ΠΟΛΙΤΙΚΗ

Παρά την κρίση, οι δημόσιες δαπάνες παραμένουν υψηλές

ΕΙΡΗΝΗ ΧΡΥΣΟΛΩΡΑ

ΕΤΙΚΕΤΕΣ:

Ενας δημόσιος τομέας που αντιστέκεται στην κρίση, διατηρώντας δαπάνες πάνω από τον μέσο όρο της Ευρωζώνης, ως ποσοστό του ΑΕΠ, είναι αυτός τον οποίο συντηρούν οι υπερφόροι των τελευταίων ετών.

Οι περικοπές που έγιναν τα προηγούμενα χρόνια σε μισθούς δημοσίων υπαλλήλων και συντάξεις οδήγησαν μεν σε μείωση του απόλυτου μεγέθους των δαπανών, αλλά ως ποσοστό του ΑΕΠ αυτές παραμένουν πάνω από τον μέσο όρο της Ευρωζώνης. Το 2016 αντιπροσώπευαν το 50,3% του ΑΕΠ, έναντι 48% του ΑΕΠ στην Ευρωζώνη.

Η μεγάλη ζημιά στις δαπάνες έγινε κυρίως την περίοδο 2006 - 2009, όταν αυξήθηκαν κατά 30 δισ. ευρώ. Εκτοτε, με την είσοδο στα μνημόνια, οι δαπάνες μειώνονται μεν σε απόλυτο μέγεθος, αλλά με πιο αργό ρυθμό σε σχέση με το ΑΕΠ. Με άλλα λόγια, ο ιδιωτικός τομέας πλήρωσε το τίμημα της κρίσης ακριβότερα από το Δημόσιο.

Οι αναλυτές συμφωνούν ότι τα φορολογικά έσοδα έπρεπε να αυξηθούν. Οχι όμως με τον τρόπο που αυξήθηκαν και όχι για να καλύπτουν τόσο χαμηλού επιπέδου παροχές.

Σύμφωνα με τον κ. Τάσο Αναστασάτο, αναπληρωτή επικεφαλής οικονομολόγο της Eurobank, η αύξηση των φορολογικών εσόδων «δεν έγινε με τον δραστικό περιορισμό της φοροδιαφυγής, αλλά με την εξοντωτική φορολόγηση των συνεπών φορολογουμένων».

Ως προς τις δαπάνες, σημειώνει ότι «δεν τίθεται μόνο ζήτημα ύψους τους, αλλά και αποτελεσματικότητάς τους. Με απλά λόγια, οι συνεπείς φορολογούμενοι πληρώνουν φόρους επιπέδου Δυτικής Ευρώπης αλλά τα χρήματά τους μεταφράζονται σε πολύ μέτριας ποιότητας δημόσιες υπηρεσίες και μια δημόσια διοίκηση που αδυνατεί να διεκπεραιώσει στοιχειώδη καθήκοντα υποστήριξης της οικονομικής δραστηριότητας. Επιπλέον, ενώ αντιπαραγωγικά τμήματα των δημοσίων δαπανών δεν περικόπτονται, οι δημόσιες επενδύσεις, που είναι το τμήμα των δημοσίων δαπανών με τη μεγαλύτερη πολλαπλασιαστική επίδραση στο ΑΕΠ, παρέμειναν το 2016 στα 6,3 δισ., έναντι 9,6 δισ. ευρώ το 2009».

Εκτιμήσεις

Ο κ. Νίκος Βέττας, γενικός διευθυντής του ΙΟΒΕ και καθηγητής στο Οικονομικό Πανεπιστήμιο Αθηνών, υποστηρίζει: «Τα χρόνια της κρίσης τα συνολικά φορολογικά έσοδα αυξήθηκαν προσεγγίζοντας τους ευρωπαϊκούς μέσους όρους, συμβάλλοντας στη δημοσιονομική εξισορρόπηση, μια απαραίτητη εξέλιξη. Ομως λόγω της πίεσης για άμεση απόδοση όπως και λόγω κακού σχεδιασμού, το μείγμα των συντελεστών που υπάρχει σήμερα δημιουργεί αντικίνητρα για ανάπτυξη».

Οπως ο ίδιος εκτιμά, «τα περιθώρια για μείωση των δημόσιων δαπανών ως σύνολο είναι πλέον μικρά, και έτσι προτεραιότητα πρέπει να δοθεί στον εξορθολογισμό της σύνθεσης των δύο πλευρών της δημοσιονομικής εξίσωσης». Τι σημαίνει αυτό πρακτικά; «Καλύτερη στόχευση δαπανών, από τη μια για προστασία των αδύναμων νοικοκυριών και από την άλλη για μείωση της γραφειοκρατίας, εκσυγχρονισμό της διοίκησης και ανάπτυξη. Μείωση των συντελεστών που δημιουργούν αντικίνητρα για εργασία και επιχειρηματικότητα και διεύρυνση της φορολογικής βάσης», καταλήγει.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ