ΕΛΛΑΔΑ

Κατεβάζει τον πήχυ της ανάπτυξης η ΤτΕ για το 2017 σε 1,6% από 2,5%

ΕΤΙΚΕΤΕΣ:

Την ανάγκη άμεσης αλλαγής του μείγματος δημοσιονομικής πολιτικής, ώστε να καταστεί περισσότερο φιλική προς την ανάπτυξη, υπογραμμίζει η Τράπεζα της Ελλάδος στην ετήσια έκθεση που δόθηκε χθες στη δημοσιότητα. Παράλληλα, η ΤτΕ προχώρησε στην υποβάθμιση της πρόβλεψης για την ανάπτυξη της εγχώριας οικονομίας για το 2017, στο 1,6% από 2,5%, αποδίδοντας την υποχώρηση της αναπτυξιακής δυναμικής «στη μεγάλη καθυστέρηση, στην ολοκλήρωση της δεύτερης αξιολόγησης και στη συνακόλουθη έξαρση της αβεβαιότητας, η οποία προκάλεσε σημαντική μείωση των επενδύσεων. Αυτό, σε συνδυασμό με τη μεγάλη αύξηση της φορολογικής επιβάρυνσης, αποδυνάμωσε την αρχική πρόβλεψη».

Παρά την επιδείνωση των προβλέψεων για το 2017, οι μεσοπρόθεσμες προοπτικές για την ανάπτυξη παραμένουν ευοίωνες, εφόσον όμως συνεχιστεί απρόσκοπτα η εφαρμογή των μεταρρυθμίσεων, σημειώνει η ΤτΕ. Σε ό,τι αφορά την ολοκλήρωση της αξιολόγησης επιβεβαιώνει την πρόοδο, ενώ σημειώνεται ότι αν εφαρμοστεί χωρίς περαιτέρω καθυστερήσεις και με ισχυρή βούληση, το νέο μεσοπρόθεσμο πρόγραμμα δημοσιονομικής στρατηγικής θα συμβάλει στη βελτίωση των αναπτυξιακών δυνατοτήτων, στην ενίσχυση της εμπιστοσύνης και στην τόνωση της επενδυτικής δραστηριότητας.

Η ΤτΕ υπογραμμίζει ότι έχει σημειωθεί μεγάλη πρόοδος σε πολλούς τομείς της οικονομίας, ωστόσο η μεγάλη και παρατεταμένη ύφεση των τελευταίων ετών και η μείωση των επενδύσεων έχουν κληροδοτήσει στην ελληνική οικονομία τρία μείζονα προβλήματα: α) την υψηλή ανεργία, β) τον μεγάλο όγκο των μη εξυπηρετούμενων δανείων και γ) το υψηλό δημόσιο χρέος ως ποσοστό του ΑΕΠ. Η αντιμετώπιση των προβλημάτων αυτών θα πρέπει να είναι τώρα άμεση προτεραιότητα της οικονομικής πολιτικής για να επανέλθει η οικονομία σε διατηρήσιμη τροχιά ανάπτυξης. Η μόνη απάντηση στο πρόβλημα της ανεργίας, τονίζεται στην έκθεση, είναι η ανάπτυξη. Για να αλλάξει η ελληνική οικονομία και να προσανατολιστεί σε ένα νέο εξωστρεφές πρότυπο ανάπτυξης που θα δημιουργεί νέες βιώσιμες θέσεις εργασίας, είναι αναγκαία μία σταθερή και συνεπής αναπτυξιακή πολιτική με τα εξής κύρια στοιχεία:

• Αμεση εφαρμογή ενός μείγματος δημοσιονομικής πολιτικής που θα είναι περισσότερο φιλικό προς την ανάπτυξη. Η αυξημένη έμφαση στη φορολογία μέσω υψηλών φορολογικών συντελεστών πρέπει να μετριαστεί υπέρ πολιτικών οι οποίες επικεντρώνονται στη συγκράτηση και αναδιάρθρωση των μη παραγωγικών δαπανών και στη βελτίωση της εισπραξιμότητας των φόρων και των εισφορών.

• Επιτάχυνση των ιδιωτικοποιήσεων που έχουν ήδη αποφασιστεί και καθυστερούν, καθώς και επέκταση των ιδιωτικοποιήσεων με χρήση του θεσμού των συμπράξεων δημόσιου - ιδιωτικού τομέα.

• Ταχεία αξιοποίηση της μεγάλης αργούσας περιουσίας του Δημοσίου, ιδιαίτερα της ακίνητης, μέσω της κατάλληλης νομοθεσίας για τις χρήσεις γης.

• Δραστικός περιορισμός των μεγάλων καθυστερήσεων στην απονομή της δικαιοσύνης και των γραφειοκρατικών δυσκαμψιών στη λειτουργία της δημόσιας διοίκησης, οι οποίες συνιστούν τα μεγαλύτερα προσκόμματα για την προσέλκυση ξένων επενδύσεων.

• Μεταρρυθμίσεις στις αγορές ενέργειας, προϊόντων και υπηρεσιών, και άνοιγμα των επαγγελμάτων που παραμένουν κλειστά, με άμεσο στόχο τη βελτίωση της παραγωγικότητας. Ειδικότερα για την απασχόληση, απαιτούνται πολιτικές και μεταρρυθμίσεις που θα διευκολύνουν τη διάχυση της τεχνολογίας και θα ενθαρρύνουν τη νέα επιχειρηματικότητα. Προς τον σκοπό αυτό, απαιτείται η ενθάρρυνση και παροχή κινήτρων για συνεργασία του ιδιωτικού τομέα με πανεπιστήμια και ερευνητικά ιδρύματα.

Κίνδυνος νέου μνημονίου χωρίς ρύθμιση χρέους

Για τον κίνδυνο ανάγκης νέας χρηματοδοτικής ενίσχυσης της χώρας μας αν δεν αντιμετωπιστεί το ζήτημα του χρέους, προειδοποιεί η ΤτΕ. Στο Eurogroup της 15ης Ιουνίου, σημειώνεται στην έκθεση, αναγνωρίστηκε ότι η Ελλάδα έχει ανταποκριθεί στις υποχρεώσεις της συμφωνίας και δόθηκε μια πιο σαφής κατεύθυνση για την αναδιάρθρωση του χρέους μετά το τέλος του προγράμματος. Ωστόσο, τονίζεται ότι θα πρέπει να συγκεκριμενοποιηθεί η δέσμευση των εταίρων για τη διατύπωση μεσοπρόθεσμων μέτρων που θα διασφαλίζουν τη μεσομακροπρόθεσμη βιωσιμότητα του δημόσιου χρέους και τα οποία θα τεθούν σε ισχύ με τη λήξη του τρέχοντος προγράμματος. Κάτι τέτοιο θα βελτιώσει το οικονομικό κλίμα και θα διευκολύνει την έξοδο στις αγορές το καλοκαίρι του 2018, ή και νωρίτερα. Η παράταση της εκκρεμότητας εγκυμονεί σοβαρούς κινδύνους και προοιωνίζεται την ανάγκη νέας χρηματοδοτικής συνδρομής μετά το 2018, κάτι που απεύχονται τόσο η Ελλάδα όσο και οι εταίροι.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ