έως τα τέλη του έτους.

Εν κατακλείδι, και αντίθετα με τις προβαλλόμενες επικρίσεις, η συμφωνία εκθέτει την αντιπολίτευση και ωφελεί τους Ελληνες πολίτες.

* Ο κ. Δ. Παπαδημητρίου είναι υπουργός Οικονομίας και Ανάπτυξης.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ