ΠΟΛΙΤΙΚΗ

Τρεις επιλογές για την έξοδο στις αγορές

ΒΑΣΙΛΗΣ ΖΗΡΑΣ

Χαμόγελα, αλλά προς διαφορετικές κατευθύνσεις, από τον κ. Τσίπρα και τον κ. Τσακαλώτο. Ο πρωθυπουργός λέγεται ότι επιθυμεί τη γρήγορη έξοδο στις αγορές, αν και ο υπουργός Οικονομικών φαίνεται ότι δεν βιάζεται τόσο.

ΕΤΙΚΕΤΕΣ:

Στον πρωθυπουργό εναπόκειται πλέον να αποφασίσει και μάλιστα εντός των επομένων ημερών πότε θα γίνει η πρώτη απόπειρα επιστροφής στις αγορές μετά το 2014, με δεδομένη την απώλεια της ένταξης στο πρόγραμμα ποσοτικής χαλάρωσης της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας. Τόσο εντός του οικονομικού επιτελείου όσο και μεταξύ των θεσμών οι εκτιμήσεις διίστανται, καθώς ιδανικό timing δεν υπάρχει. Κάθε μία από τις επιλογές έχει τα πλεονεκτήματα και τα μειονεκτήματά της, θετικές παραμέτρους, αλλά και κινδύνους.

Η πρώτη επιλογή του κ. Τσίπρα είναι η έκδοση ομολόγου εντός του Ιουλίου και πριν από τις 27 του μήνα, που πρόκειται να αποφασίσει το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο τη συμμετοχή του στο πρόγραμμα. Μετά τις 27, η ευκαιρία για έξοδο στις αγορές θα χαθεί εάν το ΔΝΤ συνοδεύσει την απόφασή του με μια κακή έκθεση για τη βιωσιμότητα του χρέους. Προς το παρόν, οι αγορές αντιμετωπίζουν θετικά τα ελληνικά ομόλογα. Οι αποδόσεις τους υποχωρούν, ειδικά εκείνου που λήγει το 2019, έχει πέσει κάτω από το 4%. Ο λόγος είναι πως αυτό το ομόλογο θα αποτελέσει το όχημα της επιστροφής στις αγορές, καθώς θα προταθεί στους κατόχους του να το ανταλλάξουν με κάποιο άλλο μεγαλύτερης διάρκειας, πιθανότατα 5ετίας.

Αν δεν γίνει κάτι τον Ιούλιο, η δεύτερη επιλογή του πρωθυπουργού είναι ο Οκτώβριος, υπό προϋποθέσεις. Τον Αύγουστο οι αγορές υπολειτουργούν, ενώ ο Σεπτέμβριος δεν προσφέρεται για δύο κυρίως λόγους. Πρώτον, γιατί στις 7 του μήνα η ΕΚΤ είναι πιθανό να αποφασίσει τον σταδιακό περιορισμό του προγράμματος ποσοτικής χαλάρωσης και θα υπάρξει εξ αυτού μια αναταραχή στις αγορές, καθώς οι επενδυτές πρέπει να αποτιμήσουν την επίπτωση και να επανακαθορίσουν τη στρατηγική τους. Δεύτερον, στις 24 Σεπτεμβρίου διεξάγονται οι γερμανικές εκλογές. Το Βερολίνο δεν θα συμφωνήσει να γίνει κάτι που έχει τον κίνδυνο να αποτύχει (και μια έκδοση ομολόγου από την Ελλάδα έχει πάντα αυτό το ρίσκο) στην τελική ευθεία πριν από τις κάλπες. Αρα, το επόμενο παράθυρο ευκαιρίας μετά τον Ιούλιο ανοίγει τον Οκτώβριο. Ωστόσο, τότε είναι προγραμματισμένο να αρχίσει η τρίτη αξιολόγηση. Και προφανώς, έξοδος στις αγορές με αξιολόγηση σε εξέλιξη δεν έχει καμία πιθανότητα επιτυχίας. Συνεπώς, ο Οκτώβριος είναι επιλογή στον βαθμό που η αξιολόγηση θα μετατεθεί προς το τέλος του μήνα.

Η τελευταία επιλογή είναι να γίνει προσπάθεια έκδοσης μετά την τρίτη αξιολόγηση, γεγονός που μας φέρνει στο τέλος του έτους ή το πιθανότερο στον Ιανουάριο ή τον Φεβρουάριο του 2018. Αν οι αξιολογήσεις διαρκούσαν μία ή δύο εβδομάδες όπως στα άλλα τέσσερα κράτη-μέλη που είχαν πρόγραμμα βοήθειας (Ιρλανδία, Πορτογαλία, Κύπρος, Ισπανία), τότε αυτό θα ήταν το ιδανικό σενάριο: η αξιολόγηση ολοκληρώνεται τον Οκτώβριο, υπάρχουν ασφαλείς εκτιμήσεις για τον ρυθμό ανάπτυξης, την επίτευξη πρωτογενών πλεονασμάτων, με άλλα λόγια η κυβέρνηση έχει ένα αφήγημα για τους επενδυτές και κάνει μια έκδοση ομολόγου, δόξη και τιμή. Ωστόσο στην Ελλάδα οι αξιολογήσεις διαρκούν από 2 έως 3 μήνες, στην καλύτερη περίπτωση έως 8 και 9 για τις κυβερνήσεις ΣΥΡΙΖΑ - ΑΝΕΛ. Θα είναι σε θέση οι υπουργοί να υλοποιήσουν στη διάρκεια του καλοκαιριού και μέχρι το φθινόπωρο τα 133 προαπαιτούμενα που περιλαμβάνει το μνημόνιο ή, κατά τα ειωθότα, θα περιμένουν την επιστροφή της τρόικας για να εμπλακούν σε μια επαναδιαπραγμάτευση μακράς πνοής;

Ο υπουργός Οικονομικών Ευκλείδης Τσακαλώτος φάνηκε να είναι υπέρ της τελευταίας επιλογής: υλοποίηση των συμφωνηθέντων, ταχεία ολοκλήρωση της αξιολόγησης, αφήγημα επιτυχίας για τους επενδυτές και στη συνέχεια έκδοση ομολόγου. Στην κυβέρνηση υπάρχουν κι άλλοι που θέλουν άμεσες κινήσεις, όχι μόνο για πολιτικούς λόγους, αλλά και για να μην χαθεί η σημερινή θετική συγκυρία.

Μεταξύ των θεσμών, ο ESM είναι υπέρ των προσεκτικών κινήσεων, όπως φάνηκε από τις δηλώσεις του κ. Ρέγκλινγκ. Η Κομισιόν δεν θα είχε αντίρρηση ακόμη και για μια άμεση έκδοση. Το ΔΝΤ, τέλος, θα προτιμούσε να επιστρέψει η Ελλάδα στις αγορές όσο το δυνατόν αργότερα, όχι μόνο γιατί δεν θέλει να αυξηθεί το κόστος εξυπηρέτησης του χρέους, αλλά κυρίως γιατί φοβάται ότι η κυβέρνηση θα χαλαρώσει και θα αναστείλει την υλοποίηση των μεταρρυθμίσεων ύστερα από μια έκδοση ομολόγου.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ