ΘΕΟΔΩΡΟΣ ΠΑΓΚΑΛΟΣ*

Αρθρο Θ. Πάγκαλου στην «Κ»: Δεν υπάρχουν χυδαίες εκφράσεις, μόνο χυδαίοι άνθρωποι

ΠΟΛΙΤΙΚΗ

Η​​ νεοελληνική κοινωνία ωρίμασε απότομα. Το 1832, όταν οι πρώτες περιοχές του εθνικού μας πυρήνα αποσπάστηκαν από την Οθωμανική Αυτοκρατορία, η Ευρώπη, η Αμερική και άλλες περιοχές στον κόσμο έμπαιναν στη σύγχρονη εποχή. Ενα από τα προβλήματα που δημιουργήθηκαν ήταν και η μίμηση ή η εφεύρεση τρόπων συμπεριφοράς. Οι άλλοι λαοί της Ευρώπης είχαν δημιουργήσει, με βάση τις ταξικές τους διακρίσεις, την ηλικία και το φύλο, μια σειρά από τυπικές εκφράσεις ή στάσεις του σώματος, που δήλωναν σεβασμό, υποταγή ή απλώς ευγένεια και αναγνώριση. Σε εμάς δεν υπήρχε τίποτα τέτοιο. Σε μια κοινωνία μικροαστών, σε ένα σύστημα παραγωγής που στηριζόταν βασικά στην αγροτική αυτάρκεια, νέες ομάδες εισέβαλλαν κατά καιρούς στο προσκήνιο, εκμεταλλευόμενες τις πολιτικές εξελίξεις, και επέβαλλαν πρότυπα συμπεριφοράς που εξέφραζαν τις ταξικές διακρίσεις ή αποτελούσαν εισαγόμενες από τη Δύση «εκσυγχρονιστικές» αντιλήψεις.

Χωρίς αμφιβολία, η αντιπαράθεση με χυδαίες λέξεις, δίκες προθέσεων, υποψίες και συκοφαντίες είναι καταδικαστέα. Ιδίως όταν γίνεται σε χώρους όπως το Κοινοβούλιο, που προϋποθέτουν μια νηφάλια και ουσιαστική ανταλλαγή επιχειρημάτων. Αυτό όμως δεν σημαίνει ότι πρέπει να αποφεύγεται η οξεία και μαχητική σύγκρουση όταν τα θέματα που συζητούνται την επιβάλλουν. Εγώ έλεγα πάντα, ιδιαίτερα όταν άρχισαν οι απευθείας τηλεοπτικές μεταδόσεις των συνεδριάσεων της Βουλής, ότι πρέπει κανείς να μιλάει σαν να βρίσκεται σε κάθε καφενείο χωριού ή γειτονιάς. Να μη διαβάζει ένα εκ των προτέρων γραμμένο κείμενο ξύλινου κομματικού λόγου, αλλά ούτε να προκαλεί και να ερεθίζει τον αντίπαλο, γιατί τότε στο καφενείο θα βγουν μαχαίρια.

Κανένας κοινοβουλευτικός δεν επιθυμεί τη δημιουργία συνθηκών εμφυλίου πολέμου. Οι μόνοι που το επιδιώκουν είναι από τη μια πλευρά οι αναρχοκομμουνιστές και από την άλλη οι εθνικιστές φασίστες. Οι δύο μικρές ομάδες δηλαδή, που είναι εχθροί του κοινοβουλευτισμού, όπως το εκδήλωσαν πολύ καθαρά πρόσφατα κραυγάζοντας ενωμένοι από την πλατεία Συντάγματος: «Να καεί, να καεί το μπουρδέλο η Βουλή».

Ανάλογα με τις στιγμές, η ηγεσία της αλήτικης αυτής συμμαχίας θυμάται ή απορρίπτει την ευπρέπεια συμπεριφοράς. Ακουσα πρόσφατα σε μέσα μαζικής ενημέρωσης σημαίνοντα στελέχη του Τσιπρανέλ να διαρρηγνύουν τα ιμάτιά τους λέγοντας ότι ουδέποτε αυτοί ενθάρρυναν ακρότητες και επιθέσεις εναντίον πολιτικών τους αντιπάλων. Πού λοιπόν εξαφανίστηκαν οι τραμπούκοι που έκλεισαν τα ορυχεία χρυσού στη Χαλκιδική, που εμπόδισαν να ανοίξει ο χώρος υγειονομικής ταφής των στερεών υπολειμμάτων στην Κερατέα, που έδειραν ανελέητα μπροστά στους φακούς της τηλεόρασης τον βουλευτή κ. Χατζηδάκη και τον γραμματέα της ΓΣΕΕ κ. Παναγόπουλο; Ο σημερινός πρωθυπουργός δεν ήταν αυτός που μας προειδοποιούσε από την αίθουσα της Βουλής «να μην τολμήσουμε να βγούμε από τα σπίτια μας»; Πού πήγαν οι εκατοντάδες υβριστές και ασχημονούντες, οι οποίοι μας καλούσαν να φύγουμε από τη χώρα με ελικόπτερο ή ό,τι άλλο μέσο βρούμε εν πάση περιπτώσει;

Πρόκειται για την ασχήμια μιας άτυχης στιγμής της ιστορίας της χώρας, που έχει βέβαια ιστορικές ρίζες αλλά σχετίζεται και με την πολιτική ευθύνη όσων κατάφεραν να κυβερνούν 2,5 χρόνια τώρα ως κυβέρνηση μειοψηφίας, να καταληστεύουν τον λαό και να παραποιούν την πραγματικότητα με έναν αναίσχυντο τρόπο που δεν έχει ξαναγίνει. Το μόνο που άλλαξε είναι η ωριμότητα των πολιτών, που δεν διαθέτουν τον χρόνο να εξελιχθούν με τους ρυθμούς ενός Ευρωπαίου. Εναν Τσίπρα τον στύβει ο ψηφοφόρος σαν λεμόνι και τον πετάει σαν άχρηστη λεμονόκουπα σε έναν από τους σωρούς σκουπιδιών που έχει συσσωρεύσει η κυβερνητική ανικανότητα.

* Ο κ. Θεόδωρος Πάγκαλος είναι πρώην υπουργός και βουλευτής από το 1981 έως το 2012.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ