Κώστας Λεονταρίδης ΚΩΣΤΑΣ ΛΕΟΝΤΑΡΙΔΗΣ

Σκιάχτρα στα μπαλκόνια

ΠΟΛΙΤΙΚΗ

​«Το σκιάχτρο». Ταινία, αρχές δεκαετίας του ’70, που κέρδισε Χρυσό Φοίνικα στις Κάννες. Ρεσιτάλ ερμηνείας από τους Τζιν Χάκμαν, Αλ Πατσίνο, ωστόσο το έργο από εμπορική πλευρά (πάτωσε) απώθησε τους θεατές.

Οι ολίγον παλαιότεροι επισκέπτες της υπαίθρου συμφωνούν: Εργα λαϊκής τέχνης ήταν πολλά από τα κατά κυριολεξία σκιάχτρα, οι ευφάνταστες κατασκευές διά χειρός αγροτών, που στήνονταν ακοίμητοι φρουροί στα καρπερά χωράφια, διώκτες των πετεινών του ουρανού που εφορμούσαν τρυγώντας τον κόπο των ξωμάχων. Ξύλα μπηγμένα στη γη, ντυμένα με κουρελόρουχα ή σακιά, καπέλο για τον ήλιο, μύτη επιθετική, άγρια μάτια και χέρια απλωμένα (ενίοτε οπλισμένα), τα σκιάχτρα εκτελούσαν χρέη άμισθου αγροφύλακα. Τη νύχτα φόβιζαν και ξέμπαρκους ανθρώπους. Μάλιστα η ενδυματολογική εξάρτυση ανανεωνόταν, κάποτε τα τζιν επικράτησαν, τα σκιάχτρα φόρεσαν καρό πουκάμισα, σακάκια, μπουφάν. Μοδάτα-σκιάχτρα, ενώ στο πλαίσιο της ισότητας έγιναν αισθητές και γυναικείες παρουσίες.

Το τιμούσαν το μεροκάματο; «Τα πουλιά δεν είναι χαζά. Στην αρχή δεν πλησιάζουν αλλά μετά πέρα βρέχει, έτσι αλλάζουμε συνέχεια σκιάχτρα», μου είπε προ δεκαετιών παραδοσιακός αγρότης με φήμη δεινού γερακομάτη κυνηγού. Ο ίδιος προέβη σε μια συγκλονιστική αποκάλυψη – δεν έχει ξαναγραφεί: Τα μεγαλύτερα θρασίμια από το βασίλειο των πτηνών απέναντι στα σκιάχτρα αποδείχθηκαν τα μικροσκοπικά σπουργίτια. Να όμως που οι τεχνολογικές εξελίξεις έθεσαν σε ομαδική αποστρατεία και τα σκιάχτρα· ένα μουσείο γι’ αυτούς τους ακάματους δουλευτές δεν έχει ιδρυθεί, ντροπή για τους καθ’ ύλην αρμοδίους. Τη θέση τους πήραν εκκωφαντικά κανονάκια, μικροί έλικες σαν ροκάνες, συμπλέγματα καθρεφτών που μπερδεύουν ή με τη βοήθεια των αχτίδων τυφλώνουν τα πετεινά.

Συμπύκνωμα μόχθου καλλιτεχνών τα cd (σιντί), είτε αγορασμένα είτε δώρα φίλων είτε από προσφορές εφημερίδων, κατέκλυσαν εκτός από τα σαλόνια και τα μπαλκόνια, έγιναν, ύστερα από ακουστική πολυχρησία(;) σκιάχτρα της πόλης, κρεμασμένα με σπαγγάκι από παντού, ειδικά στα μπαλκόνια μιας σταλιάς όπου με ζόρι χωρούν δυο γλαστράκια για την παραμυθία της εν οίκω οάσεως· σε πολυκατοικίες παλιές, ρακένδυτες από την αφροντισιά, με τέντες σχισμένες, διαφορετικών χρωμάτων (χρόνια ασυμφωνία ενοίκων) ωστόσο ακόμα ικανές ν’ απορροφούν τα σταξίματα από την μπουγάδα τού από πάνω. Ενα τίποτα, τίποτα, π.χ. οι κουτσουλιές από τις δεκαοχτούρες, που δεν σκιάζονται από τα cd-σκιάχτρα, μπορεί να γίνει χαριστική βολή μιας μέρας για τανυσμένους, εκτός ορίων αντοχής τους, ανθρώπους.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ