Γράμματα Αναγνωστών

ΠΟΛΙΤΙΚΗ

ΕΤΙΚΕΤΕΣ: Γραμματα Aναγνωστων

Ο Τραμπ, ο Τσίπρας και η Ναόμι Κλάιν

Κύριε διευθυντά
Μεταφράζω από τον «Γκάρντιαν» πρόσφατη συνέντευξη που έδωσε η Ναόμι Κλάιν στην έγκριτη εφημερίδα, και που αναφέρεται στο φαινόμενο Τραμπ. «Είναι αναντίρρητα τρομακτικό που, σ’ αυτή την ιδιαίτερα σοβαρή συγκυρία για τον πλανήτη και την κλιματική αλλαγή, αυτή η φιγούρα τόσο ακραίας ηλιθιότητας κατέκτησε την εξουσία. Αυτό όμως σημαίνει το πόσο επείγει να βρούμε λύσεις». «Πιστεύω πως είναι ένας showman και πως έχει συνείδηση ότι οι παραστάσεις του μπορούν ν’ αποπροσανατολίσουν τον κόσμο. Αυτή είναι η ιστορία της επιτυχίας του. Εχει καταλάβει καλά πως μπορεί να ξεγελάει τους επενδυτές του, τους τραπεζίτες του, τους ενοικιαστές του, τους πελάτες του, όσον αφορά τα σαθρά θεμέλια των επιχειρήσεών του, απλώς με το να παρουσιάζει το Trump show. Aυτός είναι ο πυρήνας του. Είναι αναμφίβολα ένας βλαξ, αλλά μην υποτιμάτε πόσο ικανός είναι στη βλακεία του». Η Κλάιν ελπίζει ότι εάν οι λαοί μοιραστούν την επένδυση για την αντιμετώπιση της κλιματικής αλλαγής, τότε θα βρεθεί κι η απαραίτητη ομαδική βούληση για να πετύχει το εγχείρημα. Απ’ αυτήν την άποψη, η απόρριψη των Συμφωνιών του Παρισιού εκ μέρους του Τραμπ μπορεί να γίνει το έναυσμα για τις κοινότητες των ανθρώπων να πάρουν τα πράγματα στα χέρια τους. «Το μήνυμά μου είναι ότι οι νεοφιλελεύθεροι ελέγχουν πολλά, αλλά όχι τα πάντα. Τελείωσα το τελευταίο βιβλίο μου “This Changes Everything” με μια συνέντευξη του Αλέξη Τσίπρα, πριν από την εκλογή του στην Ελλάδα, όπου μου είπε: “Αυτή τη στιγμή αρκεί που λέμε όχι”». Η Κλάιν διαφωνεί ριζικά, γιατί το «όχι» δεν είναι ποτέ αρκετό. Ο θυμός κι η απόρριψη του στάτους κβο δεν μπορούν από μόνα τους να στηρίξουν και ν’ αλλάξουν τον κόσμο.

Αλεξανδρος Ιωαννιδης, Ψυχίατρος – Αθήνα

Πλήρωσα χαράτσι... γιατί με έκλεψαν

Κύριε διευθυντά
Είχα την ατυχία να πέσω θύμα, όπως και χιλιάδες συμπολίτες μας, των πορτοφολάδων, οι οποίοι αποτελούν ένα μικρό υποσύνολο στην πλειάδα της ανομίας και εγκληματικότητας την οποία βιώνουμε στην καθημερινότητα της σύγχρονης Ελλάδας. Μεταξύ των «απαλλοτριωθέντων» από το πορτοφόλι μου ήταν και η άδεια οδήγησης. Ηταν φυσικό να σπεύσω προς αντικατάστασή της στην Υπηρεσία Συγκοινωνιών στον Χολαργό, έχοντας ετοιμάσει όλα τα σχετικά δικαιολογητικά. Οταν τελείωσε η τελετουργία παράδοσης, ρώτησα την αρμόδια υπάλληλο:

– Μπορείτε, παρακαλώ, να μου δώσετε μια πειστική απάντηση γιατί έπρεπε να καταθέσω και «το επιπλέον» αποδεικτικό πληρωμής των 30 ευρώ, σε περίπτωση απώλειας ή κλοπής;

– Αυτό είναι αρμοδιότητα του νομοθέτη. Εκεί να απευθυνθείτε.

– Ναι, αλλά ο νομοθέτης νομοθετεί με βάση τις εισηγήσεις υπηρεσιακών παραγόντων. Μπορώ να δω κάποιον προϊστάμενο;

– Είναι η κυρία με τα μπλε στο βάθος.

Ολα καλά ώς εδώ. Επιχείρησα να δω την προϊσταμένη. Η πόρτα εισόδου ήταν κλειδαμπαρωμένη. Χρειάστηκε να ξαναπεριμένω στην ουρά, να βρω διαθέσιμο κάποιον υπάλληλο για να ζητήσω να μου ανοίξουν, μια και στον χώρο υπήρχαν και συναλλασσόμενοι που κάποιος θα έπρεπε να τους είχε ανοίξει. Ο υπάλληλος με ρώτησε τι θέλω, είπα ότι θέλω να δω την προϊσταμένη για να συζητήσω μαζί της κάτι υπηρεσιακό. Ο υπάλληλος έκανε νόημα στην κ. προϊσταμένη και εκείνη ένευσε αρνητικά. Τότε ανέλαβε έτερος υπάλληλος να με ρωτήσει τι θέλω και εξήγησε ότι θα απαντήσει αυτός. Του είπα ότι αναζητώ μια πειστική απάντηση για το χαράτσι. Και συμπλήρωσα: «Δεν φτάνει που μας λεηλατούν οι πορτοφολάδες, θα πρέπει να τιμωρούμαστε και από την πολιτεία;».

Και ο κ. υπάλληλος: «Δεν μπορώ να είμαι στο μυαλό του νομοθέτη. Υποθέτω ότι η πληρωμή αυτή είναι για να είναι πιο προσεκτικοί οι πολίτες και να μην αφήνουν εκτεθειμένα τα πράγματά τους στη βορά(!) των πορτοφολάδων»!  Δεν τον ρώτησα αν και αυτός δεν κυκλοφορεί με το πορτοφόλι στην τσέπη του. Πού να βγάζεις άκρη με τη νεοελληνική δημοσιοϋπαλληλική –και όχι μόνο– νοοτροπία, δοκησισοφία ή αναισθησία – εξέστω Κλαζομενίοις ασχημονείν.  Ακούτε, συν-Ελληνες; Οι πορτοφολάδες, οι κλέφτες, οι ληστές, οι πάσης φύσεως παραβάτες είναι αθώοι. Πρέπει να τιμωρούμαστε εμείς οι υπόλοιποι, τα θύματά τους.

Ηλιας Νελλας, Συνταξιούχος – Αθήνα

Μια καλή κουβέντα για τα Γενικά Αρχεία

Κύριε διευθυντά
Τα Γενικά Αρχεία του Κράτους (ΓΑΚ) αποτελούν μια δημόσια υπηρεσία που, σιωπηρά και χωρίς φωνασκίες, παράγουν ανεκτίμητο έργο πολιτισμού για τον τόπο μας. Τα ΓΑΚ, έχοντας την ευθύνη της περισυλλογής, διαφύλαξης και προβολής των Αρχείων των δημόσιων υπηρεσιών του ελληνικού κράτους και όχι μόνο, αποδεικνύουν με την άψογη λειτουργία τους ότι η προσωπική ευθύνη και η αίσθηση του ρόλου που επιτελούν όσοι εργάζονται στη συγκεκριμένη υπηρεσία είναι στοιχεία ικανά να παραγάγουν έργο μεγάλης αξίας γι’ αυτόν τον τόπο και την ιστορία του.

Στα ΓΑΚ αξίζουν τα εύσημα κάθε Ελληνα ερευνητή για την έγνοια και την αγωνία της εξεύρεσης, της προστασίας και της διάθεσης στην έρευνα νέων αρχειακών τεκμηρίων, για την άψογη ταξινόμηση των αρχειακών συλλογών, για την επιστημονική φροντίδα όσον αφορά στη συντήρηση των Αρχείων, για τις επιστημονικές εκδόσεις που παράγονται καθημερινά και αυξάνονται συνεχώς, έστω και αν δεν προβάλλονται όσο τους αξίζει, για την προαγωγή της ιστορικής έρευνας εν γένει, που συμβάλλει στην κατοχύρωση μιας πιο στιβαρής συλλογικής αλλά και ατομικής ταυτότητας.

Και όλο αυτό απεικονίζεται πολύ καθαρά όχι μόνο στην όλη οργάνωση της υπηρεσίας, αλλά ακόμα και σε αυτά τα πρόσωπα των νέων παιδιών που έχουν αναλάβει την εξυπηρέτηση των ερευνητών. Υπάλληλοι, με πανεπιστημιακούς και διδακτορικούς τίτλους οι περισσότεροι, θεωρούν την υπηρεσία στα ΓΑΚ ως προσωπική τους υπόθεση και τρέχουν αγόγγυστα να εξυπηρετήσουν τον κάθε ερευνητή, με προθυμία και διάθεση που προκαλεί έκπληξη και θαυμασμό. Σε αντίθεση με άλλες μεγάλες αρχειακές συλλογές της χώρας (και οι παρεπιδημούντες έχουν γνώση), στα ΓΑΚ η πληροφορία ανήκει στην έρευνα, το αρχείο θεωρείται αναπόσπαστο τμήμα της επιστημονικής διαδικασίας, ο ερευνητής θεωρείται σύμμαχος και όχι κλέπτης… ποδηλάτων. Εδώ τα ανοιχτά Αρχεία αποτελούν τον κανόνα, στοχεύοντας έτσι σε μια επιστημονική ιστορία τεκμηριωμένη και όχι εκ των προτέρων δεδομένη και ιδεολογικά προκαθορισμένη.

Σε αυτόν τον χώρο, που από τη διευθύντρια μέχρι τον τελευταίο υπάλληλο, εισπράττω σεβασμό και ουσιαστική στήριξη στις ερευνητικές διαδρομές μου, οφείλω τη δημόσια έκφραση της ευαρέσκειάς μου και ως τέτοια ας εκληφθεί η παρούσα επιστολή μου.  Με μία ερώτηση κατακλείδα: Η ελληνική κοινωνία, και ειδικότερα το ελληνικό κράτος, έχει αντιληφθεί την αξία και τον ρόλο που επιτελεί η εν λόγω υπηρεσία; Και εάν ναι, με ποιον τρόπο και σε ποιο βαθμό το εκφράζει;

Δημητρης Θρασυβουλου, Δρ Κοινωνικής Ιστορίας, μεταδιδάκτωρ ερευνητής, Πάντειο Πανεπιστήμιο

Ζυμώσεις τότε, τώρα, και Κυπριακό

Κύριε διευθυντά
Διάβασα την επιστολή του κ. Γεωργίου Ιακ. Γεωργάνα (9/6/2017) στην έγκριτη εφημερίδα σας και ήθελα να κάνω δύο παρατηρήσεις: Πρώτον, διά ποίες πολιτικές ζυμώσεις αναφέρεται, που κατέληξαν ότι οι Ελληνες της Κύπρου σε πλειοψηφία δεν ήθελαν την ένωση αλλα προτιμούσαν την ανεξαρτησία; Από πότε μέσα από πολιτικές επαφές μπορεί κάποιος να βγάλει τέτοιο συμπέρασμα για ένα τόσο σοβαρό θέμα; Δεύτερον, αφού διάβασε τον Αντη Ροδίτη, θα έβλεπε εκεί ποιος τορπίλισε τότε την ένωση που ήθελε ο κυπριακός ελληνισμός μόλις πέντε χρόνια μετά τον αγώνα της ΕΟΚΑ για την ένωση. Και αν είχε το θάρρος θα κατονόμαζε τον Αρχιεπίσκοπο Μακάριο και όχι να προσβάλει με αυτό τον τρόπο τον ελληνισμό της Μεγαλονήσου.

Χριστος Ροτσας, Πρώην βουλευτής – Λευκωσία

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ