ΒΙΒΛΙΟ

Πώς το όνειρο της Χίλαρι έγινε εφιάλτης

ΑΧΙΛΛΕΑΣ ΠΑΠΑΡΣΕΝΟΣ*

Χίλαρι Κλίντον: απέτυχε να επικοινωνήσει ένα πειστικό όραμα στους ψηφοφόρους, γιατί δεν κατάφερε να απαλείψει τη ρετσινιά ότι ήταν εκφραστής του στάτους κβο.

ΕΤΙΚΕΤΕΣ:

Η συμβατική σοφία προεξοφλούσε ότι την 8η Νοεμβρίου του 2016 η Αμερική θα πανηγύριζε την εκλογή της πρώτης γυναίκας προέδρου στην Ιστορία της, αφού είχε ήδη εκλέξει τον πρώτο μαύρο πρόεδρό της οκτώ χρόνια ενωρίτερα. Ολα έδειχναν ότι η Χίλαρι Κλίντον, με την τεράστια κυβερνητική πείρα, που απέκτησε ως Πρώτη Κυρία, γερουσιαστής και υπουργός Εξωτερικών, θα συνέτριβε τον αντίπαλό της Ντόναλντ Τραμπ, έναν αδαή δισεκατομμυριούχο, που αυτοπροσδιοριζόταν ως προστάτης της εργατικής τάξης εναντίον ενός διεφθαρμένου πολιτικοοικονομικού κατεστημένου. Οταν όμως συνετελέσθη μία από τις μεγαλύτερες ανατροπές στα σύγχρονα πολιτικά χρονικά της Αμερικής με την εκλογή του Τραμπ, το post mortem ήταν ιδιαίτερα επώδυνο για τη μεγάλη ηττημένη.

Οι δημοσιογράφοι Τζόναθαν Αλεν και η Εϊμι Παρνς, συγγραφείς το 2014 του βιβλίου «Τα κρατικά μυστικά και η αναγέννηση της Χίλαρι Κλίντον», διέθεταν ήδη πρόσβαση στα ενδότερα του επιτελείου της Κλίντον, όταν αυτή ανακοίνωσε τη διεκδίκηση του χρίσματος του Δημοκρατικού Κόμματος τον Ιούνιο του 2015. Στο νέο βιβλίο τους περιγράφουν πως οι ελπίδες ότι η Κλίντον θα έσπαζε τη «γυάλινη οροφή», εκείνο το αόρατο τείχος που εμπόδιζε τις γυναίκες να φθάσουν στον Λευκό Οίκο, θρυμματίσθηκαν από έναν εθνολαϊκιστή, που διακρινόταν για τον προσβλητικό λόγο και την προκλητική συμπεριφορά του.

Στη διάρκεια μιας 18μηνης εξουθενωτικής προεκλογικής εκστρατείας, οι συγγραφείς μίλησαν υπό τον όρο της ανωνυμίας με 100 συνεργάτες και φίλους της Κλίντον, στην προσπάθειά τους να αποκρυπτογραφήσουν πώς ένας φαινομενικά εύκολος περίπατος μετατράπηκε από τον Μπέρνι Σάντερς σε μία ανηφορική μάχη για το χρίσμα του Δημοκρατικού Κόμματος και από τον Τραμπ σε μία αποκαρδιωτική ήττα στις προεδρικές εκλογές. Η αυτοψία τους αποδίδει την ευθύνη κυρίως στην Κλίντον και την εκλογική στρατηγική της, όταν, παρότι δαπάνησε 1,2 δισ. δολάρια, ποσό διπλάσιο από τον Τραμπ, απέτυχε να μεταφράσει την κατά τρία εκατομμύρια ψήφους νίκη της στην κάλπη σε επικράτησή της στις κρίσιμες πολιτείες, που θα της εξασφάλιζαν την πλειοψηφία στο Κολέγιο των Εκλεκτόρων και τα κλειδιά του Λευκού Οίκου.

Η Κλίντον βρέθηκε στη δίνη του κυκλώνα μόλις 11 μέρες πριν από την ψηφοφορία, όταν ο διευθυντής του FBΙ Τζέιμς Κόμι ξαφνικά ανακοίνωσε ότι άνοιγε εκ νέου την έρευνα, που είχε κλείσει τον προηγούμενο Ιούλιο χωρίς ποινική δίωξη της Κλίντον, για το ενδεχόμενο να διακινήθηκε απόρρητο υλικό από τον προσωπικό διακομιστή της, όταν υπηρέτησε ως υπουργός Εξωτερικών.

Διαρροές

Τον ίδιο μήνα ο Τύπος διύλιζε τις διαρροές από τα WikiLeaks της ηλεκτρονικής αλληλογραφίας της Εθνικής Επιτροπής του Δημοκρατικού Κόμματος και του προέδρου της καμπάνιας της Κλίντον Τζον Ποντέστα, προϊόν ρωσικών κυβερνοεπιθέσεων, αλλά δεν έδινε την πρέπουσα βαρύτητα στην εμπλοκή της Μόσχας στις αμερικανικές εκλογές, με στόχο να πληγεί η Κλίντον, δεδηλωμένη εχθρός του Πούτιν, όπως επιβεβαίωσαν δημόσια οι αμερικανικές μυστικές υπηρεσίες.

Η έρευνα του FBI και οι διαρροές των WikiLeaks τον «κόκκινο Οκτώβριο» διατηρούσαν τη σκιά γύρω από την Κλίντον και αποσπούσαν την προσοχή των ψηφοφόρων από το πολιτικό της πρόγραμμα, αλλά για τους συγγραφείς δεν αποτέλεσαν το θανάσιμο πλήγμα. Γι’ αυτούς το μεγάλο πρόβλημα ήταν η ίδια η Κλίντον, γιατί απέτυχε να επικοινωνήσει ένα πειστικό όραμα για τη χώρα που θα ενέπνεε τους ψηφοφόρους, γιατί δεν κατάφερε να απαλείψει τη ρετσινιά ότι ήταν εκφραστής του στάτους κβο, προσκολλημένη στη Γουόλ Στριτ και στο μεγάλο κεφάλαιο, ανίκανη να κατανοήσει τον θυμό των λευκών ανδρών της εργατικής τάξης, που είχαν περιθωριοποιηθεί από την παγκοσμιοποίηση στις πάλαι ποτέ κραταιές βιομηχανικές πολιτείες, ένα θυμό που αξιοποίησαν εναντίον της ο Σάντερς και ο Τραμπ. Τοποθετώντας δίπλα στον Ποντέστα ως μάνατζερ της προεκλογικής της εκστρατείας τον 36χρονο Ρόμπι Μουκ, η Κλίντον υιοθέτησε τη λογική της νέας σχολής των αναλυτικών δεδομένων (data analytics), που, σύμφωνα με τα μοντέλα συμπεριφοράς των ψηφοφόρων, επικεντρωνόταν στη συσπείρωση της παραδοσιακής βάσης του κόμματος στις μεγάλες πόλεις, αντί της παλιάς σχολής που επεδίωκε τη διεύρυνση της βάσης με προσέλκυση των ανεξαρτήτων ή αναποφάσιστων ψηφοφόρων στα προάστια, στις μικρές πόλεις και στις αγροτικές περιοχές, όπως έπραξαν στις νικηφόρες εκστρατείες τους ο Μπιλ Κλίντον και ο Μπαράκ Ομπάμα. Ετσι, σύμφωνα με αυτή την «αριθμητική στρατηγική», η εκλογική δαπάνη και η στελέχωση ανά πολιτεία στόχευαν στην οικοδόμηση ενός «γαλάζιου τοίχου» σε 18 από τις 50 πολιτείες, που από το 1992 ψήφιζαν σταθερά τον Δημοκρατικό προεδρικό υποψήφιο, ώστε να εξασφαλισθούν τουλάχιστον 242 εκλέκτορες από τους 270, που ήταν απαραίτητοι για την προεδρική εκλογή. Στην προσπάθεια όμως να κατοχυρωθεί ένα μαζικό προβάδισμα μεταξύ των μαύρων και Λατίνων, των μορφωμένων λευκών και των γυναικών, παραμελήθηκαν πολλοί «αξιοθρήνητοι», κατά την ατυχή έκφραση της Κλίντον, οπαδοί του Τραμπ, δηλαδή οι λευκοί άνδρες της εργατικής τάξης σε κρίσιμες πολιτείες. Οταν ο Τραμπ κέρδισε το Οχάιο, την Πενσιλβάνια, το Μίσιγκαν, το Ουισκόνσιν, τη Βόρεια Καρολίνα και τη Φλώριδα κυρίως χάρις στην ψήφο των αγανακτισμένων λευκών της εργατικής και μεσαίας τάξης, το όνειρο της Κλίντον είχε μετατραπεί σε εφιάλτη.
Το βιβλίο δεν φιλοδοξεί να αποτελέσει μια ολοκληρωμένη ακτινογραφία των δυνάμεων που συνέβαλαν στην περυσινή πολιτική ανταρσία στην Αμερική. Η ετυμηγορία είναι ακόμη νωπή, αλλά το σίγουρο είναι ότι οι Αμερικανοί θα περιμένουν και άλλο για τη γυναίκα που θα σπάσει κάποτε τη «γυάλινη οροφή».

* Ο κ. Αχιλλέας Παπαρσένος υπηρέτησε ως προϊστάμενος του Γραφείου Τύπου και Επικοινωνίας στην ελληνική πρεσβεία της Ουάσιγκτον.

Το βιβλίο των Jonathan Allen και Amie Parnes με τον τίτλο «Shattered» κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Crown.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ