ΜΟΥΣΙΚΗ

Σπάνιες όπερες του γαλλικού ρομαντισμού

ΔΗΜΗΤΡΗΣ Γ. ΚΙΟΥΣΟΠΟΥΛΟΣ

Σκηνή από το «Ασημένιο καμπανάκι» (Le Timbre d’argent) του Καμίλ Σεν-Σανς, στην Οπερά-κομίκ / Αίθουσα Φαβάρ του Παρισιού.

ΕΤΙΚΕΤΕΣ:

Την ευκαιρία να παρακολουθήσουμε δύο πολύ σπάνιες γαλλικές όπερες του 19ου αιώνα σε ιστορικά θέατρα της Πόλης του Φωτός είχαμε τον Ιούνιο του 2017, στο πλαίσιο του 5ου Φεστιβάλ Palazzetto Bru Zane στο Παρίσι: τη «Βασίλισσα της Κύπρου» του Φρομεντάλ Αλεβί, σε συναυλιακή μορφή στο Θέατρο Ηλυσίων Πεδίων, την Τετάρτη 7, και το «Ασημένιο καμπανάκι» του Σεν-Σανς, στην Οπερά-κομίκ / Αίθουσα Φαβάρ, την Παρασκευή 9 του μηνός. Και στις δύο όπερες είχαμε την επιπλέον χαρά να απολαύσουμε τη συμμετοχή διακεκριμένων Ελλήνων μονωδών, οι οποίοι χειροκροτήθηκαν θερμά.

«Η Βασίλισσα της Κύπρου»

Συνθέτης κατεξοχήν συνδεδεμένος με την γκραν-οπερά, είδος εντυπωσιακό, απαιτητικό, αλλά ουσιαστικά καταχωνιασμένο στις υποσημειώσεις των βιβλίων ιστορίας του μελοδράματος, ο Αλεβί τις δύο τελευταίες δεκαετίες έχει γνωρίσει μια περίοδο αναβίωσης. Η πεντάπρακτη «Βασίλισσα της Κύπρου» ανεβάστηκε στο Παρίσι το 1841, αποσπώντας σχόλια θαυμασμού από συνθέτες-κριτικούς όπως ο Μπερλιόζ και ο Βάγκνερ! Η υπόθεση εκτυλίσσεται στη Βενετία και το λατινικό βασίλειο της Κύπρου το 1441.

Η Βενετή πατρικία Καταρίνα Κορνάρο είναι αρραβωνιασμένη με τον Γάλλο ιππότη Ντε Κουσί, αλλά ο εκπρόσωπος του Συμβουλίου των Δέκα ευγενής Μοτσενίγο επιβάλλει στον κηδεμόνα της Καταρίνα, Αντρέα, η νέα να νυμφευθεί έναν άλλο Γάλλο, τον Λουζινιάν, βασιλέα της Κύπρου, τον οποίο η Βενετία βοηθά αλλά και χειραγωγεί. Ο Ντε Κουσί φτάνει στην Κύπρο για να αναμετρηθεί με τον ερωτικό του αντίπαλο, αλλά έπειτα από δραματικές ανατροπές οι δύο Γάλλοι γίνονται φίλοι. Στο τέλος ο Λουζινιάν αναγνωρίζει την ειλικρινή αγάπη της γυναίκας του για τον Ντε Κουσί και, καθώς ο ίδιος πεθαίνει δηλητηριασμένος από τους Βενετούς, ο ιππότης εμφανίζεται για να υπερασπιστεί τη νόμιμη διαδοχή των Λουζινιάν από τις αρπακτικές διαθέσεις των Βενετών που θέλουν να προσαρτήσουν το βασίλειο. Η Γαλλία, η νομιμότητα, η ιπποσύνη και ο αγνός έρωτας θριαμβεύουν.

Αντί για ιππότες τώρα στη σκηνή παρατάχθηκαν η Ορχήστρα Δωματίου των Παρισίων και –μοιρασμένη δεξιά και αριστερά– η Χορωδία της Φλαμανδικής Ραδιοφωνίας, οι οποίες, υπό την εμπνευσμένη καθοδήγηση του αρχιμουσικού Hervé Niquet, ζωντάνεψαν με τη λάμψη της ερμηνείας τους τις εντυπωσιακές σκηνές πλήθους, συμπόσια, μάχες, γάμους και γιορτές που προβλέπει το έργο. Μια οπερατική ανατροπή είχαμε με τον Ντε Κουσί, αφού όπως έγινε γνωστό ο τενόρος ασθένησε, μετά ασθένησε ο αντικαταστάτης του με τον οποίο ηχογραφήθηκε το έργο, και εντέλει ο Sébastien Droy εκλήθη αυθημερόν να μάθει τον ρόλο το πρωί και να τον ερμηνεύσει το βράδυ, κυριολεκτικά σώζοντας την παράσταση. Η ερμηνεία του ήταν αναμενόμενα άνιση, αλλά απολύτως επαρκής για να κατανοήσουμε τον ρόλο, ένα πραγματικό επίτευγμα δεδομένων των συνθηκών.

Τον πρωταγωνιστικό και μοναδικό γυναικείο ρόλο ερμήνευσε η σοπράνο Veronique Gens, η οποία, ακόμα και στη μεγάλη άρια της Δ΄ πράξης, προτίμησε μια δραματική παρά δεξιοτεχνική προσέγγιση. Ωραιότατες ερμηνείες είχαμε από τον τενόρο Etienne Dupuis ως Λουζινιάν, τον τενόρο Eric Huchet που απέδωσε πολύ γλαφυρά τον διαβολικό Μοτσενίγο, και τον Ελληνα βαθύφωνο Χριστόφορο Σταμπόγλη, που ερμήνευσε με τη στιβαρή φωνή του έναν εντυπωσιακό, πραγματικά ευγενή Αντρέα Κορνάρο.

«Το ασημένιο καμπανάκι»

Ονομα συνθέτη σαφώς οικείο, έργο εντελώς ξεχασμένο. Το «Ασημένιο καμπανάκι» είναι έργο της νεότητας του Σεν-Σανς, ανέβηκε στο Παρίσι το 1877 και στην τελική του εκδοχή στις Βρυξέλλες το 1914, και έκτοτε λησμονήθηκε. Ο ζωγράφος Κόνραντ είναι κλινήρης και πτωχός, αρραβωνιασμένος με την Ελένη και ερωτευμένος με τη Φιαμέτα, χορεύτρια που έχει ζωγραφίσει ως Κίρκη. Θα ήθελε να έχει τα χρήματα για να τη γοητεύσει. Σε όνειρο, βλέπει τον γιατρό του Σπυρίδωνα να του προσφέρει ένα ασημένιο καμπανάκι: κάθε φορά που θα το χτυπά, θα γίνεται πλούσιος, με τίμημα όμως τον αιφνίδιο θάνατο ενός άλλου ανθρώπου.

Ξυπνώντας ο Κόνραντ χτυπά: ο χρυσός έρχεται, και ταυτόχρονα ξεψυχά ο πατέρας της Ελένης. Σε συνθήκες διαρκούς παραληρήματος, βλέπει τον γιατρό Σπυρίδωνα και τη Φιαμέτα να τον εξαναγκάζουν να χτυπά το καμπανάκι προκαλώντας τον θάνατο του φίλου του Μπενεντίκτ. Εντέλει αποφασίζει να καταστρέψει το καμπανάκι, πράξη που όμως πρόκειται να επιφέρει και τον δικό του θάνατο. Το κάνει. Ξυπνά και πάλι, ανάμεσα στον Μπενεντίκτ, την Ελένη και τον Σπυρίδωνα, συνειδητοποιώντας ότι έζησε έναν εφιάλτη που όμως τον έκανε να συμφιλιωθεί με την κατάστασή του και να εκτιμήσει τα άυλα αγαθά της φιλίας και της αγάπης.

Την όπερα χαρακτηρίζει ο συγκερασμός πολλών διαφορετικών παραδόσεων. Ο συνεχής εσωτερικός διχασμός του πρωταγωνιστή θυμίζει κάτι σαν Φάουστ με αίσιο τέλος. Ο ρόλος της Φιαμέτα είναι βωβός και αποδίδεται από χορεύτρια, όπως η «Βωβή του Πόρτιτσι» του Ομπέρ. Οι ονειρώδεις καταστάσεις που περιγράφει απαιτούν συνεχείς σκηνικές μεταμορφώσεις, θυμίζοντας τη γαλλική όπερα-μπαλέτο του 19ου αιώνα.

Αυτή τη «μαγική» πλευρά του έργου φωτίζει θαυμάσια ο σκηνοθέτης Γκιγιόμ Βενσάν με την πολυμελή ομάδα του, επιστρατεύοντας όλα τα τεχνολογικά μέσα για να στήσει μια παράσταση που συνεχώς ξαφνιάζει. Η δράση μεταφέρεται άλλοτε σε ένα καμπαρέ με εντυπωσιακά κουστούμια, άλλοτε σε μια χιονισμένη εξοχή. Κάποια στιγμή βλέπουμε στο βάθος της σκηνής όλη την αίθουσα και τον αρχιμουσικό να διευθύνει ζωντανά, αλλά τελικά είναι βίντεο τέλεια συγχρονισμένο. Σε άλλη στιγμή ένα ψηφιακό σύννεφο ξεχύνεται από τη σκηνή και καλύπτει όλη την πλατεία. Και άλλα πολλά.

Η ορχήστρα Les Siècles, υπό τον αρχιμουσικό François-Xavier Roth, παίζει με όργανα εποχής αποδίδοντας τα επιθυμητά από τον συνθέτη ηχοχρώματα, ήδη από τη μακροσκελή εισαγωγή – συμφωνικό ποίημα. Η χορωδία accentus και οι μονωδοί Edgaras Montvidas (Κόνραντ), Hélène Guilmette (Ελένη), Yu Shao (Μπενεντίκτ) και Jodie Devos (Ρόζα) είναι πολύ καλοί τραγουδιστές, αλλά οι ερμηνείες τους όχι πάντοτε επεξεργασμένες όσο θα μπορούσαν. Κρίνοντας από τα χειροκροτήματα, την παράσταση έκλεψαν η χορεύτρια Raphäelle Delaunay (Φιαμέτα) και ο σκηνικός παρτενέρ της Τάσσης Χριστογιαννόπουλος, που τραγούδησε με πολύ χαρακτήρα τον γιατρό Σπυρίδωνα και εκμεταλλεύθηκε την εμπειρία του από το μουσικό θέατρο για να αποδώσει με φροντισμένη κίνηση όλες του τις απίθανες μεταμορφώσεις.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ