ΒΙΒΛΙΟ

Μοναξιά, ευλογία και κατάρα

ΜΑΡΙΑΛΕΝΑ ΣΠΥΡΟΠΟΥΛΟΥ

Από μόνη της η λέξη «μοναξιά» παραπέμπει σε χιλιάδες σκέψεις και απευθύνεται σε πολλές επιστήμες. Στη φωτογραφία, Εντουαρντ Χόπερ: «Εκδρομή στη φιλοσοφία» (1959).

ΕΤΙΚΕΤΕΣ:

ΕΥΑΓΓΕΛΙΑ ΓΑΛΑΝΑΚΗ
«Μοναξιά – Το παράδοξο
της ανθρώπινης φύσης»
εκδ. Gutenberg, σελ. 476

Μοναξιά, μοναχικότητα, μόνωση, απομόνωση, αποξένωση, αλλοτρίωση, απόσυρση, απομάκρυνση, αποχωρισμός, απώλεια, εγκλεισμός κ.ά. είναι μόνον μερικές λέξεις της ελληνικής γλώσσας που θα μπορούσαν να νοηθούν ως συνώνυμα ή συμπληρώσεις της λέξης «μοναξιά». Από μόνη της η λέξη παραπέμπει σε χιλιάδες σκέψεις και απευθύνεται σε πολλές επιστήμες. Η αναπτυξιακή και σχολική ψυχολόγος, καθηγήτρια του ΕΚΠΑ Ευαγγελία Γαλανάκη ασχολείται με το θέμα επί σειρά ετών.

Πριν από λίγους μήνες κυκλοφόρησε η νέα έκδοση της έρευνάς της πάνω στο θέμα –είχε προηγηθεί και προηγούμενη μελέτη της– με πλουσιότερη βιβλιογραφία, πλήθος παραδειγμάτων και ανάλυση του φαινομένου της μοναξιάς από τη φιλοσοφική, κοινωνιολογική, ψυχολογική, ψυχαναλυτική, βιολογική σκοπιά, με τον τίτλο «Μοναξιά, το παράδοξο της ανθρώπινης φύσης» (την εισαγωγή υπογράφει ο καθηγητής Αναπτυξιακής Ψυχολογίας Γ. Κουγιουμτζάκης). Αρωγός αυτού του πολυσέλιδου και εξαιρετικά ενδιαφέροντος τόμου είναι οι αφηγήσεις παιδιών μέσα από ιστορίες, παραμύθια, ποιήματα, σκέψεις σε σχέση με το πώς βιώνουν ή φαντάζονται τη μοναξιά. Επίσης, σε μια τέτοια μελέτη δεν θα μπορούσε να λείπει η τέχνη, μιας και το θέμα απασχολεί ανά τους αιώνες κυρίως τους καλλιτέχνες και μετά τους επιστήμονες.

Προδιάθεση

Σύμφωνα με τη Γαλανάκη, υπάρχει σημαντική γενετική συμβολή στην προδιάθεση του ανθρώπου να νιώθει μοναξιά, όπως δείχνουν πρόσφατες έρευνες από το πεδίο της συμπεριφορικής γενετικής (κυρίως έρευνες με διδύμους). Ο δείκτης κληρονομησιμότητας για τη μοναξιά έχει βρεθεί ότι κυμαίνεται από 40% έως 55% στα παιδιά, στους εφήβους και στους ενηλίκους. Στο πεδίο της μοριακής γενετικής, έχει απομονωθεί μια περιοχή στο γονίδιο 12q23-24 που θεωρήθηκε υπεύθυνη για τις ατομικές διαφορές στη μοναξιά. Εχει επίσης εξεταστεί ο ρόλος δύο νευροδιαβιβαστών, της σεροτονίνης και της ντοπαμίνης. Αυτοί, όχι μόνοι τους, αλλά σε αλληλεπίδραση με περιβαλλοντικούς παράγοντες, κυρίως την ελλιπή υποστήριξη από τους γονείς, οδηγούν στην εμφάνιση της μοναξιάς στους εφήβους. Είναι σημαντικό το γεγονός ότι στο πεδίο της γενετικής οι έρευνες είναι ακόμα λίγες σε σχέση με τη μοναξιά, που αποτελεί έναν πολύπλοκο φαινότυπο, αλλά φαίνεται ότι έχουν αξιοσημείωτη συμβολή οι γενετικοί παράγοντες.

Τη σύνδεση της μοναξιάς με την εξελικτική πορεία του ανθρώπινου είδους υποστηρίζουν και πρόσφατα ευρήματα από το πεδίο των νευροεπιστημών, με τη μέθοδο της λειτουργικής μαγνητικής τομογραφίας. Οταν βιώνουμε απόρριψη, ενεργοποιείται η ίδια περιοχή του εγκεφάλου –η ραχιαία πρόσθια έλικα του προσαγωγίου– που ενεργοποιείται και στον σωματικό πόνο. Σε πολλές γλώσσες του κόσμου η μοναξιά εξισώνεται με τον πόνο. «Πληγώθηκα», «μου ράγισες την καρδιά» είναι συνήθεις σχετικές εκφράσεις.
Αυτό μας οδηγεί να σκεφτούμε ότι ο κοινωνικός πόνος είναι μια εμπειρία δυσφορίας που προκύπτει όταν αντιλαμβανόμαστε την ψυχική μας απόσταση από έναν άλλον άνθρωπο ή από μία ομάδα. Αλλωστε, ένας από τους πιο διαδεδομένους όρους της ψυχολογίας και της ψυχανάλυσης είναι η λέξη «τραύμα». Το ρήμα τιτρώσκω από το οποίο προέρχεται ενέχει την έννοια του αποχωρισμού, της ρήξης.

Η εξίσωση λοιπόν της μοναξιάς με τον πόνο δεν είναι μόνο μια μεταφορά. Κοινωνικός και σωματικός πόνος έχουν την ίδια εστία στον εγκέφαλο των ανώτερων θηλαστικών και του ανθρώπου.

Η ψυχανάλυση είναι η κατ’ εξοχήν επιστήμη που μίλησε για τη μοναξιά, φωτίζοντας τη σχέση του βρέφους με τη μητέρα του. Από τον Φρόιντ, που προέταξε στην πρώτη σχέση την ανακούφιση των λιβιδινικών ενορμήσεων, μέχρι την Κλάιν, τον Fairbairn, τον Bowlby, τον Winnicott κ.ά. η μοναξιά γίνεται αντικείμενο μελέτης της σχέσης.

Είτε αυτή αφορά την πρώτη σχέση με τη μητέρα είτε αργότερα με τα εσωτερικά αντικείμενα, τους εσωτερικευμένους σημαντικούς άλλους της ζωής μας. Κανείς δεν θέλει να είναι μόνος του, και κανείς δεν είναι μόνος του, θα προσέθετε η ψυχανάλυση. Ο άνθρωπος βρίσκεται σε σχέση από την πρώτη στιγμή της σύλληψης, ο εαυτός χτίζεται μέσα από την αντανάκλαση του βλέμματος της μητέρας. Οσο πιο ικανοποιητικός είναι αυτός ο δεσμός τόσο λιγότερο παντοδύναμος γίνεται ο άνθρωπος και πιο πλούσιος εσωτερικά.

Ο στόχος άλλωστε της εμβριθούς μελέτης δεν είναι να μιλήσει για τη μοναξιά μόνον ως οδυνηρή πραγματικότητα. Η πλούσια έρευνα περνά με διάφορους τρόπους και μέσα από διαφορετικές αφηγήσεις και επιστήμες από την πανανθρώπινη παραδοξότητα: να είσαι μόνος και να μην είσαι. Ο άνθρωπος μέσα σε κόσμο και μέσα στον κόσμο του βιώνει τη δική του πραγματικότητα. Ανάλογα με τη γενετική προδιάθεση, την οικογενειακή κληρονομικότητα, την ποιότητα της μητρικής σχέσης, τη διαχείριση των πρώιμων τραυμάτων, το νοητικό δυναμικό και τη συναισθηματική ευφυΐα, το υποκείμενο διαπραγματεύεται σε όλη του τη ζωή τη μοίρα του, που είναι και μοναχική. Ο δεσμός με τους ανθρώπους είναι το μόνο σταθερό περίβλημα για να μπορεί να είναι κάποιος μόνος αλλά όχι εγκαταλελειμμένος. Και φυσικά, η αντοχή στη μοναξιά αναδεικνύει και την ικανότητα της σύνδεσης με τους άλλους.

Η μοναξιά, σύμφωνα με τη Γαλανάκη, έχει τρομακτική φύση, και αυτό ενδεχομένως να κάνει τον άνθρωπο να εγείρει άμυνες. Είναι πράγματι δύσκολο να θυμηθεί κάποιος ακόμα και σε θεραπευτική διαδικασία τι ένιωθε και τι έκανε όταν βίωνε πολλή μοναξιά. Η ψυχική ωρίμανση προϋποθέτει το πένθος. Την ικανότητα να στοχάζεσαι τον μοναχικό εαυτό σου και την ίδια στιγμή να μην νιώθεις μόνος. Και αυτή η δημιουργική μοναξιά μπορεί να πονά αλλά δεν καταστρέφει. Αλλωστε, η τέχνη δεν μπορεί να παραχθεί χωρίς αυτό το βίωμα. Ακόμα και η αγάπη βιώνεται εν μέσω απουσίας. Οσο περισσότερο μοιραζόμαστε, τόσο περισσότερο είμαστε προορισμένοι να νιώθουμε συνδεδεμένοι και μόνοι. Από το μοίρασμα αντλούμε την ηδονή και τον πόνο.

Οι φοβίες

Οπως πολύ εύγλωττα και συγκινητικά περιγράφει ο Freud σε ένα περιστατικό του που συνδέει τη μοναξιά με το σκοτάδι και το άγχος: «Οι πρώτες φοβίες καταστάσεων των παιδιών είναι για το σκοτάδι και τη μοναξιά. Η πρώτη διατηρείται συχνά σε ολόκληρη τη ζωή. Κοινό στοιχείο και των δύο είναι η επιθυμία για το απόν πρόσωπο που φροντίζει το παιδί, δηλαδή τη μητέρα. Ακουσα κάποτε ένα παιδί που φοβόταν το σκοτάδι να φωνάζει στο διπλανό δωμάτιο: θεία, μίλησέ μου, φοβάμαι. Η θεία τού απάντησε: και τι θα βγει με αυτό; έτσι και αλλιώς δεν μπορείς να με δεις. Δεν πειράζει, απάντησε το παιδί. Οταν κάποιος μιλάει γίνεται φως. Η λαχτάρα, ο πόθος που νιώθει κανείς στο σκοτάδι μετασχηματίζεται σε φόβο για το σκοτάδι». Διότι τελικά αυτό που μας φοβίζει περισσότερο από κάθε τι άλλο, παραφράζοντας τον Winnicott, δεν είναι να χαθούμε, αλλά να μην μας αναζητήσει κανείς.

Τέχνη, η συμφιλίωση και αποδοχή

«Η ονειροπόληση δύο μοναχικών ψυχών
προετοιμάζει τη γλύκα της αγάπης»
Gaston Bachelard

Τα μικρά παιδιά μέσα από το παιχνίδι τους ενσαρκώνουν τη μοναξιά, μιλούν για αυτή, τη διασκεδάζουν. Το πασίγνωστο πλέον παιχνίδι του εγγονού του Φρόιντ με την κουβαρίστρα ήταν μια διαλεκτική της μοναξιάς. Η απουσία και η παρουσία είναι το διακύβευμα της ανθρώπινης ύπαρξης. Αυτά που μας λείπουν και αυτά που θα θέλαμε. Το νόημα μιας σχέσης βαθαίνει από την παρουσία, αλλά με την απουσία γίνεται κατανοητό. Πλήθος τεχνών στοχάζεται κατά κύριο λόγο πάνω στο παράδοξο φαινόμενο.

Οι ποιητές πρώτοι και καλύτεροι εμπνέονται από τη μοναξιά και την επιθυμούν για να λυτρωθούν. Ποιητές όπως ο Καβάφης, η Ζωή Καρέλλη, η Σύλβια Πλαθ, η Κατερίνα Αγγελάκη-Ρουκ, η Κική Δημουλά, η Εμιλι Ντίκινσον, και πολλοί άλλοι στοχάζονται συνολικά με το έργο τους αυτό το φαινόμενο. Ο Σαίξπηρ σε ένα σονέτο του γράφει: «... ας λείπεις ο ίδιος, πάντοτε μαζί μου είσαι...», ενώ το περίφημο τραγούδι των Beatles με τίτλο «Eleanor Rigby» δηλώνει «Ah look at all the lonely people» (κοίταξε όλους τους μοναχικούς ανθρώπους). Αλλά και τα εικαστικά αριστουργήματα εύγλωττα αποτυπώνουν το ανθρώπινο δράμα.

Η απέριττη φιγούρα του κυκλαδικού ειδωλίου, η απελπισμένη μορφή του πίνακα του Edvard Munch «Η κραυγή» ή ο πίνακας με τίτλο «Μόνη» του Konstantin Kacev που μιλά για τη μοναξιά του σύγχρονου παιδιού στον σύγχρονο κόσμο, είναι μερικά από αυτά. Ο Πλάτωνας, ο Απόστολος Παύλος, ο Ομηρος μιλούν για τη μοναξιά ο καθένας μέσα από τα έργα τους. Ο έρωτας, η λήθη, η μητρική αποστέρηση, η εγγύτητα, η αποξένωση, η θλίψη, η νοσταλγία, το ανικανοποίητο, ο κορεσμός, η φιλία, ο γάμος, η εγκυμοσύνη, η εκπαίδευση, ο στρατός, ο πόλεμος, η καριέρα, η εξουσία, ακόμα και το χιούμορ, η ονειροπόληση, η χαλάρωση, η απόλαυση, πολλώ δε μάλλον η γέννηση και ο θάνατος είναι τόποι και τρόποι του βιώματος της μοναξιάς.

Εναπόκειται στον άνθρωπο στο κατά πόσο θα συμφιλιωθεί με το αναπόφευκτο, πώς θα το βιώσει και πώς θα το μετουσιώσει. Αλλωστε, κατά καιρούς όλοι μας τρεπόμαστε σε μονισμούς –με τη μορφή ουτοπικής ενότητας με τον Αλλον– και σε δυϊσμούς και σχάσεις, αυταπάτες αλλά και νέες οδούς διαχείρισης του τραύματος. Η αποδοχή της μοναξιάς είναι μεγάλο επίτευγμα της ανθρώπινης ανάπτυξης.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ