ΠΟΛΙΤΙΚΗ

Η τρόικα θα θέσει θέμα συμβασιούχων

ΚΩΣΤΗΣ Π. ΠΑΠΑΔΙΟΧΟΣ

ΕΤΙΚΕΤΕΣ:

Η έστω μερική ανάταξη του πολιτικού κλίματος στον απόηχο της συμφωνίας με τους εταίρους, αλλά και της πρώτης μεγάλης κρίσης της θητείας του σε επίπεδο «καθημερινότητας» με την πολυήμερη απεργία στους ΟΤΑ, αποτελεί προτεραιότητα για τον πρωθυπουργό κ. Αλ. Τσίπρα, που αντιπαρατίθεται με τον πρόεδρο της Ν.Δ. κ. Κυρ. Μητσοτάκη στην προ ημερησίας διατάξεως συζήτηση στη Βουλή από ιδιαίτερα δυσμενή θέση.

Ο κ. Τσίπρας πρέπει να επιλύσει την ανωτέρω δύσκολη άσκηση σε ένα ιδιαίτερα επιβαρυμένο περιβάλλον, καθώς η τελευταία δημοσκόπηση του Πανεπιστημίου Μακεδονίας για λογαριασμό του ΣΚΑΪ δείχνει ότι ο ΣΥΡΙΖΑ υποχωρεί στο 15% πρώτη φορά, ενώ η διαφορά με τη Ν.Δ. εκτοξεύεται στις 18,5 ποσοστιαίες μονάδες. Μάλιστα, πέραν της προβλεπόμενης τόνωσης της οικονομίας από τον τουρισμό, τους επόμενους μήνες το Μέγαρο Μαξίμου δεν έχει ουσιαστικά να αναμένει άλλες θετικές ειδήσεις. Αντιθέτως, καλείται να διαχειριστεί «κινδύνους» που μπορεί να εκτροχιάσουν πλήρως την κυβέρνηση:

Πρώτον, η τρίτη αξιολόγηση, που εκκινεί τον Σεπτέμβριο, μπορεί να εξελιχθεί σε ωρολογιακή βόμβα για τον πρωθυπουργό, καθώς περιλαμβάνει το ζήτημα του Δημοσίου. Κατ’ ορισμένες πηγές το ΔΝΤ προσανατολίζεται να επιβάλει τον περιορισμό του δημόσιου τομέα ως διαρθρωτικό μέτρο, εστιάζοντας στους υπεράριθμους συμβασιούχους. Εάν η κυβέρνηση υποχρεωθεί να τερματίσει ή να μην ανανεώσει συμβάσεις θα απολέσει τον σκληρό πυρήνα της εκλογικής της πελατείας, που αποτελούν οι δημόσιοι υπάλληλοι. Επίσης, θα καταρριφθεί ένα από τα βασικά της επιχειρήματα στην πολιτική αντιπαράθεση, ότι δηλαδή εκείνη «προστατεύει» τους εργαζομένους στο Δημόσιο, σε αντίθεση με τον κ. Μητσοτάκη και τη Ν.Δ. που, εάν επικρατήσουν στις προσεχείς εκλογές, θα το παραδώσουν στον ιδιωτικό τομέα.

Οι συμβασιούχοι

Πάντως, αρμόδια κυβερνητικά στελέχη υποστηρίζουν πως στο πλαίσιο της τρίτης αξιολόγησης δεν πρόκειται να εγερθεί ζήτημα με τους συμβασιούχους, καθώς έχει ήδη συμφωνηθεί με τους εκπροσώπους της τρόικας ο μέσος όρος τους το 2017 και το 2018 να μην υπερβεί τον μέσο όρο του 2016. Η κυβέρνηση αναφέρει πως ο συγκεκριμένος κανόνας τηρείται. Ομως πρέπει να επισημανθεί πως από το υπουργείο Διοικητικής Μεταρρύθμισης οι εκπρόσωποι των δανειστών έχουν ήδη ζητήσει αναλυτικά στοιχεία, ανά μήνα, με τις ανανεώσεις συμβάσεων και προσλήψεις, που δεν αποκλείεται να κρύβουν δυσάρεστες εκπλήξεις.

Δεύτερον, «αγκάθι» για το Μέγαρο Μαξίμου αποτελεί το γεγονός πως δεν υπάρχουν ενδείξεις ότι το Βερολίνο προτίθεται να λειτουργήσει υποστηρικτικά προς την κυβέρνηση μετά τις γερμανικές εκλογές. Αντιθέτως, εκφράζονται φόβοι πως η στάση της γερμανικής κυβέρνησης μπορεί να σκληρύνει, καθώς όχι μόνον δεν επιβεβαιώθηκαν οι προσδοκίες για ανάληψη της εξουσίας από τους Σοσιαλδημοκράτες υπό τον κ. Σουλτς, αλλά το πιθανότερο είναι η Γερμανίδα καγκελάριος Αγκελα Μέρκελ να συμμαχήσει με τους Ελεύθερους Δημοκράτες (FDP) που έχουν στο «στόχαστρο» την Ελλάδα.

Τρίτον, ο κ. Τσίπρας, μετά την κατάρρευση του αφηγήματος περί ένταξης στο πρόγραμμα ποσοτικής χαλάρωσης της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας και της άμεσης εξόδου στις αγορές, έχει αναπροσαρμόσει τη ρητορική του: Πλέον, έμφαση δίδεται στην έξοδο στις αγορές εντός του 2017, αλλά και στην οριστική έξοδο από το μνημόνιο στο τέλος του τρέχοντος προγράμματος, τον Αύγουστο του 2018.

Αβεβαιότητα

Ομως η επιβεβαίωση των προσδοκιών του Μεγάρου Μαξίμου αποτελεί ζητούμενο. Στελέχη της αντιπολίτευσης εκτιμούν πως η χώρα θα είναι δύσκολο να βγει δοκιμαστικά στις αγορές πριν τους πρώτους μήνες του 2018, με επιτόκια της περιόδου Σαμαρά. Επίσης, δεν είναι καθόλου βέβαιο εάν οι εταίροι θα επιλέξουν τη συγκεκριμενοποίηση των μεσοπρόθεσμων μέτρων για το χρέος αμέσως μετά τις γερμανικές εκλογές και δεν θα επιλέξουν ένα τέταρτο μνημόνιο.

Πέμπτον, οι ίδιες πηγές δεν αποκλείουν το φθινόπωρο στο τραπέζι από τους εκπροσώπους των δανειστών να μπει ζήτημα πρόσθετων εισπρακτικών μέτρων. Οπως αναφέρεται, όλοι οι υπολογισμοί έχουν γίνει με την εκτίμηση ότι το 2017 η ελληνική οικονομία θα επιτύγχανε ρυθμούς ανάπτυξης άνω του 2,5%. Ομως πλέον η συζήτηση στο πλαίσιο της τρίτης αξιολόγησης θα διεξαχθεί σε εντελώς διαφορετική βάση, καθώς το πιθανότερο είναι η αύξηση του ΑΕΠ να κινηθεί κάτω από το 1,5%.

Με βάση τα ανωτέρω δεδομένα, ο κ. Τσίπρας είναι σαφές πως θα επιδιώξει να οικοδομήσει ένα σκηνικό πόλωσης και σκανδαλολογίας, αρχής γενομένης από την αυριανή συζήτηση στη Βουλή, με στόχο να συσπειρώσει τον στενό πυρήνα της εκλογικής του πελατείας. Ομως η συγκεκριμένη επιλογή είναι προφανές πως έχει περιορισμένα αποτελέσματα. Πόσο μάλλον, που ο πρωθυπουργός αδυνατεί να κεφαλαιοποιήσει την στροφή του προς το «κέντρο» στον τομέα της οικονομίας. Οπως αναγνωρίζουν ακόμη και στελέχη του ΣΥΡΙΖΑ, ο κ. Τσίπρας μπορεί πλέον να αναφέρεται σε μεταρρυθμίσεις, ανάπτυξη και προσέλκυση επενδύσεων που αποτελούν την ατζέντα πολλών μετριοπαθών ψηφοφόρων, αλλά η ρητορική του ακυρώνεται από άλλες επιλογές, όπως η ανοχή του άβατου των Εξαρχείων, οι χειρισμοί στα Θρησκευτικά και η αδυναμία διαχείρισης κρίσεων στο πεδίο της καθημερινότητας, με τελευταίο παράδειγμα την παράδοση της χώρας στα σκουπίδια, λόγω της απεργίας στην Τοπική Αυτοδιοίκηση.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ