ΕΙΚΑΣΤΙΚΑ

Γ. Αδαμάκος: Οι γκαλερίστες έχουν προσφέρει έργο

ΜΑΡΙΑΛΕΝΑ ΣΠΥΡΟΠΟΥΛΟΥ

Γιάννης Αδαμάκος: «Με τα χρόνια, ο άνθρωπος είτε αναγκάζεται είτε του συμβαίνει να συμφιλιώνεται με μερικά πράγματα».

ΕΤΙΚΕΤΕΣ:

Είναι η τέταρτη φορά που συνεργάζεται ο Γιάννης Αδαμάκος με την γκαλερί Citronne, στον Πόρο. Μετά την ατομική έκθεσή του «The space between us» και δύο συλλογικές, εγκαινιάζεται στις 15.7 στον Πόρο η νέα ατομική του έκθεση, με 25 καινούργια έργα, με τίτλο «Re-emergence», σε επιμέλεια της καθηγήτριας Ιστορίας της Τέχνης και ιδιοκτήτριας της γκαλερί, Τατιάνας Σπινάρη-Πολλάλη. Με αφορμή τα νέα έργα, μιλήσαμε με τον καλλιτέχνη για τη διαδικασία της ψυχικής ανάδυσης, τα παιδικά του χρόνια, τα όνειρα και τη σχέση του με γκαλερίστες και συλλέκτες.

– Είναι καινούργια τα έργα που θα εκτεθούν;

– Είναι καινούργια σαν παλιά. Περίπου 25 έργα θα φιλοξενηθούν στην γκαλερί Citronne, η διαφορά όμως αυτών των έργων είναι ότι είναι πιο γεωμετρικά, έχουν μεγαλύτερη ανάγκη για οριοθέτηση και περίεξη, και τοποθετείται το φως πιο επιτακτικό, είτε ως κατεύθυνση είτε ως εσωτερική ανάγκη.

– Ηταν μια δική σας ψυχική ανάγκη;

– Ο τίτλος είναι «Ανάδυση» ή, αγγλικά, Re-emergence. Η αρχική μου σκέψη ήταν να υπάρχει και η έννοια της κατάδυσης, σαν να μιλάμε για μια πορεία στη θάλασσα. Σαν να κάνω μια βουτιά σε ένα βυθό που υπάρχει αλλά τον έχω ξεχάσει και από εκεί αναδύονται πράγματα, μνήμες, εικόνες. Για παράδειγμα, στην έκθεση στο Μπενάκη ήταν πιο θολά τα πράγματα και δεν ήξερες τι θα σου προκύψει, εδώ συνειδητά έβαλα πλαίσιο, περιθώρια, φώτα, ο χώρος έχει οργανωθεί, έχει αρχιτεκτονική. Τελικά αυτό μου προσφέρει ηρεμία. Νιώθω μια ψυχική τακτοποίηση με αυτά τα έργα. Εχει αντικατασταθεί ο υπαινιγμός με μια σταθερότητα, μπαίνω στο θολό και με το φως το ξεκαθαρίζω. Το φως βοηθάει στη δόμηση σε τούτη την έκθεση.

– Υπάρχει μια σχέση με τον Rothko...

– Είναι η συνέχεια μιας συνομιλίας που είχε ξεκινήσει και τώρα είναι ακόμα πιο κοντά. Πιο κοντά ακόμα, όμως, νιώθω με τις φιγούρες του Μόραλη. Νιώθω ότι με στηρίζει.

– Είστε τα τελευταία χρόνια στη ζωή σας πιο πλαισιωμένος και τολμάτε να το φωτίσετε στα έργα σας;

– Το αναζητώ αυτό που με ρωτάτε, το ψάχνω. Δεν με ενδιαφέρει όμως να περιγράψω αυτό που νιώθω ή είμαι, στη ζωγραφική πασχίζω συνέχεια να ανακαλύπτω πράγματα. Οπότε δεν μπορώ να είμαι πολύ ασφαλής. Αν προκύψει, το καλωσορίζω, αλλά είμαι σε μια τέτοια διαδικασία ζωής και τέχνης.

– Είστε πιο συμφιλιωμένος και πιο κατασταλαγμένος;

– Με τα χρόνια, ο άνθρωπος είτε αναγκάζεται είτε του συμβαίνει να συμφιλιώνεται με μερικά πράγματα. Και αυτό λειτουργεί σαν μια καινούργια ανακάλυψη. Καλό είναι, προς το τέλος, να έχουμε συμφιλιωθεί με καταστάσεις και φαινόμενα που αποφεύγαμε όταν είχαμε την πολυτέλεια του χρόνου μπροστά μας.

– Υπάρχει κάτι που συμφιλιωθήκατε στη ζωή σας και δεν το φανταζόσασταν νέος;

– Οτι θα μπορούσα να περνάω τη ζωή μου με μια συγκεκριμένη οικογένεια ώρες ατέλειωτες και δεν θα κουράζομαι. Νεότερος δεν μπορούσα να το φανταστώ αυτό για μένα. Μπορεί κάποτε να ήμουν εν μέρει παρών και εν μέρει απών σε αυτό που μου συνέβαινε. Τώρα είμαι τελείως παρών στους ανθρώπους της ζωής μου.

– Τι έχει αναδυθεί από τη δική σας παιδική ηλικία τώρα που μεγαλώνετε τα δικά σας παιδιά;

– Προσπαθώ να είμαι ο μπαμπάς του Νίκου και της Μαργαρίτας πιο πολύ απ’ ό,τι ήταν ο μπαμπάς μου για μένα. Κοιτάξτε, θέλω να είμαι δίκαιος με το παρελθόν. Ο πατέρας μου ήταν ένας γλυκύτατος και τρυφερός άνθρωπος, αλλά λίγο απών. Μπορεί να είχε να κάνει με την εποχή, τότε οι μπαμπάδες δεν ασχολούνταν, καμιά φορά η παρουσία της μητέρας ήταν καταλυτική. Εγώ ας πούμε ήμουν μαμαδόπληκτος σαν όλους τους Ελληνες· η μάνα μου ήταν παντού, είχε μια ευαισθησία διάχυτη. Τότε δεν το συνειδητοποιούσα. Και επειδή τα πράγματα στη ζωή δεν είναι άσπρο-μαύρο, δεν θα ήθελα να δω γραμμένο σε συνέντευξη ότι ο πατέρας μου ήταν απών, γιατί δεν είναι η αλήθεια. Ομως μια δική μου αίσθηση απουσίας, που την αντιλαμβάνομαι τώρα που μεγαλώνω παιδιά, προσπαθώ εγώ να την αναπληρώσω. Την καλλιτεχνική ευαισθησία, πάντως, από τον πατέρα μου την έχω πάρει.

– Τα όνειρα σας βοηθούν στη δημιουργία;

– Τα όνειρα υπάρχουν πριν, υπάρχουν μετά. Μπορεί να έχω ξυπνήσει αφού έχω ολοκληρώσει ένα έργο. Για να κοιμηθώ καμιά φορά σκέφτομαι έργα, με βάζουν σε ενύπνιο κλίμα. Αυτό που με βοηθά είναι η αίσθηση της μοναχικότητας. Με ρωτήσατε πριν για τα παιδιά. Νομίζω ότι ο καλλιτέχνης πρέπει να βιώνει μιαν έλλειψη για να δημιουργήσει, και αυτό το νιώθω όταν ζωγραφίζω. Οταν όμως είμαι με τα παιδιά μου, νιώθω μια πληρότητα.

– Με τους γκαλερίστες συνδέεστε, ποια είναι η σχέση σας όμως με τους συλλέκτες;

– Τους γκαλερίστες τούς αγαπώ, είμαστε συνοδοιπόροι, έχουν προσφέρει έργο στην Ελλάδα, ελλείψει μουσείων, από αυτούς μαθαίναμε τέχνη. Οι συλλέκτες όμως δεν είναι μια φυλή. Υπάρχουν πολλοί συλλέκτες που αγαπούν την τέχνη, οπότε με αυτούς συνδέομαι. Ο σπουδαίος Jean Claire, διευθυντής του Beaubourg, έλεγε ότι τα έργα που μπορούν να συγκινήσουν, δεν χρειάζονται θεωρητικά κείμενα για να τα στηρίξουν, άρα δεν χρειάζονται και τον συλλέκτη. Ζούμε όμως την εποχή του συλλέκτη. Διότι υπάρχουν έργα που γίνονται σημαντικά λόγω του ονόματος του συλλέκτη και όχι λόγω της αυταξίας τους. Αυτή η δεύτερη κατηγορία κάνει κακό στους νέους ανθρώπους, γιατί τους αποπροσανατολίζουν από τη συγκίνηση που πρέπει να προκαλεί ένα έργο.

​​Η έκθεση «Re-emergence» εγκαινιάζεται στην γκαλερί Citronne στον Πόρο στις 15.7 και θα διαρκέσει έως τις 4.9.2017.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ