ΠΡΟΣΚΗΝΙΟ

Μιχαήλ Μπαρίσνικοφ: «Η τέχνη με κρατάει ζωντανό»

ΣΑΚΗΣ ΙΩΑΝΝΙΔΗΣ

Στο ταραγμένο μυαλό του Βασλάβ Νιζίνσκι διεισδύει ο θρυλικός Μιχαήλ Μπαρίσνικοφ στην παράσταση «Γράμμα σε έναν άνδρα», η οποία μεταφέρει σε ένα γκροτέσκο σκηνικό περιβάλλον το ημερολόγιο του διάσημου χορευτή που έπασχε από σχιζοφρένεια.

ΕΤΙΚΕΤΕΣ:

Το 2013, στις πρόβες της «Γριάς» του Διανιήλ Χαρμς, με πρωταγωνιστές τους Μιχαήλ Μπαρίσνικοφ και Γουίλεμ Νταφόε, ο Μπομπ Γουίλσον, που σκηνοθετούσε την παράσταση, αναφέρθηκε στον θρυλικό Ρώσο χορευτή Βασλάβ Νιζίνσκι (1889-1950). Ο Γουίλσον εξέφρασε στον Μπαρίσνικοφ τον θαυμασμό του για το ημερολόγιο που έγραψε ο Νιζίνσκι, όπου περιγράφει την ανατριχιαστική του κάθοδο στα σκοτάδια του μυαλού και της σχιζοφρένειας. «Συζητούσαμε ολοένα και περισσότερο και τον ρώτησα αν σκεφτόταν με ποιον τρόπο, με τι φόρμα, θα μπορούσε να μεταφερθεί το ημερολόγιό του στη σκηνή και μου απάντησε “αν σε ενδιαφέρει, ας το κάνουμε”. Ηταν κάπως σαν μια κοινή σκέψη, μια πρόταση, αλλά δεν “ψάρευα” για να πάρω τη δουλειά, ήταν μια απόφαση που ελήφθη στις συζητήσεις που κάναμε μαζί», μου λέει γελώντας ο Μιχαήλ Μπαρίσνικοφ από τη Ζυρίχη. Η φωνή του προδίδει την κούρασή του και σκέφτομαι πως είναι φυσιολογικό, αφού σχεδόν κάθε βράδυ βρίσκεται μόνος του στη σκηνή του απαιτητικού σκηνοθέτη Μπομπ Γουίλσον για να αναμετρηθεί με το ταραγμένο μυαλό του Νιζίνσκι στην παράσταση «Letter to a man» («Γράμμα σε έναν άνδρα»).

Με έναν περίεργο τρόπο, τα δύο ιερά τέρατα του χορού που μεγαλούργησαν στα δύο άκρα του 20ού αιώνα «συναντιούνται» επί σκηνής αλλά σε ρόλους διαφορετικούς. «Πρόκειται για ένα πολύ εύθραυστο, ειλικρινές, ωμό ντοκουμέντο για έναν άνδρα με πολλά προβλήματα που έτυχε να είναι καλλιτέχνης, χορευτής και χορογράφος, αλλά κυρίως ένα ταπεινό άτομο, αφιερωμένο στα πιστεύω του και τη σχέση του με τον Θεό και την ίδια στιγμή δούλευε την τέχνη του μέχρι το τέλος. Ακόμη κι όταν ήταν σε κακή ψυχολογική κατάσταση», σημειώνει ο κ. Μπαρίσνικοφ.

Ο «άνδρας» στον τίτλο της παράστασης είναι ο γνωστός ιμπρεσάριος της εποχής και εραστής του Νιζίνσκι, Σεργκέι Ντιάγκιλεφ, τον οποίο ο χορευτής αποκήρυξε και δεν ανέφερε ποτέ ονομαστικά παρά μόνον υπαινικτικά στο βιβλίο του. «Υπάρχει ένα κοινωνικοπολιτικό μήνυμα, κατά την άποψή μου. Ο Μπομπ δεν κάνει κάτι μόνο για να πει ότι το έκανε. Υπάρχει πάντα κάτι περισσότερο. Είναι ένας φόρος τιμής προς την τέχνη και τον δημιουργό. Οταν ασχολείσαι με την τέχνη, το κάνεις για όλη σου τη ζωή. Δεν έχει σημασία πόσο πετυχημένος είσαι ή πόσο δυσκολεύεσαι, ανήκεις στην τέχνη. Η τέχνη δεν είναι επάγγελμα, είναι αρρώστια. Είσαι γεμάτος και άδειος μέχρι το τέλος της ζωής σου, μετατρέπεται σε κοινωνικό καθήκον. Δεν μπορείς να ξεφύγεις», λέει ο κ. Μπαρίσνικοφ. Και ο ίδιος έτσι νιώθει και συνεχίζει να δουλεύει; «Φοβάμαι να βαρεθώ. Αυτός είναι ο καλύτερος τρόπος να μην παίρνω τον εαυτό μου στα σοβαρά και με κρατάει ζωντανό», λέει γελώντας.

Μια παύση στον αέρα

«Οχι, όχι, δεν είναι δύσκολο. Πρέπει απλώς να ανεβείς ψηλά και να κάνεις μια μικρή παύση εκεί», έλεγε ο Βασλάβ Νιζίνσκι το 1909 όταν τον ρωτούσαν για το περίφημο άλμα του, στο οποίο έδινε την αίσθηση ότι μπορούσε να κρεμαστεί στον αέρα για μερικά δευτερόλεπτα.

Τότε, ο 20χρονος χορευτής έκανε το ντεμπούτο του στο Παρίσι με τα Ballets Russes, υπό την αυστηρή εποπτεία του Σεργκέι Ντιάγκιλεφ. Η Δύση υποκλίθηκε στον νέο Ρώσο χορευτή και, όταν εκείνος υπέγραψε τη χορογραφία για το «Απόγευμα ενός φαύνου» σε μουσική του Ντεμπισί και το 1913 χόρεψε την «Ιεροτελεστία της άνοιξης» από την ομώνυμη σύνθεση του Στραβίνσκι, προκάλεσε σάλο με την τολμηρή, για την εποχή, προσέγγισή του. Το 1913 ο προληπτικός Ντιάγκιλεφ δεν ακολούθησε την περιοδεία του μπαλέτου στη Νότια Αμερική φοβούμενος να κάνει το υπερατλαντικό ταξίδι. Αν και ζούσαν μαζί ανοικτά, οι σχέσεις των δύο ανδρών είχαν ψυχρανθεί και ο Νιζίνσκι επέστρεψε από την περιοδεία παντρεμένος με τη Ρόμολα Πάλσκι, μια γυναίκα της ουγγρικής αριστοκρατίας και φανατική θαυμάστρια του Ρώσου χορευτή, γκρούπι της εποχής. Ο Ντιάγκιλεφ, νιώθοντας προδομένος, απέλυσε τον Νιζίνσκι από το μπαλέτο και ο ίδιος κατέλυσε στο Λονδίνο με τη σύζυγό του και τη μικρή τους κόρη. Η σχιζοφρένεια έριξε την αυλαία για τον μεγάλο χορευτή έπειτα από έξι χρόνια, ο οποίος μέχρι το τέλος της ζωής του μπαινόβγαινε σε ψυχιατρικές κλινικές.

Στην άλλη άκρη της τηλεφωνικής γραμμής ακούω τη συρτή, ρωσική προφορά του Μιχαήλ Μπαρίσνικοφ, η οποία δεν έχει αλλάξει παρά τις τέσσερις δεκαετίες που ζει στην Αμερική. Ανακάλυψε τον Νιζίνσκι κάπου ανάμεσα στα 13 ή 14 του χρόνια, μου λέει, καθώς σπούδαζε χορό στη γενέτειρά του, τη Λετονία. Ηταν περίπου στην ηλικία του Νιζίνσκι όταν έγινε δεκτός στην ίδια σχολή, στα μπαλέτα Μαριίνσκι, και θυμάται έναν από τους δασκάλους που τον ενέπνευσαν, τον Αλεξάντρ Πούσκιν, ο οποίος είχε στην τάξη του και τον Ρούντολφ Νουρέγεφ.

Οπως και ο Νιζίνσκι, έτσι και ο Μπαρίσνικοφ έφυγε από τη Ρωσία (το 1974) και δεν γύρισε ποτέ πίσω και κάπου εδώ τελειώνουν οι ομοιότητες μεταξύ των δύο χορευτών, λέει γελώντας.

Η μετέπειτα πορεία του πολυβραβευμένου Μπαρίσνικοφ ήταν τελείως διαφορετική από του Νιζίνσκι και αυτός ήταν ένας από τους λόγους που δεν ένιωθε άνετα να δεχθεί τις πολλές προτάσεις που του είχαν γίνει στο παρελθόν –μία από αυτές και από τον Ινγκμαρ Μπέργκμαν– για να παίξει τη ζωή του Βασλάβ. «Υπήρχαν ιδέες για την τηλεόραση, τον κινηματογράφο ή το θέατρο που θα παρουσιάζαν τη ζωή του Νιζίνσκι, αλλά εγώ είμαι τελείως διαφορετικό άτομο από εκείνον. Αυτό που ίσως μας ενώνει είναι ότι πήγαμε στην ίδια σχολή, με πολλά χρόνια διαφορά, ότι φύγαμε από τη Ρωσία και δεν γυρίσαμε ποτέ πίσω. Ισως αυτά είναι τα μόνα κοινά στοιχεία που έχουμε και δεν ήμουν σίγουρος ότι ήμουν ο κατάλληλος για εκείνους τους ρόλους», τονίζει.

Ο κ. Μπαρίσνικοφ λέει για το ταλέντο του Νιζίνσκι, την εκπαίδευσή του, την εξαιρετική φυσική του κατάσταση αλλά και για τις οραματικές του χορογραφίες που δοκίμαζαν τα όρια του χορού και τη φόρμας, σε μια εποχή που το μπαλέτο ήταν γυναικεία υπόθεση. «Δεν ήξερε τότε ότι αυτό ήταν το ταλέντο του. Σίγουρα μελετούσε την τέχνη και άκουγε τους ανθρώπους που είχε γύρω του. Εμπιστευόταν όμως την καρδιά και το όραμά του. Δεν νομίζω ότι σκεφτόταν “τώρα θα πάω την τέχνη πιο μπροστά”. Ηταν πολύ απασχολημένος με το να χορεύει, δεν ήταν θεωρητικός της τέχνης αλλά ασκούσε την τέχνη», τονίζει ο κ. Μπαρίσνικοφ.

Υπάρχουν όρια στην τέχνη; Τον ρωτώ. «Δεν νομίζω ότι η τέχνη έχει όρια ούτε μπορεί να μετρηθεί αν είναι υψηλή ή αποτυχημένη. Οι κριτικοί και το κοινό είναι που αποφασίζουν τα όρια, αλλά για τον δημιουργό η αιωνιότητα είναι το μέτρο της επιτυχίας», σημειώνει. Ωστόσο, ο χορός δεν θέτει εκ των πραγμάτων κάποια σωματικά όρια στον δημιουργό; «Εξαρτάται», λέει και απαριθμεί διαφορετικά είδη χοροθεάτρου, όπως το ιαπωνικό θέατρο Νο, το μπούτο ή το καμπούκι, όπου οι χορευτές παραμένουν δραστήριοι μέχρι τα βαθιά τους γεράματα, αλλά και το παράδειγμα της Μάγια Πλισέτσκαγια ή της Νατάλια Μακάροβα, που χόρευαν όταν ξεπέρασαν τα 50 τους χρόνια. «Αν είσαι σε μια καλή φυσική κατάσταση, γιατί να μην το κάνεις;» σημειώνει.

Σε δύο χρόνια ο Μίσα θα μπει στην έβδομη δεκαετία της ζωής του και, όπως λέει, νιώθει άνετα με τον χρόνο που περνάει και δέχεται ρόλους που μπορεί να υπηρετήσει από την αρχή έως το τέλος. «Δεν ρισκάρω με αυτή την έννοια, ειδικά όταν δουλεύω με ανθρώπους όπως ο Μπομπ Γουίλσον ή ο Αλβις Χερμάνις», σημειώνει. Με τον Λετονό σκηνοθέτη ο Μπαρίσνικοφ ανέλαβε ένα ακόμη one man show που βασίζεται στα ποιήματα του Ρώσου νομπελίστα Γιόζεφ Μπρόντσκι, ενός από τους πρώτους ανθρώπους που γνώρισε τα πρώτα χρόνια του στην Αμερική.

Για το «Γράμμα σε έναν άνδρα» ο Μπαρίσνικοφ έκανε εκτεταμένη έρευνα γύρω από τον Νιζίνσκι και μέσα στα χρόνια είχε γνωρίσει τη γυναίκα του, Ρόμολα, και τις κόρες του Κίρα και Ταμάρα. Η τελευταία, στα 90 της χρόνια, ήρθε να δει την παράσταση στο Λος Αντζελες. Στο ημερολόγιό του, ο Νιζίνσκι, ακροβατώντας μεταξύ τρέλας και λογικής, έγραψε μεταξύ άλλων τους πιο μύχιους φόβους του. Ποιος είναι ο μεγαλύτερος για τον Μιχαήλ Μπαρίσνικοφ; «Να χάσεις το μυαλό σου. Να καταλήξεις σε αυτό που λέμε “φυτό”. Αν κάποιος το γνώριζε εκ των προτέρων, δεν ξέρω αν βοηθούσε αλλά είναι μια ενοχλητική σκέψη. Δεν νομίζετε;».

​​Η παράσταση «Γράμμα σε έναν άνδρα» παρουσιάζεται στη Στέγη του Ιδρύματος Ωνάση, στο πλαίσιο του Φεστιβάλ Αθηνών και Επιδαύρου (10-13/7), σε συμπαραγωγή των Baryshnikov Arts Center, CPA, Αττικής Πολιτιστικής Εταιρείας.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ