Μιχάλης Τσιντσίνης ΜΙΧΑΛΗΣ ΤΣΙΝΤΣΙΝΗΣ

Πρόσωπα της Εβδομάδας

ΠΟΛΙΤΙΚΗ

ΕΤΙΚΕΤΕΣ: ΜΑΣΚΕΣ

Σταύρος Τσακυράκης
Στην επικράτεια των ατσουγκράνιστων

Μ​​πορεί να είσαι κατά των διώξεων που υπέστη ο πρώην διοικητής της ΕΛΣΤΑΤ· και, ταυτόχρονα, να είσαι και κατά της απαίτησης των δανειστών να καταβληθούν στον διωχθέντα τα δικαστικά έξοδα. Μπορεί να είσαι σφοδρός επικριτής του Τσίπρα· και ταυτόχρονα να εκφράζεις τον αποτροπιασμό σου για τους «ατσουγκράνιστους» πολίτες που τον γιουχάισαν στην κηδεία του Μητσοτάκη. Μπορεί ο ίδιος να διώκεσαι για δυσφήμηση μετά από μήνυση της προέδρου του Αρείου Πάγου· και, αφού παυθεί η δίωξή σου, να εκφράζεις τη λύπη σου που έχασες την ευκαιρία να υπερασπιστείς τον εαυτό σου σε μια «διασκεδαστική δίκη». Αυτές οι απόψεις θα έμοιαζαν αντιφατικές μόνο σε όποιον σκέφτεται όπως του επιβάλλει η πολιτική του στράτευση. Ο Σταύρος Τσακυράκης, όμως, στον οποίο ανήκει και η πατρότητά τους, εκφράζεται με πολιτική αχρωματοψία που όχι σπάνια εκνευρίζει ακόμη κι εκείνους που συμφωνούν πολιτικά μαζί του.

Η υπεράσπιση του Τσακυράκη εκδηλώθηκε τις τελευταίες ημέρες σε τέτοιους τόνους, σαν να την είχε όντως ανάγκη. Σαν να μπορούσε όντως να σπιλώσει τον καθηγητή ο ισχυρισμός του κυβερνητικού εκπροσώπου ότι επιχείρησε «ψευδοερμηνεία» του Συντάγματος, επειδή έγραψε στο Facebook ότι ο υπουργός Αμυνας, τηλεφωνώντας σε ισοβίτη, παραβίασε την αρχή της διάκρισης των εξουσιών. Η αλήθεια είναι ότι ο Τσακυράκης έφτασε μέχρι εδώ έχοντας επιβιώσει από πολύ πιο δεινές διώξεις. Η περίπτωσή του είναι ξεχωριστή όχι μόνο επειδή, ως αντιστασιακός, έφερε βιωματικά το ιστορικό φορτίο του μαθήματός του – είχε «διδαχθεί» τις συνταγματικές ελευθερίες στα κρατητήρια του ΕΑΤ-ΕΣΑ, προτού κληθεί να τις διδάξει στο αμφιθέατρο. Ούτε μόνον επειδή δεν πούλησε ποτέ τον εαυτό του ως «γενιά του Πολυτεχνείου». Η περίπτωσή του είναι ξεχωριστή και για τον τρόπο που επέλεξε τα τελευταία χρόνια, όταν πια η κρίση είχε αρχίσει να δηλητηριάζει τη δημόσια ζωή και τους θεσμούς, να αρθρώνει δημόσιο λόγο.

Τι πρέπει να κάνει ένας διανοούμενος για να μην κινδυνεύει από το στερεοτυπικό ανάθεμα περί απάθειας; Πρέπει να αρθρογραφεί. Να μιλάει όχι μόνο σε επιστημονικές, αλλά και σε πολιτικές εκδηλώσεις. Να εμφανίζεται στα ΜΜΕ και στις παρουσιάσεις βιβλίων. Ο Τσακυράκης τα κάνει όλα αυτά – έφτασε μέχρι να πολιτευτεί με το Ποτάμι στις ευρωεκλογές του 2014. Αλλά κάνει και κάτι ακόμη, ασυνήθιστο για τη συνομοταξία του: Γράφει στο Facebook. Γράφει όχι στη γλώσσα του Μέσου, αλλά στη δική του γλώσσα, που είναι ζυγισμένη, αλλά ποτέ ακαδημαϊκή. Γράφει σχεδόν καθημερινά για το αντικείμενό του, τους θεσμούς, αλλά και για την τρέχουσα πολιτική. Αυτή η δραστηριότητα σε ένα πεδίο της δημόσιας σφαίρας που έχουμε μάθει να το θεωρούμε επικράτεια της ευτέλειας και του θυμού ακούγεται σαν κάτι λίγο. Ακούγεται έτσι, αλλά δεν είναι. Ο καθηγητής εκθέτει τις απόψεις του –και εκτίθεται– εκεί που ξέρει ότι δεν θα συναντήσει μόνο τους ήδη προσηλυτισμένους. Εκεί που οι περισσότεροι συνάδελφοί του φοβούνται να πατήσουν, μην τυχόν και σκίσουν καμιά τήβεννο.

Τζίμης Πανούσης
Σάτιρα της κρίσης ή κρίση της σάτιρας;

Ι​​σως θα μπορούσε κάποτε να γραφτεί –ίσως και να ’χει ήδη γραφτεί– μια διατριβή που να εξηγεί την αναλογία της ποιότητας μιας δημοκρατίας με την ποιότητα της σάτιρας που αναπτύσσεται εντός της.

Αν ποτέ γραφόταν μια τέτοια μελέτη για τη φιλάσθενη ελληνική δημοκρατία, θα μπορούσε να ξεκινά από το τέλος: από τη σάτιρα της κρίσης που, παρεμπιπτόντως, εξελίχθηκε και σε κρίση της σάτιρας. Εξελίχθηκε σε οικειοθελή αφυδάτωση εκείνων των εκφραστικών μέσων που θα επέτρεπαν την κωμική αποδόμηση της εθνικής περιπέτειας.

Πώς έγινε αυτό; Με την εξαίρεση τριών - τεσσάρων γελοιογράφων, όλοι οι υπόλοιποι τεχνίτες του γέλιου εκποίησαν τα εργαλεία της τέχνης τους. Εγιναν παρανάλωμα της πολιτικής όξυνσης, εγκαταλείποντας το χιούμορ υπέρ της καταγγελίας και του διδακτισμού.

Περισσότερο αισθητή έγινε αυτή η διολίσθηση στους σατιρικούς εκείνους που, προ κρίσης, καυτηρίαζαν τον Ελληνα μικροαστό, «ξεφοδράροντας» τις προκαταλήψεις και τις φοβίες του. Από ανατόμοι του κάθε «Μήτσου», οι κωμικοί αυτοί έγιναν ποιμένες του – ηχεία της αγανάκτησής του και τοκιστές των πιο ρατσιστικών και συντηρητικών του ενστίκτων.

Ετσι κι ο Τζιμάκος. Ο περφόρμερ που αντιλαμβανόταν τον εαυτό του ως αρχιερέα της ιεροσυλίας έφτασε να αναμηρυκάζει το συνωμοσιολογικό χόρτο περί των Ελλήνων που έχουν γίνει «οι Εβραίοι της νέας εποχής» «από τους νεοναζί του Σόιμπλε». Ο αντισυμβατικός προβοκάτορας κάνει τώρα τον αναλυτή και, μεταξύ άλλων, εξηγεί «πώς ο Γιώργος Παπανδρέου έβαλε ΦΠΑ στην οικοδομή και τη διέλυσε». Θα γελούσαν και τα μπετά, αν δεν τα είχε συνθλίψει ο ΦΠΑ του ΓΑΠ. Ομως τίποτε απ’ όλα αυτά δεν λέγεται πια στ’ αστεία.

Αν θέλει κανείς να είναι δίκαιος, πρέπει να αναγνωρίσει ότι ο Τζίμης Πανούσης δεν άλλαξε τόσο με την κρίση. Από παλιά στο ρεπερτόριό του αυτό που παρουσιαζόταν ως ανορθόδοξο ήταν συνήθως μόνο γκροτέσκο· κι αυτό που προοριζόταν ως καυστικό ήταν σκέτο σιχτίρι. Αν κάτι αποδεικνύει η πανούσεια μανιέρα δεν είναι –το προφανές– ότι η σάτιρα απαιτεί συχνά να θυσιάσεις την πολιτική ορθότητα· αποδεικνύει ότι δεν αρκεί να καταπατήσεις την πολιτική ορθότητα για να κάνεις πετυχημένη σάτιρα. Ισχύει και αντιστρόφως: αρκεί να αρχίσεις να ζωγραφίζεις σβάστικες και χιτλερικά μουστάκια, για να καθηλώσεις τη «σάτιρά» σου σε προπαγανδιστική φόρμα.

Σε αυτόν τον φορμαλισμό, τουλάχιστον, προηγήθηκε ο Πανούσης. Προτού οι ομότεχνοί του μπερδέψουν το σκώμμα με το σύνθημα και τον σαρκασμό με τον φρονηματισμό, ο Τζιμάκος είχε προλάβει να εξελιχθεί σε εκείνο που κορόιδευε. Φτύνοντας και από ευκολία ξαναφτύνοντας τους έντεχνους, κατέληξε κι ο ίδιος ατέχνως στην κοίτη του μέινστριμ. Εγινε από νωρίς ένας Νταλάρας της αντικομφορμιστικής κοινοτοπίας.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ