ΥΓΕΙΑ-ΕΠΙΚΑΙΡΟΤΗΤΑ

Η υποβοηθούμενη αναπαραγωγή δεν βλάπτει τη σχέση

ΑΠΕ

Οι ερευνητές ανέλυσαν στοιχεία για σχεδόν 43.000 γυναίκες και σε διάστημα 16 ετών.

ΕΤΙΚΕΤΕΣ:

Οι προσπάθειες για εξωσωματική δεν αυξάνουν τον κίνδυνο διαζυγίου. Παρά τους φόβους ότι οι πιθανές απογοητεύσεις του ζευγαριού από τις διαδοχικές προσπάθειες απόκτησης παιδιού με εξωσωματική και το στρες που συνεπάγεται για τους δύο συντρόφους η σχετική θεραπεία υπογονιμότητας μπορεί να διαταράξουν τη σχέση τους, στην πραγματικότητα δεν αυξάνει ο κίνδυνος διαζυγίου, σύμφωνα με μια νέα πορτογαλοδανική επιστημονική έρευνα.

Οι ερευνητές, με επικεφαλής τη δρα Μαριάνα Μάρτινς της Σχολής Ψυχολογίας του Πανεπιστημίου του Πόρτο, που έκαναν τη σχετική ανακοίνωση στο ετήσιο συνέδριο της Ευρωπαϊκής Εταιρείας Αναπαραγωγής και Εμβρυολογίας στη Γενεύη, ανέλυσαν στοιχεία για σχεδόν 43.000 γυναίκες στη Δανία. Διαπιστώθηκε ότι, σε διάστημα 16 ετών, περίπου το ένα πέμπτο (20%) των ζευγαριών χώρισε, αλλά δεν υπήρξε κάποια διαφορά ανάμεσα στα ζευγάρια που οι γυναίκες είχαν υποβληθεί σε θεραπεία υποβοηθούμενης αναπαραγωγής και σε εκείνα που οι γυναίκες είχαν γεννήσει κανονικά.

Η εξωσωματική ωφελεί

«Τα ευρήματά μας πρέπει να λειτουργήσουν καθησυχαστικά για τα ζευγάρια που ακολουθούν ή πρόκειται να ακολουθήσουν θεραπεία υποβοηθούμενης αναπαραγωγής, όσον αφορά την ασφάλεια της σχέσης τους», δήλωσε η Μάρτινς. «Παρόλη την ένταση που μπορεί να φέρει η υπογονιμότητα, η θεραπεία υποβοηθούμενης αναπαραγωγής στην πραγματικότητα μάλλον ωφελεί τη σχέση ενός ζευγαριού, επειδή τους αναγκάζει να βελτιώσουν την επικοινωνία τους», προσέθεσε.

Σύμφωνα με τη μελέτη, πάντως, τα περισσότερα ζευγάρια που προσπαθούν για εξωσωματική (η οποία αποτελεί συνήθως την ύστατη καταφυγή σε περίπτωση παρατεταμένης υπογονιμότητας) βιώνουν μεγαλύτερο στρες και άγχος, λόγω και της αβεβαιότητας της κατάληξης της θεραπείας.

Νεάντερνταλ και DNA

Το ζευγάρωμα των προγόνων μας με τους Νεάντερταλ (και άρα η μετανάστευσή τους από την Αφρική στην Ευρώπη) μπορεί να ξεκίνησε πριν από τουλάχιστον 220.000 χρόνια. Οι σχέσεις –σεξουαλικές και άλλες– ανάμεσα στους προγόνους του ανθρώπου (Homo sapiens) και στα «ξαδέρφια» του, τους Νεάντερταλ, ήσαν πάντα μια μπλεγμένη υπόθεση, που τώρα έγινε ακόμη πιο πολύπλοκη.

Η ανάλυση μιτοχονδριακού DNA από ένα μηριαίο οστό Νεάντερταλ ηλικίας 124.000 ετών, που βρέθηκε στη νοτιοδυτική Γερμανία, αποκαλύπτει ότι ήδη πριν από τουλάχιστον 220.000 χρόνια το γενετικό υλικό των προγόνων μας είχε «τρυπώσει» στο DNA των Νεάντερταλ. Και για να συμβεί αυτό, ο μόνος τρόπος ήταν ο... γνωστός: η συνουσία.

Πιθανότατα υπήρξε μια πολύ παλαιότερη μετανάστευση των προγόνων μας από την Αφρική στην Ευρώπη, η οποία έλαβε χώρα πριν από 220.000 έως 470.000 χρόνια.
 

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ