ΕΤΙΚΕΤΕΣ:

Να περπατάς μόνος σε ένα άδειο σπίτι. Αυτή η αξέχαστη εμπειρία, σχεδόν κινηματογραφική, και με όλα τα παράσημα της φανταστικής καταπάτησης του ιδιωτικού χώρου περασμένων ζωών, συνέβη μια μέρα στην Αθήνα, σε μια παλιά, όμορφη συνοικία. Υπάρχει μια ολόκληρη αστική μυθολογία που συνοδεύει τις σκιές των κλειστών σπιτιών, που στέκουν βουβά και κενά, σε δρόμους συχνά πολυσύχναστους με θέα διαμερίσματα προσόψεως ή πίσω όψεις σε ακάλυπτους και αυλές. Ενα τέτοιο σπίτι είναι και εκείνο της οδού Ζαΐμη 23, στα όρια Μουσείου και Εξαρχείων. Βρίσκεται δίπλα στο υπουργείο Πολιτισμού και είναι πολύ κοντά στη Λεωφόρο Αλεξάνδρας. Είναι ένα αστικό σπίτι της παλιάς Αθήνας.

Οταν το πρωτοείδα πριν από λίγους μήνες δεν θα μπορούσα να φανταστώ πως μια μέρα, πολύ σύντομα, θα το εξερευνούσα και θα έμπαινα σε κάθε δωμάτιο χωρίς να με ενοχλήσει κανείς. Ηταν μία από τις αθηναϊκές μου διαδρομές σε αυτούς τους αγαπημένους δρόμους, Ζαΐμη, Δεληγιώργη, Μετσόβου, Κουντουριώτου, Σπυρίδωνος Τρικούπη... Επί της Αλεξάνδρας, είχα προσπεράσει το τόσο ευγενές κτίριο του Αυστριακού Αρχαιολογικού Ινστιτούτου, έργο Τσίλλερ, και αμέσως έστριψα στη Ζαΐμη, έναν δρόμο πολύ ιδιαίτερο, καθώς έχει μεγάλη ποικιλία κτισμάτων. Στην αρχή σε υποδέχονται στη σειρά ωραίες πολυκατοικίες του αθηναϊκού Μεσοπολέμου, σε ώχρα και καστανό αρτιφισιέλ, μία δε εξ αυτών, ήταν, παραδόξως γαλάζια. Μέσα στη ζέστη του μεσημεριού, οι όγκοι των κτιρίων άχνιζαν και το βλέμμα σάρωνε τις προσόψεις όταν σταμάτησε στον αριθμό 23.

Το διώροφο που αντίκριζα ήταν όμορφο μέσα στη φαινομενική εγκατάλειψη και από την επιγραφή στο μπαλκόνι πρόσεξα ότι ήταν προς πώληση. Το περιεργάστηκα λίγο ακόμη. Είχε δύο εξώθυρες γεγονός που μαρτυρούσε ότι είχε χτιστεί ως διπλοκατοικία, και όταν πλησίασα και σήκωσα το βλέμμα κάτω από το μπαλκόνι με τα τέσσερα μαρμάρινα φουρούσια είδα τους τρεις διακοσμητικούς ρόδακες. Ο κάτω όροφος ήταν καλυμμένος από γκράφιτι που έγλειφαν οριακά το μπαλκόνι και οι πόρτες ήταν κλειδαμπαρωμένες. Λίγες μέρες μετά παρακολούθησα το περίπλοκο ξεσφράγισμά τους για να μπορέσουμε να μπούμε.

Μέρες με απασχολούσε η εικόνα αυτού του σπιτιού και όταν επικοινώνησα με το τηλέφωνο του γραφείου που εκπροσωπούσε τους ιδιοκτήτες όλα εξελίχθηκαν απλούστερα από όσο μπορούσα να φανταστώ. Οταν επέστρεψα ύστερα από λίγες ημέρες είχα την αδημονία που γεννούσε η περιέργεια. Από τα στοιχεία που είχαν προκύψει ήξερα πλέον ότι αυτό το έως χθες ανώνυμο σπίτι της Αθήνας είχε χτιστεί το 1911. Ηταν δηλαδή ένα κτίριο 106 ετών, γεροχτισμένο και μετά τις τελευταίες παρεμβάσεις (2010) στην οροφή του προστατευμένο από περαιτέρω παρακμή. Η ιστορία του ξεκινάει το 1905 όταν το οικόπεδο (προφανώς χέρσο) αγοράστηκε από τον μηχανικό Γεώργιο Καρυωτάκη. Ο ίδιος εκδίδει άδεια οικοδομής τον Ιανουάριο του 1911 και τον Σεπτέμβριο του ίδιου έτους το είχε ήδη πουλήσει στον παππού του σημερινού ιδιοκτήτη. Ο νέος ιδιοκτήτης ήταν Αιγυπτιώτης, με εργοστάσιο βάμβακος, που, το πιθανότερο ήταν ότι την εποχή εκείνη θα αναζητούσε την ευκαιρία να κάνει τη σωστή επένδυση στην Αθήνα. Η περιοχή γύρω από το Μουσείο και ώς πέρα στην πλατεία Αιγύπτου ήταν περιζήτητη και σταδιακά γέμιζε από εκλεκτές και πλήρως εκσυγχρονισμένες κατοικίες. Οταν χτιζόταν αυτό το σπίτι της Ζαΐμη πολλά παρόμοια είχαν ήδη χτιστεί ή θα χτίζονταν και κάτω στην Πατησίων υπήρχε ήδη το Μέγαρο Λιβιεράτου (νυν Υπατία) και το νυν κτίριο της ΓΣΕΕ. Οπως έμαθα αργότερα, η οικογένεια του Αιγυπτιώτη βιομήχανου έζησε στο σπίτι της Ζαΐμη ώς το 1968 και έκτοτε και έως το 1999, το σπίτι νοικιαζόταν για διάφορες χρήσεις: Σχολή χορού και Σχολή προετοιμασίας για την Καλών Τεχνών και το Πολυτεχνείο. Μου έμεινε η απορία για την μπρούντζινη μικρή ταμπέλα που είδα σε μία λευκή πόρτα μέσα στο σπίτι: «Βιβλιοθήκη - Αναγνωστήριο».

Οταν βρέθηκα στο σπίτι, αρχικά στο ένα διαμέρισμα και αργότερα στο άλλο (καθώς όπως αναφέρθηκε το σπίτι είναι διπλοκατοικία), απόλαυσα τη σιωπή του. Ευχόμουν, φυσικά, να βρεθεί γρήγορα αγοραστής και το σπίτι να επιστρέψει στη ζωή αλλά αυτή η εφήμερη κατάσταση την οποία βίωνα ήταν σχεδόν ευεργετική. Το βλέμμα μου είχε γίνει κινηματογραφικός φακός: τα κουφωτά γαλλικά παντζούρια άφηναν γλυκά το φως να διαχυθεί και να σχηματίσει σκιές, τα λευκά πορτοπαράθυρα με τα σανιδένια πατώματα, μου θύμισαν περιέργως πίνακες ζωγραφικής Δανών ζωγράφων του 19ου αιώνα. Υπήρχε λουτρό, το γράφει και το συμβόλαιο του 1911 και στο «μαγειρείο» υπάρχει η πιατοθήκη. Οι πρώην κρεβατοκάμαρες έβλεπαν στην αυλή ή στο πλάι και μέσα από τα παράθυρα έβλεπα γλάστρες και στριφογυριστές σκάλες αλλά και τα γραφεία του υπουργείου Πολιτισμού. Εύκολα φανταζόταν κανείς τα έπιπλα όταν το σπίτι είχε οικογένεια να το φροντίζει, τα στρωμένα κρεβάτια και τα γεμάτα τραπέζια με φαγητό. Είχα τη γεύση της παλιάς, αστικής Αθήνας. Αυτή η αίσθηση με είχε κατακλύσει.

Η σκάλα ήταν, όπως στα περισσότερα αστικά σπίτια της εποχής, κομψοτέχνημα. Καθώς την ανέβαινες έβλεπες τα μεσοπατώματα, τις αποθηκούλες, το μεγάλο πλάτωμα για το κυρίως σπίτι. Στο ταβάνι, οι γύψινες ροζέτες περίμεναν καινούργιους πολυέλαιους. «Υπάρχουν και υπόγεια», μου είπαν. Και βγήκα και στην αυλή όπου η γαλήνη του απομεσήμερου είχε κατεβάσει όλους τους ήχους. Μια βρωμοκαρυδιά και ένα ψηλό κυπαρίσσι σχημάτιζαν σκιές στο χώμα και οι πήλινες υδρορροές ήταν αναρριχώμενο γλυπτό στον σοβά.

Διατηρητέο από το 1992

Εως τις δεκαετίες του ’80 και του ’90 πολλά από τα σπίτια στις αθηναϊκές συνοικίες, χτισμένα ώς τον Μεσοπόλεμο, είχαν ελλιπή προστασία. Καθώς το ενδιαφέρον για την παλιά αρχιτεκτονική της Αθήνας άρχισε να διαδίδεται μετά το 1974, πολλά κτίρια είχαν ήδη χαθεί ή εξακολουθούσαν να χάνονται σε μία νύχτα. Το σπίτι της Ζαΐμη 23 χαρακτηρίστηκε διατηρητέο (ως προς την όψη μόνο) το 1992 από το τότε ΥΠΕΧΩΔΕ σε μια μαζική κήρυξη 49 παλιών σπιτιών της περιοχής του Μουσείου και των Εξαρχείων.

Ενα σπίτι αυτής της τάξεως μπορεί να πωληθεί (αναλόγως της ωφέλιμης επιφανείας του) για 200.000 ευρώ, πάνω-κάτω, αλλά απαιτούνται περισσότερα από 300.000 για την αποκατάσταση. Το πλεονέκτημα των διπλοκατοικιών είναι ότι ο επενδυτής μπορεί να κρατήσει το ένα διαμέρισμα και να αξιοποιήσει το δεύτερο ή φυσικά και τα δύο. Η περιοχή του Μουσείου έχει καλές κατασκευές και θα μπορούσε να προσελκύσει νέους κατοίκους αν υπήρχε σοβαρή ένδειξη για βελτίωση της ποιότητας ζωής. Το Πεδίον του Αρεως, το Πολυτεχνείο και τα Εξάρχεια επιδρούν ανασταλτικά.

Ωστόσο, το κτιριακό απόθεμα υπάρχει. Τα κενά διαμερίσματα θα μπορούσαν να ανακαινιστούν και τα διατηρητέα να λάμψουν. Πολλά μεσοπολεμικά κτίσματα δείχνουν την ακμή εκείνης της περιόδου. Αλλά το μεγάλο ζήτημα στην Αθήνα είναι διπλό. Αφενός η ποιότητα ζωής και η ασφάλεια και αφετέρου η αναβάθμιση του κτιριακού δυναμικού. Υπάρχουν λύσεις για την αναμόρφωση των πολυκατοικιών και τη βελτίωση του μικροκλίματος. Η ζήτηση περιορίζεται σε μεμονωμένα διαμερίσματα και όχι σε σύνολα. Το σπίτι της Ζαΐμη μας βοηθάει να φανταστούμε τις δυνατότητες.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ

ΑΡΧΕΙΟ

 

 

 Πτυχές 
 

Δείτε τις διαδρομές του Ν. Βατόπουλου στο διαδραστικό χάρτη