Κοιτάζοντας τις βιτρίνες του Μπρουνέλο Κουτσινέλι στο κέντρο της Αθήνας, δεν είναι δύσκολο να πέσεις πάνω σε κάποιο κομμάτι που θα ήθελες να αποκτήσεις. Σε «τραβάει» μια διαχρονικότητα που συνεχώς ελίσσεται, μια γερή βάση γκαρνταρόμπας γαρνιρισμένη με μοντέρνες πινελιές, ένα στυλ που αγγίζει την ιδέα της ιταλικής «sprezzatura», ενός «επιμελώς ατημέλητου», το οποίο στην περίπτωση του Κουτσινέλι βασίζεται σε κασμιρένια υφάσματα, μεταξύ άλλων.

Γνωστός στον χώρο της μόδας ως «φιλόσοφος», ο Κουτσινέλι ηγείται σήμερα μιας μικρής αυτοκρατορίας με κεντρικό δημιουργικό άξονα την καθημερινή, casual πολυτέλεια, με έμφαση σε μια «ήρεμα δυνατή» χρωματική παλέτα, χωρίς να αποκλείονται και κάποια «ροκ» στοιχεία, όπως τα μεταλλικά.

Όμως τα όμορφα, ποιοτικά ρούχα είναι μόνο ένα μέρος της προσωπικής και επαγγελματικής ιστορίας του Μπρουνέλο Κουτσινέλι και του ομώνυμου οίκου που ξεκίνησε να χτίζει πριν από 37 χρόνια. Κι αυτό γιατί σε αυτή την υπερ-ανταγωνιστική βιομηχανία η περίπτωση του Ιταλού είναι το λιγότερο ιδιάζουσα. Δεν είναι μόνο το πάθος του για αποφθέγματα κλασικών φιλοσόφων που κοσμούν τα γραφεία του οίκου –η σωκρατική ρήση ότι «η μόνη αληθινή σοφία είναι η γνώση ότι δεν ξέρεις τίποτα» συγκαταλέγεται στις μεγάλες αγαπημένες του, όπως αναφέρει ο ίδιος στο «Κ»–, αλλά και μια ουσιαστική πίστη ότι όταν «παίρνεις», πρέπει και να «δίνεις» πίσω.

Η πορεία του Κουτσινέλι στη μόδα ξεκινάει το 1978, με μια μικρή παραγωγή 50 πουλόβερ από απαλό κασμίρι σε ζωηρά χρώματα. Ακολουθεί η ίδρυση της ομώνυμης φίρμας, η οποία εστιάζει στο βασικό της προϊόν μέχρι το 2000, χρονιά που τα ατελιέ του οίκου αρχίζουν να δουλεύουν πάνω σε ένα «total look», με το κασμίρι να ενσωματώνεται σε παντελόνια και σακάκια.

Σε μια παγκόσμια αγορά όπου η έννοια του «Made in» σε μια συγκεκριμένη χώρα χάνει έδαφος μέρα με τη μέρα, το δικό του όνομα είναι συνυφασμένο με την εγχώρια, ιταλική παραγωγή, και πιο συγκεκριμένα με την περιφέρεια της Ούμπρια και τη μικρή πόλη του 14ου αιώνα Σολομέο, έδρα του Κουτσινέλι από το 1982, χρονιά που παντρεύτηκε το νεανικό του amore, Φεντερίκα Μπέντα. 

Στους λόφους του Σολομέο, κοντά στην Περούτζια, ο Κουτσινέλι έχει θέσει σε εφαρμογή ένα επιχειρηματικό πρόγραμμα το οποίο βασίζεται σε μια «ηθική» πρόταση που έχει χαρακτηριστεί ένα είδος «ουμανιστικού καπιταλισμού».

Στην πράξη αυτό μεταφράζεται ως εξής: κάθε χρόνο, μέχρι και 20 τοις εκατό από τα κέρδη της εταιρείας καταλήγουν στο Fondazione Brunello e Federica Cucinelli. Το ίδρυμα χρησιμοποιεί τη χρηματοδότηση για να εκτελέσει μια σειρά έργων στην περιοχή, όπως ανακαινίσεις δρόμων, πλατειών και άλλων δημόσιων χώρων.

Με τον τρόπο αυτόν ο Κουτσινέλι αγόρασε έναν πύργο του 14ου αιώνα και τον μετέτρεψε σε κεντρικά γραφεία, ενώ μια αναγεννησιακή βίλα έγινε εστιατόριο για τους υπαλλήλους. Το 2000 αγοράστηκε και ανακαινίστηκε ένα παλιό εργοστάσιο παραγωγής, ενώ το 2008 χτίστηκε το 240 θέσεων Teatro Cucinelli που φιλοξενεί διάφορες θεατρικές και οπερατικές παραγωγές κάθε χρόνο. Το 2014 παρουσιάστηκε, με την υποστήριξη του ιδρύματος, το «Project for Beauty» για την ανάπτυξη οικολογικών πάρκων.

Υπάρχουν κι άλλοι έμπρακτοι τρόποι. Το 2012, π.χ., όταν η εταιρεία μπήκε στο χρηματιστήριο του Μιλάνου, ο Κουτσινέλι μοίρασε το ποσό των 5 εκατ. ευρώ στο προσωπικό του – σύμφωνα με την εταιρεία, καθένας από τους 783 εργαζομένους είδε τότε τον λογαριασμό του να αυξάνεται κατά 6.000 ευρώ. «Πιστεύουμε ότι πρέπει να δουλέψουμε για την οικονομική και ηθική αξιοπρέπεια της ανθρωπότητας», λέει ο ίδιος στο «Κ».

Ένα άλλο ήθος

Η έννοια της «αξιοπρέπειας» αποτελεί κινητήρια δύναμη για τον Κουτσινέλι, ο οποίος γεννήθηκε το 1953 κοντά στην Περούτζια. Παιδί αγροτικής οικογένειας, ο ίδιος θυμάται εποχές που το σπίτι δεν είχε ηλεκτρικό. Μεγάλη επίδραση στη ζωή του είχε ο πατέρας του, o οποίος άφησε την αγροτική εργασία και δούλεψε χρόνια ως εργάτης κάτω από δύσκολες συνθήκες. Στα 21 του, ο νεαρός Κουτσινέλι ανακάλυψε τον Καντ και τους «άλλους» μεγάλους της σκέψης.

Την ανθρώπινη διάσταση της φιλοσοφίας του Κουτσινέλι αντικατοπτρίζει το γεγονός ότι σήμερα είναι ο μεγαλύτερος εργοδότης της ευρύτερης περιοχής του Σολομέο, ενώ οι 1.300 εργαζόμενοι της εταιρείας έχουν υψηλότερους μισθούς (περίπου 20 τοις εκατό) σε σχέση με τον μέσο όρο της ιταλικής βιομηχανίας της μόδας. Την ίδια στιγμή, η επιχείρηση δραστηριοποιείται μέσω θυγατρικών σε χώρες όπως οι Ηνωμένες Πολιτείες, η Ιαπωνία, η Γαλλία και η Γερμανία, μεταξύ άλλων, ενώ για την «επόμενη μέρα» προετοιμάζονται οι κόρες του Καμίλα και Καρολίνα.

Στις αρχές του χρόνου, ένα καινούργιο Brunello Cucinelli «flagship» άνοιξε τις πόρτες του στον δρόμο της ιταλικής μόδας, Via Monte Napoleone, στο Μιλάνο, με κύριο χαρακτηριστικό την έννοια της «σπιτικής» ατμόσφαιρας, συμπεριλαμβανομένης μιας κουζίνας.

 Το κατάστημα Brunello Cucinelli στο κέντρο της Αθήνας. 


Την ίδια αίσθηση έχει και η μπουτίκ του οίκου στην Αθήνα, η οποία μεταφέρθηκε στη γωνία Βαλαωρίτου και Κριεζώτου το 2013. Η παρουσία του οίκου στη χώρα είχε ξεκινήσει το 1998, όταν η ιταλική εταιρεία άρχισε να συνεργάζεται με την ελληνική Carouzos, ενώ το 2008 άνοιξε το πρώτο κατάστημα του brand στο Κολωνάκι.

«Πάντα πίστευα ότι ολόκληρος ο κόσμος θα έπρεπε να είναι ευγνώμων στον ελληνικό πολιτισμό για όλα αυτά που μας έδωσε. Η ιστορία, οι τέχνες, η ομορφιά δεν θα ήταν οι ίδιες χωρίς τη σημαντική αυτή συμβολή. Θα μπορούσαμε να αναζητήσουμε έμπνευση από αυτόν τον πολιτισμό για να δουλέψουμε για ένα όμορφο μέλλον που θα αφήσουμε στις επόμενες γενιές», αναφέρει στο «Κ».

 «Πιστεύουμε ότι η Αθήνα είναι μια κοσμοπολίτικη πόλη την οποία επισκέπτονται άνθρωποι από όλο τον κόσμο για την ομορφιά και την κουλτούρα της». Στο κατάστημα της Αθήνας παρουσιάζεται όλη η γκάμα του οίκου, από τα πιο νεανικά «bomber jackets» και μποτάκια α λα «Doc Martens» μέχρι κομμάτια με λεπτομέρειες από φτερά, παγέτες και κρόσσια. Ρούχα με την ιταλική υπογραφή βρίσκονται και στην μπουτίκ του ξενοδοχείου Μεγάλη Βρεταννία.

Το «λουκ» του οίκου ενσαρκώνει επάξια ο ίδιος ο δημιουργός του. Το προσωπικό στυλ του Κουτσινέλι, το οποίο συχνά περιλαμβάνει άσπρο κοτλέ παντελόνι και μπλε μπλέιζερ, ξεχώρισε πρόσφατα το βρετανικό Esquire και το συμπεριέλαβε στη λίστα με τους 40 πιο καλοντυμένους άντρες του πλανήτη που «ντύνονται» μόνοι τους.

Στο μεταξύ, το όνομά του παραπέμπει σ’ ένα «παγκόσμιο μυστικό», συνώνυμο μιας χειροποίητης πολυτέλειας και της τιμής που της αντιστοιχεί. Για τον ίδιο, η μόδα παραμένει το όχημα για μια καλύτερη ποιότητα ζωής: «Πρέπει να συμπεριφερθούμε ως κηδεμόνες, σε μια προσπάθεια να διατηρήσουμε την ομορφιά του κόσμου», καταλήγει. ■

Περιοδικό "Κ"

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ

ΑΡΧΕΙΟ