ΑΝΘΡΩΠΟΙ

Το restart του Μιχάλη Χατζηγιάννη

ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΡΗΓΟΠΟΥΛΟΣ

Φωτογραφίες: Παντελής Ζερβός

Τέσσερα χρόνια είναι πολλά. Τόσα χρειάστηκε ο Μιχάλης Χατζηγιάννης για να σταθεί ξανά στα πόδια του. Για να ξύσει τον πάτο του δικού του βαρελιού, για να βάλει τέλος σε μια παρατεταμένη περίοδο οικειοθελούς «απόσυρσης». Οι περιπέτειες με την ελληνική Δικαιοσύνη για φορολογικές του υποθέσεις (που είχαν αίσιο τέλος) και η μεγάλη προσωπική οικονομική αιμορραγία εξαιτίας του κουρέματος καταθέσεων στις κυπριακές τράπεζες έβαλαν σε δοκιμασία ολόκληρο το «σύμπαν» του δημοφιλούς μουσικού και τραγουδιστή: κλείστηκε στο σπίτι, περιόρισε στο ελάχιστο την καλλιτεχνική του παρουσία, με λίγα λόγια «χάθηκε». 

Όμως δεν ήταν μόνο τα οικονομικά που τον έκαναν ακόμα πιο εσωστρεφή. Μια αίσθηση δημιουργικού «βαλτώματος» και προσωπικής υπερέκθεσης για τις ανάγκες υποστήριξης του brand «Μιχάλης Χατζηγιάννης» έβαλαν τις βάσεις για την επόμενη μέρα, που φαίνεται πως ήρθε: νέα δισκογραφική δουλειά με τη βαριά στιχουργική υπογραφή της Λίνας Νικολακοπούλου, σε μια προσπάθεια ανίχνευσης ενός νέου μουσικού προφίλ, πιο κοντά στον «Μιχάλη» που έκανε τα πρώτα του βήματα δίπλα σε καταξιωμένους καλλιτέχνες και λιγότερο στον Μιχάλη των μεγάλων κέντρων και των ringtones. «Αν δεν πάθεις, δεν θα μάθεις», λέει σε ένα σημείο της κουβέντας μας και μου δίνει να καταλάβω ότι το εννοεί.

 

Σας χάσαμε, κύριε Χατζηγιάννη.

Ισχύει. Σίγουρα υπήρχε μια καλλιτεχνική κόπωση. Ύστερα από πολλά χρόνια πιεστικής και απαιτητικής δουλειάς, έρχεται η ώρα που κάτι μέσα σου σου λέει ότι πρέπει να κάνεις μια στάση. Δεν ένιωσα ποτέ ότι ήμουν ένα ρομπότ που εξυπηρετούσε τη δισκογραφία και τη μουσική, πιστεύω ότι υπάρχει κάτι βαθύτερο σε αυτό που κάνουμε. Είναι η ουσία των πραγμάτων που κάποτε τη χάνουμε, κάποτε απομακρυνόμαστε από αυτήν. Όταν συνειδητοποίησα ότι απομακρύνθηκα, ήθελα τον χρόνο για να επαναπροσδιορίσω τη σχέση μου με αυτό που κάνω. 

Πώς σας επηρέασε η περιπέτεια που είχατε με την ελληνική Δικαιοσύνη;

Αυτό που πέρασα με τα φορολογικά μού προκάλεσε μια καθήλωση πρωτόγνωρη. Δεν είχα άλλη επιλογή από το να σεβαστώ τη Δικαιοσύνη και να περιμένω. Αυτό όμως που δεν μπορούσα να φανταστώ ήταν το πόσο επώδυνη και βασανιστική είναι αυτή η περίοδος που ζεις με το στίγμα. Πόσο γερό στομάχι και υπομονή πρέπει να έχεις για να το αντέξεις. Εξελίχθηκε σε μια περίοδο ιδιαίτερης ενδοσκόπησης και είδα ότι ακόμα και σε τόσο ακραίες καταστάσεις υπάρχει μια ευλογία. Ωριμάζεις, γνωρίζεις τα όριά σου, βλέπεις ποιοι άνθρωποι είναι πραγματικά δίπλα σου και μέσα στο συνονθύλευμα αυτό της περιδίνησης γράφεις κι ένα τραγούδι...Έχω την αίσθηση ότι πυροδοτήθηκε ένας ορυμαγδός συκοφαντίας που με ξεπερνούσε και ήταν άμεσα επιβαρυντικός και για τη ζωή μου, και για τη δουλειά μου. Κανείς δεν θέλει να αισθάνεται απόκληρος μιας κοινωνίας που αγαπάει και τον έχει αγκαλιάσει. Ήταν ένα συναίσθημα πλήρους αποκοπής από τα πάντα, ένα είδος εξορίας.

Τι αντιδράσεις εισπράττατε στον δρόμο τα τελευταία χρόνια;

Υπήρχαν διαστήματα που ένιωθα και περίεργα βλέμματα, και εχθρικές συμπεριφορές, κάτι που δεν αντιμετωπιζόταν εύκολα, με αποτέλεσμα να γίνω ακόμα πιο εσωστρεφής και να κλειστώ ακόμα περισσότερο στο σπίτι.

Όταν είχατε πρωτοεμφανιστεί, θυμάμαι έναν μάλλον συνεσταλμένο και σεμνό νέο άντρα. Μετά ήρθαν η επιτυχία, οι μεγάλες πίστες, τα ringtones, τα σουξέ. 

Θα σας πω κάτι: αν αυτά συνέβαιναν σήμερα, σίγουρα δεν θα ήταν όλα επιλογές μου. Ήταν η ορμή της ηλικίας, το πάθος, η ανωριμότητα εκείνων των χρόνων. Θέλω να πω, όταν μπήκα στο τραγούδι, ήμουν παιδί. Σίγουρα έγιναν λάθη, αλλά είναι λάθη που έγιναν ταυτόχρονα και μεγάλα μαθήματα. 

Κι αν διαλέγατε ένα «λάθος»;

Ίσως η υπερβολική σύνδεση με εμπορικά προϊόντα, κάτι που φυσικά σήμερα θεωρείται κανόνας.

Αισθάνεστε ότι ψυχικά πληρώσατε ένα αντίστοιχο κόστος;

Υπήρξαν στιγμές που ένιωσα ότι μπορεί να χάσω τον έλεγχο, αλλά ένα ένστικτο και μια μυστηριώδης δύναμη με βοηθούσαν να διατηρώ την ισορροπία. Όταν τα πάντα (η εποχή, το περιβάλλον, η ηλικία) προσπαθούν να σε πείσουν ότι όλα είναι σωστά και κάτι μέσα σου κλοτσάει. Δεν θέλω να ρίξω την ευθύνη σε τρίτους, γιατί πάντα εμείς κάνουμε τις επιλογές μας. Αλλά δεν υπήρχαν η ωριμότητα και η γνώση. Σε κάθε περίπτωση, αν δεν πάθεις, δεν θα μάθεις. Το τίμημα που εγώ αισθάνομαι ότι πλήρωσα είναι ότι απομακρύνθηκα από την καλλιτεχνική μου ουσία, που είναι η μουσική. Εγώ διαβάζω, γράφω μουσική. Όλα αυτά τα απεμπόλησα, έφυγα προς μια πιο εύκολη επιλογή. Δεν γίνεται να περάσεις το ποτάμι και να μη βραχείς.

Ως προς το ρεπερτόριο, απευθυνθήκατε αρχικά σε ένα αταξινόμητο κοινό, με την έννοια ότι τα τραγούδια σας γεφύρωναν δύο «κόσμους». Στη συνέχεια μετακινηθήκατε προς ένα πιο ξεκάθαρο χορευτικό concept, που απευθυνόταν σε ένα πολύ νεανικό κοινό. Νιώσατε κάποια στιγμή ότι χάνετε την επαφή σας με τις μεγαλύτερες ηλικίες;

Την εποχή που ξεκίνησα υπήρχε μια ανάγκη, όπως φάνηκε και εκ του αποτελέσματος, για έναν ενδιάμεσο, κοινό τόπο ακρόασης που να μην είναι καλλιτεχνικά τόσο αυστηρά προσδιορισμένος. Αυτό δεν έγινε εκ προμελέτης. Προέκυψε. Κι εγώ εξαρχής αισθανόμουν κάπως μετέωρος ανάμεσα στο καλό, «έντεχνο» τραγούδι και στην ποπ, που είναι επίσης μια μεγάλη σχολή. 

Η διάκριση, πάντως, επιβιώνει.

Θα έλεγα μάλιστα ότι τα τελευταία χρόνια επανέρχεται με ακόμα μεγαλύτερη ένταση. Νομίζω ότι το θέμα ανάγεται σε άλλες αιτίες, εξωκαλλιτεχνικές, που έχουν να κάνουν με πολιτικούς, κοινωνικούς και ιδεολογικούς χώρους. Ή θα είσαι με αυτούς ή με τους άλλους. Υπάρχει ένα είδος θρησκευτικής προσκόλλησης σε αυτού του είδους τις κατηγοριοποιήσεις, που σίγουρα θα εξυπηρετούν κάποια ανάγκη. Προσωπικά πιστεύω ότι καλό είναι να υπάρχει μια εσωτερική ελευθερία, που θα επιτρέψει γνήσια δημιουργία και αυθεντικότητα.

Νομίζω ότι οι δεσμοί σας με τον χώρο του λεγόμενου «έντεχνου» χαλάρωσαν επικίνδυνα μετά τη δήλωσή σας περί αντιπροσωπείας και την οργισμένη απάντηση του Κατσιμίχα. Θα τη διατυπώνατε διαφορετικά σήμερα;

Το είχα πει πολύ αθώα, εντελώς ανυποψίαστος για το τι θα προκαλούσε. Είναι, πάντως, καλό να αναγνωρίζουμε τα λάθη μας και εκ των υστέρων θα έλεγα σήμερα ότι σαφώς δεν ήταν πολύ δόκιμη η έκφραση «αντιπροσωπεία του έντεχνου». Το «αστείο» είναι ότι η έκφραση δεν ήταν δική μου, αλλά ενός φίλου, πολύ διάσημου, την οποία υιοθέτησα γιατί αισθανόμουν τότε ότι έλεγε μια αλήθεια. Σίγουρα εκφράστηκα με έναν άτσαλο και κάπως κυνικό τρόπο, αλλά υπάρχει ένας πυρήνας που απαντούσε σε μια πραγματικότητα της εποχής. Και ήταν και μια δική μου αντίδραση σε ό,τι εισέπραττα. 

Και σήμερα έρχεται αυτή η συνεργασία με τη Λίνα Νικολακοπούλου, που νομίζω ότι σηματοδοτεί μια δική σας επιθυμία να ξαναχτίσετε γέφυρες με ένα πιο ενήλικο και απαιτητικό μουσικά κοινό;

Η Λίνα είναι για μένα ένας φάρος της ποίησης και του στίχου, και το πιο συναρπαστικό στοιχείο είναι η ανάγκη της να δίνει το δικό της στίγμα σε κάθε εποχή. Σε αυτό το πλαίσιο βάζει τον πήχη ψηλά, για να εναρμονιστεί με κάτι που δεν της είναι οικείο. 

Εννοείτε τον ήχο σας;

Ναι. Αυτό με συναρπάζει και με συγκινεί στη Λίνα. Ανεξάρτητα από την πορεία που θα έχει αυτή η δουλειά, έχει αξία για μας τους δύο. Και γίνεται σε συνθήκες απόλυτης αφοσίωσης και αγάπης, δεν γίνεται εκ του μακρόθεν, υπάρχει μια κοινή γραμμή και γι’ αυτόν τον λόγο η επανατοποθέτηση που υπονοείτε γίνεται με τον πιο ωραίο τρόπο. Από αυτό που ετοιμάζουμε θα προκύψει κάτι εντελώς καινούργιο. Δεν ξέρω αν θα το κρατήσει η εποχή, αλλά, όταν δίνεις σε έναν άνθρωπο με τέτοια ευφυΐα μια τέτοια πρόκληση, θα σου δώσει πίσω κάτι που δεν μπορείς να προδιαγράψεις. 

Πού θέλει να το πάει ο «νέος» Χατζηγιάννης; Θα ξαναπάτε σε μεγάλες πίστες;

Οι μεγάλες πίστες αποτελούν κομμάτι μιας άλλης εποχής. Πολύ απλά, στην εποχή μας οι λεγόμενες «μεγάλες πίστες» απλώς δεν είναι μεγάλες. Εκ των πραγμάτων είναι μια εποχή μετάβασης, μεταμόρφωσης, ακραίων καταστάσεων, τεράστιας αναπροσαρμογής του τρόπου που ακούμε μουσική. Πώς σκέφτομαι τον εαυτό μου σε τρία χρόνια; Πιο ώριμο μουσικά, πιο παραγωγικό στη σύνθεση, να δοκιμάζω καινούργια πράγματα και πράγματα που μπορεί να φαίνονται ή να ακούγονται λίγο εκτός εποχής, κάτι που να αφορά πάλι πολύ κόσμο. Να έχει μια ουσία και μια σημασία για τους ανθρώπους, γι’ αυτό που ζούμε. Τώρα, αν θα είναι έντεχνο ή ποπ, πραγματικά δεν το γνωρίζω. Σίγουρα θα έχει μια αισθητική. Νομίζω ότι δεν υπήρξα ποτέ κακόγουστος. 

 

ΚΥΠΡΟΣ, ΚΟΥΡΕΜΑ ΚΑΙ ΕΥΘΥΝΕΣ 

 

Η Κύπρος, ύστερα από ένα ιδιαίτερα δύσκολο διάστημα, φαίνεται ότι επιστρέφει σε μια κατάσταση κανονικότητας. 

Ακούω συχνά, και επίσημα και δημόσια, για το «θαύμα της Κύπρου» και μου έρχεται να σπάσω την τηλεόραση. Είναι θλιβερό να μιλάει κανείς με τόση αφέλεια, απερισκεψία και άνεση από τη στιγμή που αυτό το «θαύμα της Κύπρου» θεμελιώθηκε και στηρίχτηκε πάνω στην οικονομική εξόντωση χιλιάδων πολιτών. Και δεν αναφέρομαι μόνο σε όσους ήταν εκτεθειμένοι στο τραπεζικό σύστημα. Η ανεργία στα ύψη, χαμένες οικονομίες, δυστυχία, επηρεάστηκαν όλες οι ευπαθείς ομάδες. Και, ναι, η Κύπρος έχει ορθοποδήσει και βγήκε από το μνημόνιό της, και μάλιστα νωρίτερα από το προβλεπόμενο, αλλά με τι κόστος; Χάθηκαν περιουσίες, καταστράφηκαν ζωές, με εκατέρωθεν ευθύνες. Θεωρώ ότι η Ελλάδα ήταν ως κράτος πιο συνετή στη διαχείριση του αντίστοιχου κόστους. Για να μην πολυλογώ, ο έπαινος για την Κύπρο «που τα κατάφερε» δεν είναι παρά ένας έπαινος που βάφτηκε με αίμα.

Με ευθύνες ποιων;

Στην Κύπρο υπήρξε ένα κύμα λαϊκισμού που απέτρεψε κοινωνία και πολιτικούς από το να εφαρμόσουν τη λιγότερο επώδυνη λύση (κάθετη φορολόγηση των περιουσιών, στο ύψος του 6% και κάτι), με αποτέλεσμα να οδηγηθούμε στο κούρεμα. Ήταν μια απόφαση που πήρε ενθουσιωδώς η κυπριακή Βουλή, για να αποδεχτούμε στο τέλος τη χείριστη και πλέον βάρβαρη λύση. Αν αυτά είναι τα «θαύματα», χρειάζεται να επαναπροσδιορίσουμε τη λέξη. Και για να μην παρεξηγηθώ: με αυτό που λέω ότι η Ελλάδα διαχειρίστηκε καλύτερα την κρίση της, δεν σημαίνει ότι δεν υπήρξε κι εδώ πόνος και καταστροφή. Η κρίση είναι βαθιά και διαχρονική κι έχει αφήσει πίσω της συντρίμμια.

Απομακρυνθήκατε ψυχολογικά από το νησί μετά την ιστορία με το κούρεμα;

Αρχικά, ομολογώ, αισθάνθηκα (κι εδώ δεν μεταφέρω μια αυστηρά προσωπική εντύπωση) απαξίωση, θυμό και μίσος για όσα συνέβησαν. Υπήρξε μια αίσθηση προδοσίας που χώρισε την κοινωνία στα δύο: σε αυτούς που πλήρωσαν τη διάσωση της οικονομίας και σε αυτούς που τη γλίτωσαν. Αλλά πλέον έχει αποκατασταθεί η συναισθηματική μου σχέση με την Κύπρο. Είναι ο τόπος μου, τον αγαπάω και θέλω να τον δω να προοδεύει. 

 

Περιοδικό "Κ"

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ